31 °C Rethymno, GR
04/07/2020

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ «ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ»

Ένα υπέροχο ρεσιτάλ – αφιέρωμα στον Frederic Chopin από τον Άρη Γραικούση

Του ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Ένα υπέροχο ρεσιτάλ -αφιέρωμα στα 170 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Πολωνού ρομαντικού συνθέτη Frederic Chopin (Frederic Francois Chopin)- απολαύσαμε την Κυριακή 19 Ιανουαρίου το βράδυ, στην αίθουσα «Παντελής Πρεβελάκης» του Ωδείου της πόλης μας, από τον διακεκριμένο πιανίστα Άρη Γραικούση, που το Ρέθυμνο και λόγω καταγωγής, συγγενικών και φιλικών δεσμών, έχει την τύχη να τον έχει απολαύσει και άλλες φορές στο παρελθόν.

Στο πρόγραμμά του ο πιανίστας περιέλαβε μια θαυμάσια επιλογή από τα σπουδαιότερα έργα του μεγάλου συνθέτη, ενώ για τη ζωή και το έργο του μίλησε η γνωστή ηθοποιός Ανδρομάχη Δαυλού, η οποία με ξεχωριστή άνεση και παραστατικότητα και σε έναν θαυμάσιο συνδυασμό λόγου και μουσικής αναφέρθηκε στην αριστουργηματική μουσική του Σοπέν, στη λαμπερή κι ευαίσθητη προσωπικότητά του ως συνθέτη και πιανίστα στο Παρίσι (καλλιτεχνικό κέντρο, τότε, του δέκατου ένατου αιώνα), στον πατριωτισμό, στο επαναστατικό του πνεύμα και στη νοσταλγία που ένιωθε για την κατακτημένη πατρίδα του, την Πολωνία. Αναφέρθηκε, επίσης, στην πολύπαθη προσωπική του ζωή και στον ταραχώδη έρωτά του με την ποιήτρια Γεωργία Σάνδη και, τελικά, στον πρώιμο θάνατό του στο Παρίσι, το έτος 1849, μετά από χρόνια φυματίωση, σε ηλικία 39, μόλις, ετών και σε όλα, γενικότερα, τα στοιχεία που τον καθιέρωσαν ως έναν κορυφαίο δημιουργό – σύμβολο του παγκόσμιου μουσικού ρομαντισμού και ως τον εξαίρετο «πένθιμο χορευτή» και φωτισμένο επαναστάτη. Ο Frédéric Chopin κηδεύτηκε στο Παρίσι και τάφηκε στο Κοιμητήριο Περ Λασέζ, όμως, λόγω δικής του επιθυμίας, η καρδιά του μεταφέρθηκε στην Πολωνία, όπου φυλάσσεται μέχρι και σήμερα.

Το έργο, ειδικότερα, του Σοπέν προορίζεται, βασικά, για πιάνο, αξιοποιώντας τους παραδοσιακούς χορούς της πατρίδας του, τις περίφημες Πολωνέζες και Μαζούρκες, παρότι τα δικά του έργα δεν προορίζονται για χορό, αφού είναι τόσο γρήγορα και δεξιοτεχνικά. Στα έργα του, επίσης, εναλλάσσονται τόσο το φλογερό πάθος με τη μελαγχολική και στοχαστική διάθεση, όσο και με μια διάχυτη τρυφερή και ποιητική μελωδική αίσθηση. Στα «Νυχτερινά» του, που μοιάζουν, περισσότερο, με τραγούδια δίχως λόγια, υπάρχει μια διάθεση βαθιάς μελαγχολίας και εκμυστήρευσης, στις «Σπουδές» του αναδεικνύονται οι εκφραστικές δυνατότητες του οργάνου, ενώ στις «Μπαλάντες» του ανιχνεύονται μοναδικές ονειρικές και ποιητικές ιδέες. Στις «Πολωνέζες» του, τέλος, και στις «Μαζούρκες» εκφράζεται ένα φλογερό και βαθύ πατριωτικό πάθος.

Πάνω και σε σχέση με αυτά, στις επιλογές τής παρουσιαζόμενης συναυλίας του, ο Άρης Γραικούσης περιέλαβε ένα κλασσικό ματζόρε λυπητερό, τη Σπουδή No. 3, op. 10 «Tristesse» (=θλίψη), την Μπαλάντα Nο. 1 op. 23, τη Σονάτα Νο. 2 op. 35, καθώς, επίσης, τις Μαζούρκες (op. 67 και 68), το Νυχτερινό (op. 27, Νο 2) και βέβαια την πασίγνωστη Πολωνέζα σε Α ματζόρε, έργο 40, γνωστή και ως «Στρατιωτική» (Military).

