16 °C Rethymno, GR
04/06/2020

ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΑΦΟΡΟΥΝ

Έργα και ημέρες του Ατσιποπουλιανού Μάρκου Αβάτζου

Χαρακτηριστικά επεισόδια από την τρικυμιώδη ζωή του

Από τις εμβληματικές μορφές του περασμένου αιώνα στο Ρέθυμνο και ο Μάρκος Αβάτζος. Θα τον συναντήσουμε σε κάθε μεγάλη στιγμή της τοπικής ιστορίας.

Για τον ήρωα έχει κάνει μια εξαιρετική παρουσίαση ο κ. Στάθης Γαγάνης, από την οποία αντλούμε στοιχεία, αλλά υπάρχουν κι άλλες πηγές που αναφέρονται σε μεμονωμένα περιστατικά, στα οποία προσμετράται το μεγαλείο του Μάρκου Αβάτζου.

Γεννήθηκε στο Ατσιπόπουλο το 1876. Από το 1895 και μέχρι το 1941, δεν απουσίασε από κανένα κάλεσμα της πατρίδας. Ακόμα και στη Μάχη της Κρήτης έλαβε μέρος κι ας ήταν ήδη 65 χρόνων και αρκετά ταλαιπωρημένος. Επί Κρητικής Πολιτείας κατετάγη στη Χωροφυλακή.

Στα γεγονότα του Θερίσου (1905), έχουμε το πρώτο δείγμα της ηφαιστειακής ιδιοσυγκρασίας του ήρωα αυτού. Αν και επικεφαλής του σταθμού Χωροφυλακής του Ασκύφου, ενός σώματος που είχε ορκιστεί πίστη στον Γεώργιο δεν δίστασε να… κλειδώσει το σταθμό και μαζί με τους Χωροφύλακές του να προσχωρήσει στο στρατόπεδο των επαναστατών. Συμμετείχε σε όλα τα πολεμικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο δυτικό Ρέθυμνο κατά τη διάρκεια του κινήματος. Γι’ αυτό το λόγο τιμωρήθηκε για λιποταξία και συνομωσία με 20 χρόνια ειρκτή. Αργότερα δόθηκε χάρη.

Κατά τη διάρκεια των βαλκανικών αγώνων, ο πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος, προβλέποντας τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν στην αστυνόμευση της Θεσσαλονίκη μετά την απελευθέρωσή της, διέταξε από τις 24 Οκτωβρίου (πριν ακόμη απελευθερωθεί η Θεσσαλονίκη) τη μεταφορά της Κρητικής Χωροφυλακής εκεί. Σταδιακά όλη η δύναμη της Κρητικής Χωροφυλακής μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε το τιτάνιο έργο της αστυνόμευσης. Εκεί ήταν και ο Αβάτζος που δοξάστηκε (όπως μας πληροφορεί η ζωντανή παράδοση) στις επιχειρήσεις εκκαθάρισης της Θεσσαλονίκης από τους Βουλγάρους κατά τη διάρκεια του 2ου Βαλκανικού πολέμου.

Πολλά τα επεισόδια στα οποία πρωταγωνιστεί

Ένα ακόμα χαριτωμένο επεισόδιο περιγράφει με ιδιαίτερη χάρη ο κ. Γαγάνης στην εργασία του:

«Στο καφενείο του Σκανταλονικολή μπαίνει μιαν απογευματινή, περί το 1930, ο καπετάν Μάρκος και βλέπει τους θαμώνες να πίνουνε τον καφέ ή τη ρακή τους και «να έχουν το πόδι τους απάνω σ’ άλλο». Ανάμεσα στους θαμώνες και ο Σπανός (Γιώργης Γαγάνης με τ’ όνομα). Δεν του άρεσε το θέαμα του καπετάν Μάρκου και διατάζει: «Όλοι κάτω το πόδι σας, μόνο εσύ (και δείχνει το Σπανό) να μην το κατεβάσεις».

Το Σπανό τον ξεχώριζε ο Μάρκος, γιατί την εποχή των Βαλκανικών αγώνων, είχε πουλήσει ένα χωράφι (στην περιοχή Τζίγκουνα), είχε αγοράσει ένα τουφέκι και πήγε εθελοντής με καμιά 25ριά Ατσιπουλιανούς στην Ήπειρο, υπό τον Αριστοτέλη Κόρακα. Μόνο ο Σπανός είχε το δικαίωμα απ’ όλους τους θαμώνες, κατά τη γνώμη του Μάρκο, «να έχει το πόδι του απάνω σ’ άλλο», να πίνει τον καφέ του και να καμαρώνει που η πατρίδα του είναι και μεγάλη και ελεύθερη.

