25 °C Rethymno, GR
08/05/2021

ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΓΟΝΩΝ ΤΟΥΣ

Άγνωστες σελίδες από Ρεθεμνιώτες Μακεδονομάχους

-Κανένας δεν δέχτηκε τιμές για τις υπηρεσίες του στην πατρίδα

Αν η ανάσταση του έθνους ήταν το 1821 ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν η ανάσταση της ελληνικής ψυχής.

Αυτό τονίζει ο αξέχαστος Πάρις Κελαϊδής μιλώντας στα εγκαίνια του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα το 1984, έτος που είχε αφιερωθεί στο σπουδαίο αυτό κεφάλαιο της σύγχρονης ιστορίας.

Μια φράση του Βασίλη Λαούρδα, που συμπληρώνει θαυμάσια ο Άγγλος ιστορικός Ντούγκλας Ντάκιν γράφοντας: «Ο αγώνας εκείνος απέτρεψε να χαθεί ό,τι ονομάστηκε αργότερα Ελληνική Μακεδονία».

Και καταλήγει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος: «Ο αγώνας αυτός είναι το μέγιστο κατόρθωμα του Ελληνισμού τα τελευταία εκατό χρόνια».

Ο μεγάλος αυτός ξεσηκωμός που έστειλε τόσα Κρητικόπουλα από κάλεσμα ψυχής στο μέτωπο, έγινε σε μια περίοδο που η Μακεδονία, η Ήπειρος και η Θράκη ήταν επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως ήταν και η Βουλγαρία, η Σερβία, το Μαυροβούνι και η Ρουμανία.

Μια εποχή που η Ελλάδα με όρια από Λάρισα μέχρι Σπάρτη ζούσε τις περιπέτειες της πτώχευσης (1893) και βίωνε την οδύνη ενός πληγωμένου γοήτρου από τον αποτυχημένο πόλεμο του 1897.

Συνέβη αρκετές φορές οι οπλαρχηγοί που έχαναν στον αγώνα ολόκληρο το σώμα που πολεμούσε υπό τις διαταγές του να επιστρέφουν στο νησί για να στρατολογήσουν νέους.

Αντί όμως να τους υποδεχτούν με θρήνους, κατάρες και αιτιάσεις, οι ίδιες οικογένειες που είχαν νεκρό φρόντιζαν να αναπληρώσουν με άλλους νέους το κενό. Κι έτσι με νέα δύναμη γύριζαν στο μέτωπο οι οπλαρχηγοί για να συνεχίσουν τον αγώνα.

Οι πλέον έγκριτοι ιστορικοί έχουν ασχοληθεί με την πολεμική δράση των Μακεδονομάχων. Ήταν όμως άνθρωποι και αυτοί με τις ιδιαίτερες αδυναμίες τους. Είχαν αισθήματα που ακολουθούσαν τους νόμους της ζωής.

Ας δούμε σήμερα σελίδες από τη ζωή των Ρεθεμνιωτών Μακεδονομάχων που δεν είναι πολύ γνωστές.

Μπορεί ο σπουδαίος Μακεδονομάχος Δικώνυμος Μακρής (1887 – 1939) να έχει καταγωγή από Καλλικράτη Σφακίων αλλά υπάρχει άμεση σχέση του και με το Ρέθυμνο. Η αδελφή του παντρεύτηκε Παπαδόπετρο. Ήταν λοιπόν αυτός πρώτος θείος του Πέτρου Παπαδοπετράκη, πατέρα του Μάρκου νομαρχιακού υπαλλήλου και της Ιωάννας Στεφανάκη γνωστής συμβολαιογράφου.

Το Μακρής τώρα δεν ήταν το πραγματικό του επώνυμο.

Γεώργιος Δικώνυμος λεγόταν αλλά λόγω του ύψους του, που ξεπερνούσε λέει η παράδοση τα δύο μέτρα είχε το παρατσούκλι «μακρύς» κι έτσι έμεινε.

Μάρκος Δεληγιαννάκης

Ο μακεδονομάχος Μάρκος Δεληγιαννάκης ήταν γιος του αρχηγού Ρεθύμνης στην επανάσταση του 1866.

Η προσωπική του ζωή ήταν υπόδειγμα αγωνιστή.

Κοιμόταν στο χώμα πολεμώντας, πάντα δίπλα στους καταπιεσμένους αδελφούς του.

