15 °C Rethymno, GR
09/04/2020

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Αιμίλιου Γάσπαρη «Συνθέσεις Ρόδων»

Της ΕΛΕΝΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑ*

Οι «Συνθέσεις Ρόδων» του Αιμίλιου Γάσπαρη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δ. Σωτηρόπουλος, είναι ένα δώρο υψηλής αισθητικής και πολιτισμικής αξίας. Και έχει αξία γιατί παραπέμπει σε εκείνο το πολύτιμο τετράδιο που μερικοί ή ίσως πολλοί από εμάς, σε νεότερη ηλικία, φυλάγαμε σαν κόρη οφθαλμού, μακριά από ξένα βλέμματα και ανοίκεια χέρια. Το προσωπικό μας ημερολόγιο που οι σελίδες του χωρούσαν τις πιο βαθιές ευαισθησίες μας και προστάτευαν ανείπωτες σκέψεις.

Οι «Συνθέσεις Ρόδων» είναι, ένα βιβλίο – προσωπικό ημερολόγιο που αποτελείται από 6 ενότητες. Σ’ αυτές ο συγγραφέας κατά τη διάρκεια μιας περιόδου, οι απαρχές της οποίας τοποθετούνται χρονικά στα τέλη της δεκαετίας του 70, καταγράφει τις εμπειρίες του στον τόπο όπου υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία και την Δημόσια εκπαίδευση μετά, την αγαπημένη του Ρόδο.

Οι «Συνθέσεις Ρόδων» είναι ένα βιβλίο όπου καταρρίπτονται τα σύνορα μεταξύ πεζού και ποιητικού λόγου. Όχι μόνο γιατί ο συγγραφέας παρουσιάζει και τα δύο λογοτεχνικά είδη στον αναγνώστη χωρίς ουσιαστικό διαχωριστικό όριο ανάμεσά τους, αλλά κυρίως γιατί συγγράφει σύντομα πεζά κείμενα που, καθώς ξεχειλίζουν από ευαισθησία και συναισθήματα, μοιάζουν με ποιήματα και στίχους που δεν εγκλωβίζονται σε παραδοσιακές φόρμες ούτε εκτελούν πάντα γραμμική διαδρομή. Κινούνται ελεύθερα όπως ελεύθερα κυλά το νερό της βροχής που ποτίζει συχνά τις λέξεις του συγγραφέα δείχνοντας το δρόμο προς τη λυτρωτική κάθαρση.

Σαιξπηρική σοφία διαπνέει το έργο του Αιμίλιου Γάσπαρη, στο βαθμό που ο συγγραφέας, με εφαλτήριο το εξωτερικό γεγονός, την ιδιωτική εμπειρία, τις αντιθέσεις και τις ομοιότητες που αναπτύσσονται γύρω του, θίγει ζητήματα δημόσιου και φιλοσοφικού χαρακτήρα. Και όπως ο Πρόσπερο, ο Κάλιμπαν, ο Άμλετ, όλοι τους χαρακτήρες της Σαιξπηρικής σκηνής, έτσι και ο Αιμίλιος Γάσπαρης διατυπώνει έναν ουσιώδη, συγκλονιστικό μονόλογο, όπου περιγράφει, καταγράφει, αναρωτιέται, στοχάζεται, νοσταλγεί, καταγγέλλει, προβληματίζεται και προβληματίζει τον αναγνώστη του για όλα αυτά που πληγώνουν τα μάτια και την ψυχή. «Ο Πάγκος πήρε τη θέση του στο σπίτι μου. Πολλές φορές τα χέρια μου χάιδευαν την επιφάνεια του ξύλου με τα υπέροχα νερά, τις φλέβες το ζεστό ανοιχτό καφέ χρώμα», έτσι περιγράφει ένα παραδοσιακό ροδίτικο έπιπλο, τον πάγκο, τον οποίο όπως ομολογεί «θεωρεί εξαιρετικό δημιούργημα». Και καθώς ο συγγραφέας παραμερίζει με σεβασμό τη σκόνη από την παράδοση για να την διατηρήσει ζωντανή βλέπει έναν κόσμο γύρω του να τρέχει να την κρύψει και να κρυφτεί μακριά της. «Κι αν έμενε κάποιος που δεν τον ήθελαν» γράφει αναφερόμενος στο ίδιο έπιπλο «θα ήταν άχρηστος πια σπασμένος και σαπισμένος στο χωράφι». Και λίγο πιο κάτω η πληγωμένη ματιά του στέκει σε ένα Τούρκικο σπίτι με τη στέγη βαμμένη στο κόκκινο χρώμα του θανάτου. Σύντομα θα αφήσει και αυτό την τελευταία του πνοή, για χάρη μιας σύγχρονης αρχιτεκτονικής πρότασης, φέρνοντας τη λήθη και τυλίγοντας τις επόμενες γενιές στην άγνοια για αυτά «που έζησαν εκεί, αγάπησαν και αγαπήθηκαν μαζί του». Μα και στο Μουσείο της Ρόδου ακούει τη φωνή μιας τουρίστριας «δικιάς μας» να λέει απαξιωτικά και μας το μεταφέρει με θλίψη και προβληματισμό: « Άντε πάμε να φύγουμε, πάμε σε καμιά καφετέρια να φάμε και να πιούμε».