Άκληρος και ο Σπανός και χωρίς καμιά πρόνοια από το ελληνικό κράτος στα ύστερά του.

Την παραπάνω ιστορία που αναφέρει ο κ. Γαγάνης την έχει διηγηθεί ο Ελευθέριος Νικολάου Σκανδάλης, που ήταν παρών.

Ένας επικήδειος

Ο καπετάν Μάρκος εκφωνούσε και επικήδειους. Από τους ιστορικούς ο παρακάτω που εκφώνησε στο νεκρό του οπλαρχηγού Στυλιανού Γαλερού από το Καλονύχτι. Και θεωρείται μνημειώδης επειδή με θάρρος και τόλμη βρίσκει ευκαιρία να στηλιτεύσει τα κακώς κείμενα της ελληνικής πραγματικότητας. Είχε πει συγκεκριμένα.

«Τετιμημένε νεκρέ οπλαρχηγέ Στυλιανέ Γαλερέ.

Αιφνιδίως ο χάρος σε επάλαισε και σε ενίκησε. Και ποιος τον νικά και ποιος θα τον νικήσει αυτόν; Κανείς!

Δεν ήσαν εχθροί Βούλγαροι ή Τούρκοι. Αν επάλευες κατ’ αυτών δεν τους εφοβείσο. Θα τους ενικούσες, θα τους εφόνευες, θα τους έτρεπες εις φυγήν και οπίσω των δεν θα ετηρούσαν και αψηφούσες τον χάροντα. Έτσι ηγωνίζεσο, έτσι ήσαν τα άθλα σου.

Οι αγωνιστές του νομού Ρεθύμνης καυχώνται και υπερηφανεύονται δια τους αγώνες σου, δια τα ηρωικά σου κατορθώματα. Και πού δεν είναι ακουστά τα άθλα και οι ηρωισμοί σου αείμνηστε Στυλιανέ Γαλερέ; Εις τους Κρητικούς αγώνας; Εις τους Μακεδονικούς; Εις τους Ηπειρωτικούς; Εις την Θεσσαλονίκην και αλλαχού;

Άφησες δείγματα του πατριωτισμού σου διά την νεολαίαν. Αυτά θα καυχηθείς εις τους εν τω άδη αγωνιστάς και συναγωνιστάς!!!

Πες των πως η Ελλάς ζει ελευθέρα και από την Κρήτην να πάει στην Μακεδονίαν νάρθει στην Ήπειρον κυματίζει η Ελληνική σημαία της Ελευθερίας την οποίαν ετίμησες.

Χαιρετίσματα εις τους αγωνιστάς μας, εις τον Αποστόλην Γερανιώτην, εις τον Μπίρην, τον Σιρβερήν, εις τον Λιανδρήν και τον Τσίχλην, τον Κουτσούρην, τον Σκορδίλην, εις τον Αποστόλην τον Γαλιανόν, εις εκείνον από την Αργυρούπολην τον Φασούλην, εις τον παπά Ασηγωνιώτην, εις τον Γαροφαλήν, εις πολλούς που δεν γνωρίζω εκειδά θα τους εύρεις όλους με λιβανωτά.

Κρύψε των μη των πεις τα χάλια μας και λυπηθεί η ψυχή των. Μην των είπεις πως οι αγωνισταί παραγκωνίζονται, ειπέ των πως των εμοίρασαν τας τουρκικάς περιουσίας και ζουν ανέτως και πλούσια και καλά, αυτοί εδώ και τα ορφανά και αι χήραι των αγωνιστών, και πως πεινούν, και πως δυστυχούν μην των είπεις και λυπηθεί η ψυχή των. Και έστω, ας είναι ορφανά σαν εκείνο ναι το ορφανό και εκείνη ναι την χήρα (δεικνύων του νεκρού το παιδάκι και την χήρα σύζυγόν του) είναι τέτοια ορφανά και χήραι των αγωνιστών εις το ελεύθερον κράτος και αι κρατικαί υπηρεσίαι δεν εμερίμνησαν δι’ αυτά.

Αιωνία σου η μνήμη. Γην ελαφράν».

Το ανδραγάθημα στην Αγία Σοφία

Από τα πιο εντυπωσιακά σημεία στην εργασία του κ. Στάθη Γαγάνη είναι το μεγάλο κατόρθωμα του Αβάτζου στην Αγία Σοφία στη Θεσσαλονίκη.

