13 °C Rethymno, GR
07/12/2019

ΟΤΑΝ ΟΙ ΚΡΗΤΕΣ ΠΟΤΙΖΑΝ ΜΕ ΑΙΜΑ ΤΟ ΧΩΜΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Έγραψαν ιστορία και οι Ρεθεμνιώτες Μακεδονομάχοι

Οι περισσότεροι παραμένουν άγνωστοι και στον τόπο τους

 
Αν η ανάσταση του έθνους ήταν το 1821 ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν η ανάσταση της ελληνικής ψυχής.
Αυτό τονίζει ο αξέχαστος Πάρις Κελαϊδής μιλώντας στα εγκαίνια του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα το 1984, έτος που είχε αφιερωθεί στο σπουδαίο αυτό κεφάλαιο της σύγχρονης ιστορίας.
Μια φράση του Βασίλη Λαούρδα, που συμπληρώνει θαυμάσια ο Άγγλος ιστορικός Ντούγκλας Ντάκιν γράφοντας: «Ο αγώνας εκείνος απέτρεψε να χαθεί ό,τι ονομάστηκε αργότερα Ελληνική Μακεδονία».
Και καταλήγει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος: «Ο αγώνας αυτός είναι το μέγιστο κατόρθωμα του Ελληνισμού τα τελευταία εκατό χρόνια».
Ο μεγάλος αυτός ξεσηκωμός που έστειλε τόσα Κρητικόπουλα από κάλεσμα ψυχής στο μέτωπο, έγινε σε μια περίοδο που η Μακεδονία, η Ήπειρος και η Θράκη ήταν επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως ήταν και η Βουλγαρία, η Σερβία, το Μαυροβούνι και η Ρουμανία.
Μια εποχή που η Ελλάδα με όρια από Λάρισσα μέχρι Σπάρτη ζούσε τις περιπέτειες της πτώχευσης (1893) και βίωνε την οδύνη ενός πληγωμένου γοήτρου από τον αποτυχημένο πόλεμο του 1897.
Αν όμως η ελεύθερη χώρα βρισκόταν σε μια παθητική κατάσταση, στην σκλαβωμένη Κρήτη έβραζε η εθνική συνείδηση κι όλο το μεγαλείο κρύβεται σε μια λεπτομέρεια που ελάχιστοι γνωρίζουν αλλά ο Κελαϊδής την αναδεικνύει στην εμπνευσμένη ομιλία του.
Συνέβη αρκετές φορές οι οπλαρχηγοί που έχαναν στον αγώνα ολόκληρο το σώμα που πολεμούσε υπό τις διαταγές του να επιστρέφουν στο νησί για να στρατολογήσουν νέους.
Αντί όμως να τους υποδεχτούν με θρήνους, κατάρες και αιτιάσεις, οι ίδιες οικογένειες που είχαν νεκρό φρόντιζαν να αναπληρώσουν με άλλους νέους το κενό. Κι έτσι με νέα δύναμη γύριζαν στο μέτωπο οι οπλαρχηγοί για να συνεχίσουν τον αγώνα.
 
Οι μισοί Μακεδονομάχοι ήταν Κρητικοί
Δεν είναι τυχαίο ότι από τους 6.000 εθελοντές οι 3.000 ήταν Κρητικοί που έκαναν τραγούδι το κάλεσμα του δεσπότη Γεμανού Καραβαγγέλη:
« …Ελάτε σεις ηρωικοί τση Κρήτης Πολεμάρχοι,
τσ’ Ηπείρου οι σταυραετοί και Μακεδονομάχοι,
Ρούβα και Βάρδα και Κλειδή και Θύμιε Καούδη,
Κατσίγαρη και Πούλακα, Σκουντρή και Νικολούδη
και Καραβίτη και Μακρή, Σκαλίδη, Μαυρογέννη,
Μπολάνη και Καλογερή, Γαλάνη, Σεϊμένη…
Ψυχές μεγάλες με τιμή σ’ αγώνες, αγιασμένες
τση Μάνας Κρήτης οι γενιές οι χιλιοδοξασμένες…».
Από τους 3 Γενικούς Αρχηγούς οι 2 ήταν Κρητικοί.