Τον Οκτώβριο του 1912 μαζί με το Εθελοντικό του Σώμα, αφού μετέβη στην Ήπειρο, πολέμησε κάτω από τις διαταγές του Ηπειρωτικού Κομιτάτου και αργότερα του Μικτού Στρατεύματος Ηπείρου. Το Σώμα του είχε έδρα στο ορεινό κεφαλοχώρι της Παραμυθιάς Πόποβο (σήμερα Αγία Κυριακή του Δήμου Σουλίου).

Πήρε μέρος στην κατάληψη της Σκάλας της Παραμυθιάς (24.11.1912) με 26 άντρες. Στη μάχη αυτή τραυματίστηκε ελαφρώς. Έχασε τον ανιψιό του Μανώλη Α. Πατεράκη, από το Νικηθιανό Λασιθίου, γιο της αδελφής του, τον οποίο ενταφίασε, εν μέσω πολλών θρήνων, στο νεκροταφείο της Άνω Σέλλιανης, (σήμερα Αγίας Μαύρας).

Συμμετείχε και στην ανακατάληψη της Σκάλας της Παραμυθιάς από τον τουρκικό στρατό στις 25-26/12.1912.

Επίσης, μέχρι την απελευθέρωση των Ιωαννίνων (21.02.1913) και της Παραμυθιάς (23.02.1913), έλαβε μέρος σε πολλές μάχες και συμπλοκές εναντίον των Τούρκων.

Είχε δικιά του στρογγυλή σφραγίδα, η οποία στο μέσον έφερνε τον Άγιο Γεώργιο, καβαλάρη να σκοτώνει το δράκοντα και πέριξ αυτής την επιγραφή:

Στο Αρχείο του Δημήτρη Μπότσαρη και της Πολεμικής Έκθεσης σώθηκε η αλληλογραφία του με τους αρχηγούς του Μικτού Στρατεύματος της Ηπείρου (Δημ. Μπότσαρη και Χρ. Μαλάμο).

Μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου, αφού συγκέντρωσε 72 αγάδες από την Παραμυθιά και τη γύρω περιοχή, τους εκτέλεσε στο ρέμα «Μπιντούρια και Κατσικιά» της Άνω Σέλλιανης. Για την πράξη του αυτή, σύμφωνα με γραπτές και προφορικές μαρτυρίες, μετά από διαμαρτυρίες των Τσάμηδων και την επέμβαση της Ιταλίας και Αυστρίας, συνελήφθη και για μικρό διάστημα κλείστηκε στις φυλακές των Ιωαννίνων. Στη συνέχεια με την επέμβαση των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών, αφέθηκε ελεύθερος και για δέκα (10) χρόνια έζησε με άλλο όνομα στην Αθήνα.

Στην προσωπικότητα του ήρωα αναφέρθηκε σε ομιλία του ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ιωάννης Σταυρουλάκη που περιέχεται στο βιβλίο: «Οι μάχες της Σκάλας και η απελευθέρωση της Παραμυθιάς», επιμέλεια έκδοσης Παναγιώτης Χρ. Τσαμάτος, Εκδόσεις Δήμου Σουλίου 2013, σελ. 32.

Σύμφωνα με τον κ. Σταυρουλάκη, ο Μάρκος Δεληγιαννάκης, μετά το τέλος του πρώτου βαλκανικού πολέμου, πολέμησε στη Βόρειο Ήπειρο, στον Ελληνο-βουλγαρικό πόλεμο και, ενώ ήταν γέροντας, στη θρυλική μάχη της Κρήτης 1941.

Μετά τον πόλεμο, ο καπετάν Μάρκος, ολιγαρκής και έτσι πάντα ελεύθερος, έζησε στο χωριό του, την Αργυρούπολη Ρεθύμνης. Η καταγωγή του ήταν από το Ασφέντου Σφακίων. Κάποια στιγμή, ένας φιλιότσος του από την Παραμυθιά που είχε βαφτίσει δι’ αντιπροσώπου επειδή πολεμούσε και δε μπορούσε να παρευρεθεί στο μυστήριο, έγινε υφυπουργός Οικονομικών και τον αναζήτησε να του προσφέρει μεγαλύτερη σύνταξη. Ο καπετάνιος την αρνήθηκε, γιατί η πατρίδα είναι φτωχή κι έχει πολλές ανάγκες, κι αυτός δεν έκαμε ό,τι έκαμε για να ανταμειφτεί με χρήματα.