Πηγή του η εφημερίδα «Εμπρός» που αναφέρει: «…Οι Βούλγαροι, μόλις έβλεπον τας πρώτας απωλείας των ύψωνον λευκάς σημαίας και παρεδίδοντο. Εις την Αγίαν Σοφίαν ημύνοντο τριάκοντα βούλγαροι, προσεβλήθησαν δε μόνον υπό 15 Κρητών Χωροφυλάκων και πέντε ευζώνων. Το μεσονύκτιον μέρος της φρουράς παρεδώθη. Ελληνική δύναμις κατέλαβε τον περίβολον και ήρξατο πυροβολούσα κατά των παραθύρων. Καταφθάνει τότε μικρά ενίσχυσις χωροφυλάκων των μετόπισθεν. Οι Βούλγαροι προετοιμάσαντες ρήγμα επιχείρησαν έφοδον αιφνιδίαν. Οι Κρήτες και οι εύζωνοι αντεπεξήλθον δια των λογχών καταλαβόντες τον ναόν του Ιουστινιανού οριστικώς περί την δευτέραν μεταμεσονύκτιον ώραν…».

Η εφημερίδα «Μακεδονία» (19/6/1913) για το ίδιο θέμα, αναφέρει: «…Εντός του ναού της Αγίας Σοφίας ήταν οχυρωμένοι 26 Βούλγαροι στρατιώται οι οποίοι ημύνοντο υπό τας οπάς του υψηλού μιναρέ του ναού τούτου και των παραθύρων, αλλ’ ότε κατώρθωσαν εκ του ανατολικού μέρους του ναού να εισέλθουν εντός του περιβόλου Κρήτες Χωροφύλακες, οι Βούλγαροι εκλείσθησαν εντός του ναού οπότε κατά την 10ην περίπου φονευθέντων υπό των ημετέρων εκ των παραθύρων τινών εξ αυτών ήρχισαν να παραδίδωνται…».

Τα ίδια περίπου αναφέρει και η εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ». Αλλά ούτε η ιστορία του Ελληνικού έθνους της εκδοτικής Αθηνών, ούτε η ιστορία των βαλκανικών αγώνων της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού αναφέρουν το όνομα Αβάτζος. Κι ας ήταν ο πρωταγωνιστής.

Τέλη Δεκεμβρίου 2009, ενώ ο κ. Γαγάνης έψαχνε στο διαδίκτυο για τον επίσκοπο Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, μπήκε σε προπαγανδιστική κατά της Ελλάδας Βουλγαρική σελίδα και διάβασε τα παρακάτω:

Την 24η Οκτωβρίου 1912, με διαταγή του Βενιζέλου, μονάδες της Κρητικής χωροφυλακής (Cretan Gendarmerie) μεταφέρθηκαν εσπευσμένα από τα Χανιά στην Θεσσαλονίκη με το ατμόπλοιο Αρκαδία. Η μονάδα αποτελείτο από 150 χωροφύλακες που διοικούντο από 6 αξιωματικούς. Τις επόμενες εβδομάδες μεταφέρθηκε στην Θεσσαλονίκη το σύνολον σχεδόν της Κρητικής χωροφυλακής (2.500 άνδρες) που περιλάμβανε και εφέδρους.

Οι περισσότεροι Κρήτες χωροφύλακες παρέμειναν μόνιμα στην Μακεδονία και ενσωματώθηκαν στην ελληνική χωροφυλακή διατηρώντας την χαρακτηριστική τους στολή. Με τα χρόνια οι «Τζανταρμάδες«, όπως αποκλήθηκαν, απέκτησαν φήμη καταπιεστών σε βάρος του γηγενούς Βουλγαρικού πληθυσμού της Μακεδονίας. Σχεδόν όλοι ήσαν πρώην ορεσείβιοι ληστοσυμμορίτες και κατάδικοι που αμνηστεύθηκαν από τον Βενιζέλο.

Η παράξενη Ελληνοβουλγαρική συγκυριαρχία στη Θεσσαλονίκη, κράτησε οκτώ ολόκληρους μήνες. Στις 17 Ιουνίου 1913 ξέσπασαν οι πρώτες αψιμαχίες μεταξύ Βουλγαρικού στρατού και μικρού Ελληνικού προγεφυρώματος στην Νιγρίτα Σερρών. Ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος.