Από τους 82 Αρχηγούς Σωμάτων οι 19 ήταν Κρητικοί
Και από τους 19 ιδιώτες αρχηγούς οι 14 ήταν Κρητικοί
Αυτοί που έμειναν για πάντα στη Μακεδονική γη ήταν:
Αρχηγοί – Οπλαρχηγοί: 13
Oμαδάρχες: 12
Εθελοντές Οπλίτες-Πράκτορες: 639
Εθελοντές σε σώματα μη Κρητικών: 108
Σύνολο: 769
Το Ρέθυμνο είχε επίσης μια σημαντική συμμετοχή στον αγώνα. Από τους πιο γνωστούς Μακεδονομάχους αναφέρονται στις επίσημες λίστες των έγκριτων ιστορικών πηγών.
• Εμμανουήλ Σκουντρής: Αρχηγός Μακεδονικού Αγώνα 1903-1908. Από το Άδελε Ρεθύμνου. Αριθμός Ανδρών 148.
• Ευάγγελος Φραγκιεδάκης – Γαλλιανός: Οπλαρχηγός Σώματος Μακεδονικού Αγώνα. Από τον Πρινέ Ρεθύμνου. Αριθμός Ανδρών 84.
• Ηλίας Δεληγιαννάκης: Οπλαρχηγός Μακεδονικού Αγώνα. Φονεύθηκε στο Σκρα το 1918, Ανθυπολοχαγός. Από την Αργυρούπολη Ρεθύμνου. Αριθμός Ανδρών 135.
• Νικόστρατος Καλομενόπουλος – Νίδας: Αρχηγός Μακεδονικού Αγώνα, μετέπειτα Στρατηγός. Από το Ρέθυμνο Κρήτης. Αριθμός Ανδρών 105.
• Αριστείδης Κιτράκης – Νύσταρης: Οπλαρχηγός Μακεδονικού Αγώνα. Από τα Ρούστικα Ρεθύμνου. Αριθμός Ανδρών 8.
• Γεώργιος Μηναδάκης – Λιάπης: Οπλαρχηγός Μακεδονικού Αγώνα 1903-1906. Από το Αμπελάκι Ρεθύμνου. Έπεσε στο Λέχοβο (Χωριό της Φλώρινας). Αριθμός Ανδρών 6.
• Γεώργιος Λιαπάκης: Οπλαρχηγός Μακεδονικού Αγώνα. Από το Ρέθυμνο Κρήτης. Αριθμός Ανδρών 17.
• Στυλιανός Κλειδής: Αρχηγός Μακεδονικού Αγώνα 1903-1908. Από τα Αγκουσελιανά Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Αριθμός Ανδρών 120. Έπεσε στο Μέτσοβο το 1912, πολεμώντας όρθιος τους Τούρκους.
 
Άγνωστοι οι περισσότεροι Μακεδονομάχοι
Η προσέλευση Κρητικών εθελοντών συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του 1908.
Αξίζει να θυμηθούμε μερικούς από τους ήρωες αυτούς:
Από τους άγνωστους Μακεδονομάχους ήταν ο Εμμανουήλ Σκουντρής.
Αυτόν ανέσυρε από τη λήθη με μια εξαιρετική εργασία του ο εκλεκτός ιστορικός Παναγιώτης Παρασκευάς που εντοπίσαμε στο περιοδικό «Εν Χανίοις».
Ο κ. Παρασκευάς μας πληροφορεί μέσα από την αναλυτική παρουσίαση του ήρωα πως ήταν ένας απλός χωρικός, από το Άδελε, που καταγόταν πιθανότατα από την οικογένεια Σκουντριδάκη.
Ο Σκουντρής φέρεται να είναι μεταξύ των ιδιωτών που οργανώθηκαν από τον Καλαποθάκη και τον Πολίτη.
Το Σεπτέμβρη του 1904 ο Σκουντρής τραυματίστηκε στη μάχη του Τριγώνου Φλώρινας. Μεταφέρθηκε στο Πισοδέρι και νοσηλεύτηκε στο σπίτι του ιερέα Παπασταύρου. Επειδή όμως ήταν σοβαρά τραυματισμένος τον έστειλαν στην Αθήνα, όπου και θεραπεύτηκε. Επέστρεψε όμως στο μέτωπο με δικό του σώμα από 148 άνδρες.
Μια μικρή αναφορά στον Σκουντρή γίνεται και στο Κρήτη – Αφιέρωμα.