Σταύρος Ι. Κελαϊδής (1884-1964) – Στυλιανός Γαβαλάς – Στυλιανός Γαβαλάς

Ήταν δικηγόρος, οπλαρχηγός Κρητικών εθελοντών, τόσο στους απελευθερωτικούς πολέμους, (1912-1913) όσο και στον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα του 1914.

Πήρε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Το 1929 αποστρατεύθηκε ως συνταγματάρχης και στη συνέχεια άσκησε τη δικηγορία στο Ρέθυμνο και στα Χανιά.

Με τον ήρωα αυτό Μακεδονομάχο θα ασχοληθούμε και σε άλλο αφιέρωμα γιατί πολέμησε αν και πολύ ηλικιωμένος και στη Μάχη της Κρήτης. Γιος του ήταν ο γνωστός δημοσιογράφος Πάρις Κελαϊδής.

Ο Στυλιανός Γαβαλάς γεννήθηκε στο Αρολίθι Ρεθύμνου. Και τα δυο του αδέλφια έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα. Σκοτώθηκαν ο ένας στον Α’ και ο άλλος στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Πολεμιστής, ριμαδόρος, γενναίος, γλεντζές, ήταν πάντα πρώτος και στον πόλεμο και στο γλέντι.

Ψηλός, λεπτός, βρακοφόρος ήταν ο χαρακτηριστικός τύπος του ριζίτη κρητικού. Πήρε μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα, αλλά διέπρεψε στην Αντίσταση. Γι’ αυτό θα επανέλθουμε στις ανδραγαθίες του.

Ο Διονύσιος Ψαρουδάκης, ο ηρωικός ηγούμενος Αρκαδίου με τη μεγάλη αντιστασιακή δράση ήταν από τους πρώτους που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Μακεδονικού αγώνα. Αναγκάστηκε μάλιστα να προσποιηθεί ασθένεια για να πάρει άδεια και να φύγει. Τόση ήταν η φλόγα του να πολεμήσει για τη λευτεριά της Μακεδονίας. Είναι πίσω από το Στυλιανό Κλειδή, όταν αυτός πέφτει ηρωικά και συνεχίζει υπό τας διαταγάς του Χρίστου Μακρή και του Νίκου Ψαρού στη συνέχεια.

Ηλίας Ι. Δεληγιαννάκης (1877 – 1918)

Ο Ηλίας Ιωάννου Δεληγιαννάκης ή Βασούλης γεννήθηκε στην Αργυρούπολη Ρεθύμνης την 30 Νοεμβρίου 1877.

Τέλη Μαρτίου του 1896 εφόνευσε δημοσίως στο χωριό Ρούστικα, πρωτεύουσα τότε της επαρχίας Ρεθύμνης, τον αρχηγό των Ρεθυμνιωτών Τούρκων Χαλήλ Αγά, και ένεκα του φόνου αυτού επισπεύθηκε η επανάσταση εις την επαρχία Ρεθύμνης και άρχισαν οι πολεμικές επιχειρήσεις, στις οποίες βεβαίως έλαβε μέρος, σαν αρχηγός σώματος ανταρτών και διακρίθηκε στις περί το Ρέθυμνο μάχες.

Συμμετείχε από τους πρώτους ως οπλαρχηγός με ίδιο σώμα από συντοπίτες του στο Μακεδόνικο αγώνα για μια τετραετία. Έδρασε στις περιοχές: Μονή Παναγίας Σισανίου το 1905, Βιτσίου και Καστανοχωρίων το 1906-7, Μεταμορφώσεως Καστοριάς και τέλος δυτικά της Φλώρινας-Κλεισούρας, στο Βίτσι, όπου, μετά τη μάχη στην περιοχή του χωριού Ποριάς Καστοριάς στις 4/2/1908, έπαθε πνευμονία και τον έστειλαν στην ελεύθερη Ελλάδα για νοσηλεία και ανάρρωση. Σε διάφορες ιστορικές πηγές φέρεται να ηγήται σώματος, του οποίου η δύναμις κατά καιρούς κυμαινόταν από 20-135 άνδρες.

Είχε εκλεγεί «τιμής ένεκεν» βουλευτής Ρεθύμνης επί Κρητικής Πολιτείας για την Ελληνική Βουλή αλλά κρατήθηκε μαζί με άλλους αγωνιστές στο Αγγλικό πολεμικό στη Σούδα για διπλωματικούς και Εθνικούς λόγους.

Κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1912-13 το Γενικό Επιτελείο τον έστειλε στη Μακεδονία επικεφαλής ανεξαρτήτου σώματος με δική του πολεμική σημαία και αγωνίσθηκε μέχρις της απελευθερώσεως της Μακεδονίας. Αναφέρεται από τον Κ. Κλειδή16 μεταξύ των ανταρτικών σωμάτων που απελευθέρωσαν τη Σιάτιστα, μια ημέρα πριν φθάσει σ’ αυτή ο τακτικός στρατός. Ακολούθως διατάχθηκε και μετέβη εις την Ήπειρο, όπου και συναντήθηκε με τους μεγαλύτερους αδελφούς του Κανάκη και Μάρκο, αρχηγούς σωμάτων, που δρούσαν ο μεν πρώτος εις το ανατολικό τμήμα της Ηπείρου, στην περιοχή Μετσόβου-Δρίσκου, ο δε δεύτερος εις το Δυτικό τμήμα, στην περιοχή Παραμυθιά-Τσαμουριά-Σούλι και έλαβαν μέρος στη μάχη του Δρίσκου, που βοήθησε στην πτώση των Ιωαννίνων.

Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο κατετάγη εις τον τακτικό Ελληνικό Στρατό σαν αξιωματικός πεζικού και μαχόμενος στη Μάχη του Σκρα κατά των Βουλγάρων το 1918, τραυματίσθηκε θανάσιμα από τρία βλήματα πολυβόλου στην κοιλιακή χώρα, από τα οποία το ένα ετρύπησε τη λαβή του σπαθιού του και τα 2 την κοιλιά του. Επειδή ήτο υψηλός πολύ και βαρύς, δεν άφησε τους τραυματιοφορείς να τον μεταφέρουν σε φορείο «για να μην κουρασθούν» αλλά βάδιζε στηριζόμενος στους ώμους τους, μέχρι τον υγειονομικό σταθμό. Δυο μέρες αργότερα στις 19η Μαΐου 1918, υπέκυψε στα τραύματά του Έφερε το βαθμό του υπολοχαγού πεζικού.

Το 1924, ο αδελφός του Μάρκος, που υπηρετούσε στον Τακτικό Στρατό ως υπολοχαγός πεζικού, υπασπιστής του 8ου συντάγματος προκαλύψεως των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων του νομού Σερρών, πήγε στην Αξιούπολι του Κιλκίς και παρέλαβε τα οστά του και το μαρμάρινο σταυρό που το σύνταγμα του είχε κάνει και τα μετέφερε στην ιδιαίτερη πατρίδα του την, Αργυρούπολη Ρεθύμνης, στο οικογενειακό νεκροταφείο των Δεληγιαννάκηδων, που ο ίδιος αδελφός Μάρκος είχε δημιουργήσει, όπου και φυλάσσονται σήμερα σε ίδιο τάφο, δίπλα στους τάφους του πατέρα του και των άλλων αδελφών του.

Τα κυάλια του και η πολεμική του σημαία βρίσκονται στο Εθνολογικό Μουσείο μαζί με τα όπλα του πατέρα του Ιωάννη Δεληγιαννάκη. Τα είχε δωρήσει ο αδελφός του Μάρκος I. Δεληγιαννάκης. Τα όπλα του διατηρεί ο εγγονός του Ηλίας.Προτομή του μαρμάρινη έχει στηθεί στην πλατεία της εκκλησίας της Αχειροποιήτου στη Θεσσαλονίκη, μαζί με προτομές άλλων σημαντικών Μακεδονομάχων, καθώς και στο Δημοτικό κήπο Ρεθύμνης, και στο χωριό του Αργυρούπολη Ρεθύμνης και σε ένα χωριό της Δυτικής Μακεδονίας, ίσως τη Βλάστη, ή το Βογατσικό.

Νικόστρατος Καλομενόπουλος

Ο Νικόστρατος Καλομενόπουλος γεννήθηκε στη Σύρο το 1865 και η πατριωτική του δράση για τη λευτεριά της Κρήτης ξεκινά πολύ νωρίς.

Σπούδασε στη Σχολή Υπαξιωματικών, από την οποία αποφοίτησε το 1891, ως ανθυπολοχαγός του πεζικού. Ανήκε στην ιδρυτική ομάδα της Εθνικής Εταιρείας και ήταν από τα πιο δραστήρια μέλη της.