Και όσο η απόσταση από την παράδοση μεγαλώνει, τόσο μικραίνει η απόσταση που χωρίζει τα πολυώροφα σπίτια. «Τώρα οι σκιές στους δρόμους είναι από τσιμέντο από τους ορόφους των πολυκατοικιών που ομοιόμορφα μας κλείνουν, μας φυλακίζουν στη γοητεία του τσιμέντου, που μας φέρνουν τόσο κοντά και τόσο μακριά» μονολογεί. Η μεταμόρφωση του τόπου δεν θα μπορούσε να αφήσει αλώβητο τον δημιουργό του, τον άνθρωπο. Ξένα πια τα βλέμματα των αλλοτινών φίλων. Πήραν άλλα ονόματα. Οι αρχηγοί των αγώνων έγιναν αρχηγοί σε περίοπτες θέσεις και οι χρυσές πένες που συμπληρώνουν την ακριβή διακόσμηση των γραφείων τους υπογράφουν πάντα την τελευταία λέξη σε αδιαφανείς συμφωνίες προσωπικών συμφερόντων.

Και καθώς τα παλιά όνειρα πεθαίνουν μαζί με τις αυλές με τις βουκαμβίλιες και τα γιασεμιά, άλλα αρχίζουν να ζουν στα μάτια των ποιητικών αντικειμένων, στα μάτια του Έρωτα. Στα μάτια της αγαπημένης που περιμένει να φέρει στον κόσμο μια νέα ζωή που όλα θα τ’ αλλάξει, στα μάτια της Ασκληπίνας με το σφιχτοδεμένο μαντήλι στο κεφάλι, καθώς χτίζει στο ορεινό αυτό χωριό με τα ροζιασμένα χέρια της τη στέγη ενός καλυβόσπιτου. Στα βαμμένα μάτια της Κατίνας με τα κόκκινα χείλη, που «περιεργάζεται κάθε αντρική ύλη δίπλα της». Πεδίο σύγκλισης του φυσικού και μεταφυσικού στοιχείου το κορμί της, «μια Μάγισσα του Νωτιαίου Μυελού», που μεταλαβαίνει και διαβάζει τον καφέ, που τάζει τάματα στην Αγία Δωροθέα με αντάλλαγμα μια θέση εργασίας. Και είναι και εκείνο το κορίτσι του φούρνου, τόσο σιωπηλό, τόσο αινιγματικό. «Στους ξένους δεν χάρισε μια σταγόνα από χαμόγελο» γράφει. Τόσο διαφορετικό από την αγοραία, μεθυσμένη γυναίκα που γελά σε όλους τους άντρες αλλά και τόσο ίδιο όταν μοιράζονται και οι δύο τον ίδιο άρτο της μοναξιάς.