Το μεσημέρι της 17ης Ιουνίου ο Βούλγαρος στρατηγός Χεζαψίεφ αναχώρησε από τον σιδηροδρομικό σταθμό έπειτα από άκαρπες συνομιλίες. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο Έλληνας στρατηγός Κάλαρης διεβίβασε το εξής τελεσίγραφο στον λοχαγό Λαζάρωφ, υποδιοικητή του Βουλγαρικού στρατού που στάθμευε στην Θεσσαλονίκη:

«Επειδή ο Βουλγαρικός στρατός εξαπέλυσε εχθροπραξίες κατά ημετέρων μονάδων, έχω την τιμή να σας ζητήσω να εγκαταλείψετε την πόλη εντός μίας ώρας από λήψης της παρούσας. Ο οπλισμός σας οφείλει να παραδοθή στους ημέτερους αξιωματικούς με εξαίρεση τα ξίφη των αξιωματικών . Η μεταφορά σας θα γίνει σιδηροδρομικώς με πλήρη ασφάλεια πέραν της γραμμής μετώπου. Μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας υποχρεούμαι μετά λύπης να θεωρήσω τις μονάδες σας ως εχθρικές».

Όπως αναμενόταν, οι Βουλγαρικές δυνάμεις αγνόησαν το τελεσίγραφο και πήραν θέση μάχης. Η επίθεση των Ελληνικών δυνάμεων εξαπολύθηκε το απόγευμα της ίδιας ημέρας και κράτησε μέχρι το πρωί της επόμενης 18ης Ιουνίου 1913.

Η επιχείρηση ανατέθηκε αρχικά στην Κρητική χωροφυλακή που επιφορτίσθηκε με την εξουδετέρωση των μικρών Βουλγαρικών τμημάτων που ήσαν διάσπαρτα στην πόλη. Η 2η Μεραρχία ανέλαβε την εκκαθάριση των μεγαλύτερων μονάδων του Βουλγαρικού στρατού.

Τα Βουλγαρικά στρατιωτικά τμήματα συνολικής δύναμης 2.500 ανδρών υπό τον λοχαγό Lazarov, είχαν στρατωνισθή σε δεκάδες σημεία της πόλης. Μεταξύ των στρατιωτών υπήρχαν και πολιτοφύλακες του σώματος εθελοντών Ροδόπης τους οποίους οι Έλληνες θεωρούσαν «κομιτατζήδες». Το Βουλγαρικό αρχηγείο εγκαταστάθηκε σε μεγάλο κτίριο που ανήκε στον Εβραίο τραπεζίτη Samouel Mouson.

Ισχυρά Βουλγαρικά αποσπάσματα υπήρχαν στο τζαμί της Αγίας Σοφίας, στο τζαμί Ροτόντα, στο μέγαρο Δημοσίων υπαλλήλων, στο Τουρκικό σχολείο της οδού Κασσάνδρου, στην Ιωαννίδιο Σχολή, στο Βουλγαρικό προξενείο, στην Βουλγαρική τράπεζα και στο ταχυδρομείο που βρισκόταν στο ισόγειο του ξενοδοχείου Grand Hotel ιδιοκτησίας του Βούλγαρου πολιτευτή Karabelev (Karabelev) από την Πλέβνα. Μικρότερα Βουλγαρικά αποσπάσματα υπήρχαν στον σιδηροδρομικό σταθμό καθώς και σε αρκετά κτίρια της οδού Χαμιντιέ (σημερινή οδός Εθνικής Αμύνης).

Το απόγευμα της 17ης Ιουνίου 1913 στρατιώτες και Κρητικοί χωροφύλακες περικύκλωσαν το μέγαρο Δημοσίων υπαλλήλων και άρχισαν να πυροβολούν από τα γύρο κτίρια. Οι Βούλγαροι ανταπέδωσαν τα πυρά, ωστόσο μετά από μερικές ώρες αναγκάσθηκαν να παραδοθούν επειδή εξαντλήθηκαν τα πυρομαχικά τους. Το ίδιο συνέβη και στα υπόλοιπα κτίρια της οδού Χαμιντιέ στα οποία μετά από πολύωρη μάχη υψώθηκε η λευκή σημαία της παράδοσης.

Στο Τουρκικό σχολείο Ticaret Mectebi που βρισκόταν στην οδό Κασσάνδρου καθώς και στο Βουλγαρικό προξενείο είχαν οχυρωθή 100 περίπου Βούλγαροι πολιτοφύλακες. Το απόγευμα της 17ης Ιουνίου μία ομάδα χωροφυλάκων υπό τον υπενοματάρχη Εμμανουήλ Τσάκωνα, περικύκλωσαν το κτίριο και κάλεσαν τους Βούλγαρους να παραδοθούν. Όταν εκείνοι αρνήθηκαν ξέσπασε μάχη που κράτησε μέχρι τα ξημερώματα. Η παράδοση ήταν αναπόφευκτη μετά την εξάντληση των πυρομαχικών.