Η εργασία του κ. Παρασκευά όμως εξαιρετικής σπουδαιότητας θα έπρεπε να μοιραζόταν στα σχολεία. Σπάνια βρίσκεις σε παρόμοια δημοσιεύματα τόσο ακριβή στοιχεία και μια τόσο πλήρη περιγραφή της ζωής και του έργου ενός ήρωα.
Ο Σκουντρής που τιμήθηκε με προτομή στη Φλώρινα, είναι άγνωστος στον τόπο του.
Πέθανε λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Στυλιανός Γαβαλάς γεννήθηκε στο Αρολίθι Ρεθύμνου. Και τα δυο του αδέλφια έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα. Σκοτώθηκαν ο ένας στον Α’ και ο άλλος στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.
Πολεμιστής, ριμαδόρος, γενναίος, γλεντζές, ήταν πάντα πρώτος και στον πόλεμο και στο γλέντι.
Ψηλός, λεπτός, βρακοφόρος ήταν ο χαρακτηριστικός τύπος του ριζίτη κρητικού. Πήρε μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα, αλλά διέπρεψε στην Αντίσταση. Γι’ αυτό θα επανέλθουμε στις ανδραγαθίες του.
Ο Στυλιανός Κλειδής (1862 ή 1870 ή 1874 – Μέτσοβο 10 Νοεμβρίου 1912) άρχισε την πολεμική του δράση το 1903 στο σώμα του Ευθύμιου Καούδη (1872-1956), που είχε την καταγωγή από τον Καλλικράτη Σφακίων, και ήταν οπλαρχηγός, αρχηγός της πρώτης ομάδας Κρητών στη Μακεδονία, κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Συνεργάστηκε με όλους τους επιφανείς οπλαρχηγούς. Συνέχισε, ως οπλαρχηγός στο σώμα του Καραβίτη και άλλων μέχρι το 1908. Ο Ιωάννης Καραβίτης (1883-1849) είχε την καταγωγή από την Ανώπολη Σφακίων και την επωνυμία «ο Μακρυγιάννης του Μακεδονικού Αγώνα». Μόλις 20 χρόνων ακολούθησε τον Παύλο Μελά στη Μακεδονία. Αμέσως μετά το θάνατό του έγινε Αρχηγός Σώματος. Έλαβε μέρος και στον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα. Ο Στυλιανός Κλειδής επέζησε για να δει το αποτέλεσμα του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά έπεσε στην Ήπειρο, μαχόμενος στο Μέτσοβο, επικεφαλής δικού του σώματος, στο οποίο μετείχαν και οι συγχωριανοί του: Γιώργης Παπαδάκης, Λάμπρος Νικητάκης, Μάρκος Κουρμούλης, Δημήτρης Κουρμούλης, Μανώλης Κουρμούλης, Στάθης Αντωνάκης, Γιάννης Μαμαλάκης και Μανώλης Κουταλάς.
Ο Διονύσιος Ψαρουδάκης, ο ηρωικός ηγούμενος Αρκαδίου με τη μεγάλη αντιστασιακή δράση ήταν από τους πρώτους που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Μακεδονικού αγώνα. Αναγκάστηκε μάλιστα να προσποιηθεί ασθένεια για να πάρει άδεια και να φύγει. Τόση ήταν η φλόγα του να πολεμήσει για τη λευτεριά της Μακεδονίας. Είναι πίσω από το Στυλιανό Κλειδή, όταν αυτός πέφτει ηρωικά και συνεχίζει υπό τας διαταγάς του Χρίστου Μακρή και του Νίκου Ψαρού στη συνέχεια.
Ο Χρίστος Μακρής γεννήθηκε στα Σελλιά της επαρχίας Αγίου Βασιλείου το 1880. Γενναίος και τολμηρός τελειώνει τις εγκύκλιες σπουδές του στον τόπο του και το 1897 βρίσκεται στην Αθήνα για να ακολουθήσει ανώτερες σπουδές.
Φοιτητής ακόμα παίρνει μέρος στον άτυχο πόλεμο του 1897 ως εθελοντής και αποκτά τα πρώτα του τραύματα στο πεδίο της τιμής.