Εκεί που όχι μόνο ο Φτερωτός αλλά και ο Αληθινός Θεός πεθαίνει για να γεννηθεί ξανά με άλλο όνομα, όταν ο βυζαντινός ναός γίνεται καθολικό μοναστήρι και το καθολικό μοναστήρι τζαμί, μόνο η πέτρα διατηρείται αιώνια. Το πέτρινο άγαλμα της Θεάς των Ρόδων, της Αφροδίτης της Θάλασσας, που υμνείται από τον ποιητή με τρόπο αριστουργηματικό να στέκει εκεί, για πάντα Αιδουμένη να θυμίζει τη δική μας ασημαντότητα μπροστά στην αιώνια μαρμάρινη ομορφιά. Την ασημαντότητα που μας «κάνει να φεύγουμε με μια τρικυμία στα χείλη» λέει ο Αιμίλιος Γάσπαρης και συγκλονίζει.

Σε ένα περιβάλλον όπου το καινούργιο απαιτεί επιτακτικά να αντικαταστήσει το παλιό, εκεί όπου ο οξυκόρυφος μιναρές και η στέγη της Βασιλικής συναντιούνται καθημερινά στο δρόμο τους για τον Παράδεισο, εκεί όπου τα πολυτελή ξενοδοχεία συνυπάρχουν με τις τρώγλες, εκεί στον ίδιο τόπο κυριαρχεί μια ομοιογένεια. Είναι εκεί που οι νεοσύλλεκτοι «γυμνοί αρχίζουν και βουτάνε στη λάσπη σαν γουρούνια και η λάσπη ξεραίνεται στο σώμα και την ψυχή». Είναι εκεί που οι άντρες εκτελούν καθημερινά τις ίδιες ασκήσεις ακριβείας, είναι εκεί που στρατιώτες ενεργούν έτσι όπως επιβάλλει το πρόσταγμα του λοχία με τα σπυριά στα μούτρα. Είναι εκεί που ακόμα και τα πουλιά που πετούν ελεύθερα στον ουρανό απορούν για με την ομοιότητα των ανθρώπων. ΙΔΙΟΙ ΜΕ ΚΛΩΣΟΠΟΥΛΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ που τα περιγελούν. Σε αυτόν τόπο όπου οι άντρες στοιχίζονται, ο ποιητής στοιχίζει τις σκέψεις του και τότε η ποίησή του μοιάζει με κραυγή σε στιγμή απελπισίας. «Είναι φορές που θέλω να φύγω» ξεσπά. Μα η φωνή του πνίγεται από τη φωνή του Φίλιππου Νικολάου που παίζει στο ραδιόφωνο.

Και όταν στη σκέψη του καρφώνεται η φυγή, η τέχνη γίνεται το καταφύγιο που τον προστατεύει. Η τέχνη για μια άδεια εξόδου, η τέχνη ζεστασιά τις νύχτες της μοναξιάς του, όταν η βροχή μαστιγώνει τα τζάμια στο κρύο χωρίς σόμπα φυλάκιο, η τέχνη ασπίδα άμυνας στην απέραντη θλίψη του όταν ο Αμιλής και ο άλλος σύντροφος στον στρατό γίνονται άγγελοι πριν καλά- καλά τελειώσουν τη κουβέντα τους για μια Κούλα. Και ας είναι και η τέχνη, όπως εκείνος, στρατευμένη. Και ας χρησιμοποιείται ως μέσο ικανοποίησης προσωπικών φιλοδοξιών υψηλόβαθμων στελεχών. Και ας σωπαίνει. Και ας μη μιλά για ό,τι πραγματικά πονά. «Τι ζητούμε από την ποίηση. Από τη στράτευση σε ένα χιτώνιο. Σε έναν κύκλο αδιάφθορων διαδρομών. Όμως στις λέξεις μάς διαφεύγει η λέρα και η βρώμα που αναδίδουν όταν είναι γραμμένες στα δημόσια αποχωρητήρια» γράφει.