Οι Βούλγαροι που βρίσκοντο οχυρωμένοι στο ταχυδρομείο και την Βουλγαρική τράπεζα στο ξενοδοχείο Grant Hotel αντιμετώπισαν μονάδες του τακτικού ελληνικού στρατού υπό τον υπολοχαγό Χατζηϊωάννου. Μετά από πολύωρη αντίσταση κατέθεσαν τα όπλα.

Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η μάχη στον ναό της Αγίας Σοφίας στο κέντρο της πόλης. Ισχυρή μονάδα της Κρητικής χωροφυλακής υπό τον υπενοματάρχη Αβάτζο κύκλωσαν την εκκλησία που είχε μετατραπεί σε τζαμί. Κάποια στιγμή υψώθηκε σημαία παράδοσης καθώς όμως οι χωροφύλακες πλησίασαν δέχθηκαν πυρά με αποτέλεσμα τον τραυματισμό δύο εξ αυτών.

Ακολούθησε έφοδος των χωροφυλάκων με εφ’ όπλου λόγχη. Αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν ότι σημειώθηκαν επί τόπου εκτελέσεις δεκάδων Βούλγαρων με λογχισμό ακόμα και μετά την παράδοσή τους.

Στον Ρωμαϊκό ναό της Ροτόντα που είχε μετατραπεί σε Μουσουλμανικό τέμενος, οι έλληνες στρατιώτες πυροβολούσαν επί ώρες από τις στέγες των γύρο κτιρίων εναντίον των Βουλγάρων που είχαν στρατοπεδεύσει σε σκηνές στον περίβολο του μνημείου. Η μάχη τερματίσθηκε τις πρωινές ώρες με την παράδοση του μικρού Βουλγαρικού αποσπάσματος.

Συνολικά 1.300 Βούλγαροι στρατιώτες και πολιτοφύλακες αιχμαλωτίσθηκαν στην διάρκεια των μαχών που κράτησαν μέχρι τις πρωινές ώρες της 18ης Ιουνίου 1913. Ανάμεσά τους υπήρχαν και 17 αξιωματικοί. Οι απώλειες των συγκρούσεων σε νεκρούς ήσαν 100 Βούλγαροι και 40 Ελληνες. Περίπου 1.000 Βούλγαροι στρατιώτες διέφυγαν προς τις Βουλγαρικές οχυρώσεις της περιοχής Λαχανά. Τις επόμενες ημέρες οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν με ατμόπλοια σε φυλακές της Ελλάδας όπου παρέμειναν κρατούμενοι μέχρι το τέλος του πολέμου κάτω από απάνθρωπες συνθήκες.

Για τον καπετάν Αβάτζο θα κάνουμε αφιέρωμα και σε επόμενες μέρες που θα ξυπνά μνήμες η επέτειος της Μάχης της Κρήτης Και αρκετές ακόμα φορές θα αναφερθούμε στο λάτρη αυτό του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Μας έκανε μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι ο ήρωας Γιώργος Ι. Λιονής πήγε στον Αβάτζο να πάρει ευχή όταν έφευγε για το μέτωπο το 1940. Κι εκείνος λέει του έδωσε ένα φυλαχτό που τον προστάτευσε αρκετές φορές όταν έβλεπε το χάρο με τα μάτια του.

Ο σπουδαίος αυτός άνθρωπος απομονώθηκε στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Κανένας δεν έμαθε ποτέ το γιατί. Σημασία έχει πως ο Μάρκος Αβάτζος τίμησε το Ατσιπόπουλο που γεννήθηκε και την ιστορία του. Έγινε ένας ακόμα από αυτούς τους πολυσήμαντους που αποτελούν καύχημα για τον τόπο. Κι έτσι τον τιμάμε οι μεταγενέστεροι.

 

ΠΗΓΕΣ:

Στάθη Γαγάνη: Μάρκος Αβάτζος (Άγονη Γραμμή)

Εύας Λαδιά: Όταν ο καπετάν Αβάτζος αποχαιρετούσε τον συναγωνιστή του Στυλιανό Γαλερό.

Γιώργη Εκκεκάκη: Τιμημένοι Ρεθεμνιώτες και λησμονημένοι.