Το 1892, παίρνει μέρος, ως αξιωματικός, σε μια ειδική αποστολή, που είχε σκοπό τη μελέτη και τοπογραφία της Κρήτης. Κίνησε όμως τις υποψίες των Τούρκων που δεν άργησαν να τον συλλάβουν, να τον φυλακίσουν και αργότερα να τον απελάσουν.

Το 1894 ωστόσο κατάφερε να δημοσιεύσει το έργο του αυτό με τίτλο «Τοπογραφία και Οδοιπορικά της νήσου Κρήτης».

Το 1896, βρίσκεται στο Ρέθυμνο και εκλέγεται από τους συμπατριώτες του Γενικός αρχηγός της Επαρχίας Αμαρίου.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα του Κ. Παπαδάκη, που δημοσιεύεται στην «Κρητική Εστία» το 1897, ο Νικόστρατος, παίρνει μέρος στην αποβατική επιχείρηση της Κρήτης ως ανθυπολοχαγός και είναι ο πρώτος που αποβιβάστηκε στην Κρήτη, ως επικεφαλής του πρώτου αποβατικού τμήματος του σώματος που αποτελούσαν Κρήτες αγωνιστές. Κι εδώ στην Κρήτη διακρίθηκε για τη γενναιότητά του.

Στο νησί πήρε μέρος στις πιο σημαντικές πολεμικές επιχειρήσεις και ιδιαίτερα στην εκπόρθηση του οχυρού της Μαλάξας.

Μετά τον θάνατο του μακεδονομάχου Παύλου Μελά, σπεύδει από τους πρώτους να βοηθήσει τον μακεδονικό αγώνα. Με το ψευδώνυμο καπετάν Νίδας, ηγείται αντάρτικου σώματος, το 1905 και ο ηρωισμός του γίνεται αντικείμενο υπέρμετρου θαυμασμού από τους συναγωνιστές του. Αυτός και ο καπετάν Βάρδας, ο περίφημος Γεώργιος Τσόντος από τα Σφακιά, που είχε διαδεχθεί τον Παύλο Μελά, κυριολεκτικά αποθεώνονται για τη δράση τους.

Ο Καλομενόπουλος έδρασε λοιπόν ως οπλαρχηγός στην περιφέρεια Φλωρίνης κατά των Βουλγάρων και των Τούρκων. Κρατήθηκε τρία χρόνια αιχμάλωτος στο Μοναστήρι και κάποια στιγμή κατάφερε να αποδράσει.

Ο Νικόστρατος Καλομενόπουλος παραμένει ένας άγρυπνος στρατιώτης στην υπηρεσία της πατρίδας του.

Το 1912, συμμετείχε στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο και τραυματίστηκε στη μάχη του Σαρανταπόρου.

Στη συνέχεια έγινε διοικητής της Κρήτης και της Λέσβου και το 1916 προσχώρησε στο κίνημα της Θεσσαλονίκης, ηγηθείς μάλιστα των προσφυγόντων στην Κωνσταντινούπολη Αξιωματικών Εθνικής Άμυνας που τον όρισαν αρχηγό τους.

Το 1919 προβιβάστηκε σε υποστράτηγο και διορίστηκε διοικητής της 8ης Μεραρχίας. Διετέλεσε φρούραρχος Σμύρνης. Αποστρατεύθηκε το 1921, οπότε και αφοσιώθηκε στις διάφορες τοπογραφικές και στρατιωτικές του μελέτες.

Άφησε ένα εξαιρετικά σημαντικό συγγραφικό έργο για τη στρατιωτική οργάνωση της ελληνικής αυτοκρατορίας του Βυζαντίου (1937) και επάξια θεωρείται από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς συγγραφείς. Πέθανε στην Αθήνα το 1952.

 

Πηγές:

Σελίδες 31 μέχρι 70 από το βιβλίο του Υποστρατήγου Ιατρού Ηλία Δεληγιαννάκη.

Κ. Κλειδή «Με τη λάμψη στα μάτια», Αθήνα 1984, Ηριδανός, Σ. 602.

e-istoria.com

Εύας Λαδιά: Διονύσιος Ψαρουδάκης: Ο ντουφεκόπαππας

Εύας Λαδιά: Ρεθεμνιώτες Μακεδονομάχοι

Εύας Λαδιά  Νικόστρατος Καλομενόπουλος

Οι φωτογραφίες είναι από τα οικογενειακά αρχεία των ηρώων και περιέχονται στις δημοσιευθείσες εργασίες απογόνων τους.