Δεν είναι δυνατόν σ’ ένα σύντομο κείμενο οι λίγες σκέψεις αυτές για το βιβλίο «Συνθέσεις Ρόδων» να αποτυπώσουν τον πνευματικό πλούτο που έχει ο συγγραφέας του. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος που συνοδεύεται παράλληλα με το αστείρευτο γλωσσικό του απόθεμα με σχέδια και εικόνες που αφορούν το νησί της Ρόδου και θέματα σχετικά με τη στρατιωτική θητεία. Ο εικαστικός Αιμίλιος Γάσπαρης ζωγραφίζει με τις λέξεις και απελευθερώνει πολλαπλές αναπαραστάσεις του τόπου και των ανθρώπων του. Άλλοτε τρυφερός, ερωτικός, αναδεικνύει τοπία τυλιγμένα στα απαλά ρόδινα και ασημένια πέπλα της αυγής και ανθρώπους που στα μάτια τους καθρεπτίζονται όλου του κόσμου τα πεύκα και άλλες φορές καυστικός, καταγγελτικός, με τις λέξεις του να μοιάζουν με έντονες πινελιές σε εξπρεσιονιστικό πίνακα ζωγραφικής και τα ποιητικά του αντικείμενα να έχουν δραπετεύσει από τους μαύρους πίνακες του Γκόγια, ξεγυμνωμένα από κάθε είδους κοσμητικό στοιχείο. Γριές με πράσινα μαλλιά και σουβλερά νύχια να σχίζουν αντρικές συνειδήσεις.

Ο πλούτος του είναι γνωστικός όταν ο φιλόλογος Αιμίλιος Γάσπαρης, στις περιπλανήσεις του στην πανέμορφη Ρόδο, στο Λόφο του Μόντε Σμιθ, στην Πόρτα Μαρίνα, στο Νοσοκομείο των Ιπποτών, στο Ιστορικό Κέντρο, επικοινωνεί με γενναιοδωρία τις ανεκτίμητες γνώσεις του για τον τόπο και την Ιστορία του. Ο πλούτος του είναι συναισθηματικός όταν ο ποιητής Αιμίλιος Γάσπαρης ξεδιπλώνει τις ευαισθησίες του και ακουμπά λεπτές χορδές του αναγνώστη του κάνοντάς τες να πάλλονται. Αλλά κυρίως ο πλούτος του είναι μεταγνωστικός όταν κεντρίζει τις αντίστοιχες δεξιότητες του μελετητή του και τον οδηγεί στον αναστοχασμό έως ότου φτάσει και εκείνος στην δική του προσωπική κάθαρση.

Τα κρίσιμα θέματα που συζητά στις «Συνθέσεις Ρόδων», όπως ο εκσυγχρονισμός, η αλλοτρίωση του ανθρώπου και του τόπου του, η μοναξιά, η αποξένωση, ο έρωτας, η καταστολή της προσωπικής έκφρασης αλλά και η γεύση του θανάτου που φέρνει πάντα μια τρικυμία στα χείλη και η οποία μοιάζει να είναι η μοναδική βεβαιότητα σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα γεμάτος έντονες αντιθέσεις, δεν είναι τα στοιχεία που συνθέτουν την πλουραλιστική ταυτότητα μόνο ενός τόπου κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, ακόμα και αν κάτω από αυτές τις συνθήκες αποτέλεσαν το σημείο της έμπνευσης του συγγραφέα. Είναι κρίσιμα ζητήματα που ξεπερνούν τα όρια του χρόνου και του τόπου. Και οι «Συνθέσεις Ρόδων» είναι καθρέφτης τόπων και ανθρώπων. Τόπων άχρονων και ανθρώπων διαχρονικών. Και το γεγονός αυτό ενισχύει ακόμα περισσότερο την αρχική μας πεποίθηση. Το μελάνι της πένας του Αιμίλιου Γάσπαρη έχει χρώμα Σαιξπηρικό.

 

* Η Ελένη Ζαχαρία, είναι καθηγήτρια Αγγλικών