Μόλις έσβησαν και οι τελευταίες φλόγες αυτού του πολέμου που στοίχισε τόσα πολλά στο ήδη βασανισμένο ελληνικό κράτος, ο Χρίστος επιστρέφει στις σπουδές του και το 1901 παίρνει με άριστα το πτυχίο της Θεολογίας.
Σύντομα όμως τον κάλεσε και πάλι το καθήκον όταν ξέσπασε η επανάσταση στο Θέρισσο.
Η στενή του φιλία με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ήταν το ισχυρότερο κίνητρο για να παρατήσει τα πάντα και να τρέξει κοντά του να συναγωνιστεί με τους άλλους θαρραλέους Ρεθεμνιώτες και να διεκδικήσει με τη δική του συμβολή τη δικαίωση και αυτού του ξεσηκωμού.
 Αν και τόσο νέος η ζωή του χαρίζει μοναδικές εμπειρίες. Όπως το συνήθιζε σε καιρό ειρήνης γύριζε και πάλι στην επιστήμη του. Ήταν το 1906 που ανοίγει νέο κεφάλαιο στη ζωή του με την κατάκτηση μιας υποτροφίας.
Χάρις σ’ αυτή ο νεαρός Χρίστος Μακρής πηγαίνει στο Μόναχο για να σπουδάσει Βυζαντινή και Εκκλησιαστική Ιστορία. Επιστρέφει στην Ελλάδα και το 1910 αναγορεύεται Υφηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ποια ήταν η μεγάλη έκπληξη του νεαρού επιστήμονα όταν την εναρκτήρια διδασκαλία του στο Πανεπιστήμιο παρακολουθεί ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος που είχε στο μεταξύ γίνει πρωθυπουργός της χώρας. Καθήκον βαρύ που του ανέθεσε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος.
Οι αγώνες όμως για την απελευθέρωση μαρτυρικών περιοχών δεν του επιτρέπουν να ησυχάσει ούτε λεπτό.
 Μαθαίνοντας το πέρασμα του άλλου μεγάλου αγωνιστή του καπετάν Στέλιου Κλειδή από την Αθήνα, ο Χρίστος Μακρής σπεύδει να καταταγεί στο Σώμα που είχε δημιουργήσει ο συμπατριώτης του οπλαρχηγός, και παίρνει μέρος στη μάχη για την απελευθέρωση του Μετσόβου.
Μετά το θάνατο του Κλειδή στις 10 Νοεμβρίου, αναλαμβάνει την αρχηγία του Σώματος και προχωρά ακάθεκτος για τα Γιάννινα.
Οι άνδρες του δένονται μαζί του γιατί θαυμάζουν τον απαράμιλλο ηρωισμό του. Οι κακουχίες τον αφήνουν αδιάφορο και ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για τον Χρίστο Μακρή.
Στη μάχη του Δρίσκου ξεπερνά τον εαυτό του. Κάποια στιγμή αποφασίζει να καταλάβει με κάθε θυσία ένα εχθρικό πολυβόλο. Κι εκεί τον βρήκε ο θάνατος. Εκεί που άφησε την τελευταία του πνοή και ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης, πολεμώντας κι αυτός για να ελευθερώσει εκείνα τα άγια χώματα.
Ο Νικόστρατος Καλομενόπουλος γεννήθηκε στη Σύρο το 1865 και η πατριωτική του δράση για τη λευτεριά της Κρήτης ξεκινά πολύ νωρίς.
Σπούδασε στη Σχολή Υπαξιωματικών, από την οποία αποφοίτησε το 1891, ως ανθυπολοχαγός του πεζικού. Ανήκε στην ιδρυτική ομάδα της Εθνικής Εταιρείας και ήταν από τα πιο δραστήρια μέλη της.
Το 1892, παίρνει μέρος, ως αξιωματικός, σε μια ειδική αποστολή, που είχε σκοπό τη μελέτη και τοπογραφία της Κρήτης. Κίνησε όμως τις υποψίες των Τούρκων που δεν άργησαν να τον συλλάβουν, να τον φυλακίσουν και αργότερα να τον απελάσουν.
Το 1894 ωστόσο κατάφερε να δημοσιεύσει το έργο του αυτό με τίτλο «Τοπογραφία και Οδοιπορικά της νήσου Κρήτης».