Ο πιανίστας, ικανότατος, απέδωσε την παρτιτούρα «από στήθους» και με χαρακτηριστική δύναμη, ευκρίνεια και λυρισμό. Ήταν σαφέστατο ότι δεν γνώριζε μονάχα τις νότες, αλλά είχε διεισδύσει και στο βαθύτερο νόημά τους, ώστε να «απελευθερώσει» τη μουσική που τόσο περίτεχνα έκρυβαν. Με εκπληκτικές και απόλυτα ακριβείς ταχύτητες ο Άρης Γραικούσης κατάφερε και αξιοποίησε εντυπωσιακά όλο το μήκος του κλαβιέ, αξιοποιώντας απόλυτα τη μελωδική γραμμή, χαρακτηριστική τής άλλοτε εσωστρεφούς και μελαγχολικής του συνθέτη διάθεσης και άλλοτε της εκρηκτικής ψυχικής εξωστρέφειάς του. Και δεν είναι μόνο η ποιότητα του ήχου και τα τεχνικά του χαρακτηριστικά, αλλά και η μουσικότητα με την οποία ο πιανίστας απέδιδε την κάθε μουσική φράση, τα δέκατα του δευτερολέπτου με τα οποία καθυστερούσε ή επίσπευδε κάποιες νότες που έδιναν στο παίξιμό του μια χαρακτηριστική πλαστικότητα. Από τα έργα που ερμηνεύτηκαν θα κάνω προσπάθεια να ξεχωρίσω ορισμένα μόνο, για να μην κουράσω τον ευγενικό μου αναγνώστη.

Ξεκινώντας με την «Πολωνέζα» –το χαρακτηριστικό αυτό κομμάτι της εθνικότητας του συνθέτη, με το ξεχωριστό ρυθμικό στοιχείο της- ο δημοφιλής πιανίστας, την απέδωσε με μιαν δομή σαφέστατη και με όλως ξεκάθαρες τις υποενότητες που την χαρακτηρίζουν. Οι μουσικές φράσεις διέθεταν εξαίρετη πλαστικότητα, ενώ η κάθε συγχορδία είχε το δικό της βάρος, διαφορετικό από αυτό της προηγούμενης ή της επόμενης.

Στα επόμενα έργα που απολαύσαμε ήταν και η Σπουδή No. 3 op. 10, γραμμένη το έτος 1829. Ο ίδιος ο Σοπέν πίστευε πως σε αυτό το κομμάτι- γνωστό και ως Tristesse ή L’ Adieu- έγραψε μία από τις ομορφότερες μελωδίες του, που αργότερα έγινε και αρκετά γνωστή λόγω των πολλών εκτελέσεων που γνώρισε παγκοσμίως. Πριν το ακροτελεύτιο Σκέρτσο, ερμηνεύθηκε η Sonata no 2, έργο 35, σε τέσσερα μέρη. Όλα αυτά τα μέρη της σονάτας, με τις επιβαλλόμενες διαφοροποιήσεις τους, δόθηκαν, μπορώ να πω, από τα έμπειρα χέρια του Άρη Γραικούση με μια μοναδική αξιολογική ποιότητα και πιστότητα. Τόσο το Grave – Doppio movimento, ένα δυνατό και χαρακτηριστικά αργό μέλος, με τον «βαρύ» και σοβαρό χαρακτήρα του, όσο και το Scherzo, το ταχύ και δυναμικό, με τον εύθυμο χαρακτήρα, ενώ το τρίτο, το Marche funèbre: Lento, από τα γνωστότερα του συνθέτη έργα, γνωστό και ως «πένθιμο εμβατήριο», αποδόθηκε με απόλυτη ευαισθησία και ενσυναίσθηση, όσο και το Finale: Presto, το «γρήγορο» και «ακροβατικό» μέρος της σονάτας.

Θαυμάσια αναδείχθηκαν και τα λοιπά έργα του ρεπερτορίου, όπως οι πολύ απαιτητικές και δεξιοτεχνικές Μπαλάντες, με τα αισθαντικά largo και τις λεπτές τους απαιτήσεις, τα γαλήνια Νυχτερινά (Nocturne) και οι χορευτικές μαζούρκες. Και η συναυλία έκλεισε με το Scherzo Νο 2, ένα απόλυτα ενδιαφέρον είδος σύνθεσης, στο οποίο ο πιανίστας αφήνεται ελεύθερος να εκφραστεί τόσο μουσικά, όσο και συναισθηματικά. Στο έργο αυτό ο Άρης Γραικούσης πορεύθηκε, συχνά, μέσα από έναν ωκεανό εξωπραγματικών ταχυτήτων, στον οποίο οι νότες σε μια λαμπερή ρυθμική αντίστιξη, ολοκάθαρες ξεχύνονταν από το κλαβιέ του πιάνου και έδιναν την αίσθηση μιας ατέρμονης πάλης του καλλιτέχνη με τη μουσική.

Με αυτήν την πάλη τέλειωσε η προχτεσινή συναυλία του Άρη Γραικούση που στόχο της είχε, προφανώς, την ανάδειξη μια άλλης όψης των πραγμάτων, διαφορετικής από τη γνώριμη και προσφέροντας, τελικά, στον ακροατή μια λαμπερή κατάληξη στο συνολικό μουσικό έργο του Φρειδερίκου Σοπέν. Και ήταν αυτό το μεγάλο κέρδος από την παρουσιαζόμενη συναυλία, όπου ακροτελεύτια η Fantaisie Impromptu (= Φαντασία-Αυτοσχεδιασμός), Op. 66, εμβληματικό κομμάτι και «encore» της βραδιάς, με τις απόλυτες ταχύτητες και την εξαιρετική ευαισθησία της, προσέφερε στο φιλόμουσο ρεθεμνιώτικο κοινό μια σπάνια ευκαιρία για συγκινησιακή υπέρβαση και έξοδο από την καθημερινότητα.

 

www.ret-anadromes.blogspot.com