27 °C Rethymno, GR
02/08/2021

Αλήθεια, πόσο Ευρωπαίοι είμαστε οι Έλληνες;

Είδαμε στα προηγούμενα Σημειώματα ότι οι Δυτικοί Ευρωπαϊκοί λαοί πέρασαν τη φάση της απολυταρχικής διακυβέρνησης, εδημιούργησαν τις σύγχρονες Δημοκρατίες με νόμους και κανόνες που τηρούνται αυστηρά και έθεσαν ως κεντρικό στόχο του κράτους το Κοινό Καλό, το οποίο επιδιώκουν με γενικό εργαλείο την Επιστήμη και ειδικότερα την Τεχνολογία. Οι Βασικές Αρχές τους είναι:

  1. Σεβασμός προς το κράτος και άκρα προστασία των συμφερόντων του.
  2. Διαρκής αναζήτηση καινοτόμων παραγωγικών πρωτοβουλιών.
  3. Φειδωλή διαχείριση των πόρων και των εσόδων, καμιά σπατάλη.
  4. Σεβασμός και άκρα προστασία του Περιβάλλοντος.

Η πιο πρόσφατη καταδίκη δυτικού αξιωματούχου, μέσα σε μια σειρά περιπτώσεων, είναι αυτή του π. πρωθυπουργού της Γαλλίας Φιγιόν σε πενταετή φυλάκιση για οικονομικούς λόγους.

Με τις αρχές αυτές οι Δυτικοί λαοί πλουτίζουν και ευημερούν.

Είδαμε επίσης τι συμβαίνει στο Ρέθυμνο, που είναι μικρογραφία της Ελλάδας, και ξέρουμε άλλωστε από την καθημερινότητά μας. Στη χώρα μας ισχύουν, στην πλειοψηφία των πολιτών, άλλες Βασικές Αρχές αντίστοιχες προς τις Ευρωπαϊκές:

  1. Το κράτος είναι αντίπαλος, τον οποίο εξαπατούμε και κλέβουμε όταν και όσο μπορούμε, αλλά του ζητούμε να μας τρέφει, ει δυνατόν χωρίς να προσφέρουμε τίποτε εμείς.
  2. Οι καινοτομίες, όσο παραγωγικές και αν είναι, αν δεν συμφέρουν το Κόμμα ή εμάς προσωπικά, είναι απαράδεκτες και καταπολεμούνται. Δεν θέλουμε να αλλάξει τίποτε.
  3. Η διαχείριση των πόρων και των κρατικών κεφαλαίων γίνεται φαινομενικά μεν με στόχο το Κοινό Καλό, στην ουσία όμως για το καλό του Κόμματος και των οπαδών του.
  4. Το Περιβάλλον είναι ότι ήταν για τους ανθρώπους των σπηλαίων, αντικείμενο καταλήστεψης: Το λεηλατούμε και το ρυπαίνομε και μετά το πυρπολούμε και διαλύομε τα οικοσυστήματα της θάλασσας με τις τράτες.

Είναι φανερό ότι οι Βασικές Αρχές μας, το πρακτικό αξιακό μας σύστημα, είναι άντικρυς αντίθετο προς το ευρωπαϊκό. Χρησιμοποιούμε ευρωπαϊκούς όρους στο ντύσιμο και το φαγητό μας, τρώμε ευρωπαϊκή κουζίνα, αγοράζομε γερμανικά, γαλλικά, αγγλικά, αμερικανικά κλπ. μηχανήματα και συσκευές, ακούμε αμερικανική μουσική και στολιζόμαστε με ευρωπαϊκά ρούχα και καλλυντικά, αλλά αρκούν αυτά άραγε για να μας κάμουν Ευρωπαίους; Μήπως αυτά είναι η επιφάνεια και όχι η ουσία της Ευρωπαϊκότητας; Η Ευρωπαϊκότητά μας μοιάζει με ψευδαίσθηση, με αυταπάτη, ευχάριστη όπως όλες οι αυταπάτες. Όσο κι αν δεν θέλομε να το παραδεχτούμε, φαίνεται ότι τυπικά μόνο είμαστε Ευρωπαίοι. Το αξιακό μας σύστημα, η λειτουργία των επί μέρους ατόμων και συνολικά του κράτους και της κοινωνίας μας δεν είναι ευρωπαϊκή, προσιδιάζει περισσότερο προς ασιατικά, ανατολίτικα, πρότυπα. Ο πάντοτε διορατικός Καβάφης το είδε πολύ νωρίς κι έγραψε για μας: «με αγάπες και με συγκινήσεις της Ασίας».