Το 1896, βρίσκεται στο Ρέθυμνο και εκλέγεται από τους συμπατριώτες του Γενικός αρχηγός της Επαρχίας Αμαρίου.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα του Κ. Παπαδάκη, που δημοσιεύεται στην «Κρητική Εστία» το 1897, ο Νικόστρατος, παίρνει μέρος στην αποβατική επιχείρηση της Κρήτης ως ανθυπολοχαγός και είναι ο πρώτος που αποβιβάστηκε στην Κρήτη, ως επικεφαλής του πρώτου αποβατικού τμήματος του σώματος που αποτελούσαν Κρήτες αγωνιστές. Κι εδώ στην Κρήτη διακρίθηκε για τη γενναιότητά του.
Στο νησί πήρε μέρος στις πιο σημαντικές πολεμικές επιχειρήσεις και ιδιαίτερα στην εκπόρθηση του οχυρού της Μαλάξας.
Και μακεδονομάχος
Μετά τον θάνατο του μακεδονομάχου Παύλου Μελά, σπεύδει από τους πρώτους να βοηθήσει τον μακεδονικό αγώνα. Με το ψευδώνυμο καπετάν Νίδας, ηγείται αντάρτικου σώματος, το 1905 και ο ηρωισμός του γίνεται αντικείμενο υπέρμετρου θαυμασμού από τους συναγωνιστές του. Αυτός και ο καπετάν Βάρδας, ο περίφημος Γεώργιος Τσόντος από τα Σφακιά, που είχε διαδεχθεί τον Παύλο Μελά, κυριολεκτικά αποθεώνονται για τη δράση τους.
Ο Καλομενόπουλος έδρασε λοιπόν ως οπλαρχηγός στην περιφέρεια Φλωρίνης κατά των Βουλγάρων και των Τούρκων. Κρατήθηκε τρία χρόνια αιχμάλωτος στο Μοναστήρι και κάποια στιγμή κατάφερε να αποδράσει.
Ο Νικόστρατος Καλομενόπουλος παραμένει ένας άγρυπνος στρατιώτης στην υπηρεσία της πατρίδας του.
Το 1912, συμμετείχε στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο και τραυματίστηκε στη μάχη του Σαρανταπόρου.
Στη συνέχεια έγινε διοικητής της Κρήτης και της Λέσβου και το 1916 προσχώρησε στο κίνημα της Θεσσαλονίκης, ηγηθείς μάλιστα των προσφυγόντων στην Κωνσταντινούπολη Αξιωματικών Εθνικής Άμυνας που τον όρισαν αρχηγό τους.
Το 1919 προβιβάστηκε σε υποστράτηγο και διορίστηκε διοικητής της 8ης Μεραρχίας. Διετέλεσε φρούραρχος Σμύρνης. Αποστρατεύθηκε το 1921, οπότε και αφοσιώθηκε στις διάφορες τοπογραφικές και στρατιωτικές του μελέτες.
Άφησε ένα εξαιρετικά σημαντικό συγγραφικό έργο για τη στρατιωτική οργάνωση της ελληνικής αυτοκρατορίας του Βυζαντίου (1937) και επάξια θεωρείται από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς συγγραφείς. Πέθανε στην Αθήνα το 1952.
Η έρευνα για τους Μακεδονομάχους του Ρεθύμνου δεν τελειώνει και έγκριτοι ιστορικοί ερευνητές έχουν να μας παρουσιάσουν σημαντικές εργασίες.
Εμείς περιοριστήκαμε σε μερικές από τις προσωπικότητες αυτές, με πρόθεση να επανερχόμαστε δοθείσης ευκαιρίας. Γιατί και οι Ρεθεμνιώτες Μακεδονομάχοι διακρίθηκαν στο κάλεσμα αυτό της πατρίδας.
Βέβαια, στο Μακεδονικό Αγώνα πολέμησαν και θυσιάστηκαν, επίσης, γενναίοι αγωνιστές από τη Μάνη, Μεσσηνία, Αρκαδία, Αθήνα, Ρούμελη, Ήπειρο, Θεσσαλία, Θράκη, Μικρά Ασία, τα νησιά μας και από κάθε άλλη γωνιά του ελεύθερου και υπόδουλου ελληνισμού. Όλοι έκαναν το χρέος τους. Μακάρι να μην πάει χαμένη η θυσία τους Μακάρι…