Το ίδιο, χωρίς ποιητικές διατυπώσεις, επισημαίνουν και σύγχρονοι Έλληνες διανοητές. Ο Στάθης Καλύβας, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Yale, γράφει: Η Ελλάδα δεν ανήκει ούτε στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, (….) αλλά ούτε και στις λεγόμενες «μετα – αποικιακές χώρες» (….), βρίσκεται σ’ ένα μεταίχμιο», («Καταστροφές και θρίαμβοι», σελ. 18). Άλλοι χαρακτηρίζουν την Ελλάδα «παρασιτική απόφυση της Δύσης», (Γ. Καραμπελιάς, «Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ», σελ. 120).

Εξ άλλου το βλέπουν και το ξέρουν και οι Δυτικοί. Ο διαπρεπής διανοητής S. Huntington χαρακτηρίζει την Ελλάδα «μη Δυτική Χώρα, η οποία δεν αποτελεί μέρος του Δυτικού Πολιτισμού»…. «Δεν υπήρξε ποτέ εύκολο μέλος ούτε για την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά ούτε και για το ΝΑΤΟ και δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στις αρχές και τα ήθη και των δύο», («Η Σύγκρουση των Πολιτισμών και ο Ανασχηματισμός της Παγκόσμιας Τάξης», σελ. 185).

Και ο ομολογημένος φίλος της Ελλάδας Ζισκάρ ντ’ Εστέν παρατήρησε (2012): «Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, ήταν σφάλμα που έγινε δεκτή η Ελλάδα στην Ευρώπη. Η Ελλάδα απλούστατα δεν ήταν έτοιμη. Πρόκειται κατά βάση για μια ανατολίτικη χώρα», ό.α.

Και άλλοι πολλοί υποστηρίζουν το ίδιο.

Οι συνέπειες αυτής της αναποτελεσματικής λειτουργίας της κοινωνίας μας είναι ήδη έκδηλες σε όποιο τομέα της ζωής και αν στρέψομε ένα κριτικό βλέμμα, αν βέβαια θέλομε να δούμε τα πράγματα στις φυσικές τους διαστάσεις και όχι όπως φανταζόμαστε ότι είναι ή όπως θα θέλαμε να είναι. Είναι ευδιάκριτη μια ατμόσφαιρα χαλάρωσης των λειτουργικών μηχανισμών του κράτους, ιδιαίτερα στην πολυδιάσπαση του πολιτικού κόσμου. Όλοι θέλουν να γίνουν πρωθυπουργοί ή έστω ρυθμιστές των πραγμάτων.

Για παράδειγμα, η συλλογική πραγματικότητά μας δεν παρουσιάζει εξισορρόπηση των αντιθέσεων και συμβιβαστικές λύσεις, με την υπαγωγή τους σε πάγιους κανόνες που αποβλέπουν στο Κοινό Καλό και σημαίνουν κοινωνική ωριμότητα και κατίσχυση ουσιαστικής δημοκρατικής αντίληψης, αλλά αντίθετα κυριαρχείται από ενεργές αντιφάσεις και αγεφύρωτες συγκρούσεις. Οι αντιφάσεις αυτές συνιστούν δυσεπίλυτο πρόβλημα κάθε φορά που απαιτείται η γεφύρωσή τους για την προώθηση ενός σχεδιασμού που αποβλέπει στο Κοινό Καλό. Συχνά η εκάστοτε Αντιπολίτευση λέει: «Όταν θα γίνουμε Κυβέρνηση, θα ακυρώσουμε την Απόφαση αυτή της σημερινής Κυβέρνησης». Και το κάνει.

Μια καίρια αντίφαση της Ελληνικής πραγματικότητας είναι η εξής: Από τη μια μεριά κυριαρχεί ένας κοινωνικός Συβαριτισμός, ένας Επικούρειος ηδονισμός με κεντρικό στόχο «Να περνούμε πολύ καλά» ακόμη και με πολυτέλεια, και από την άλλη χρωστούμε στη Δύση τα μαλλιοκέφαλά μας και ξεπουλούμε τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, τις Τράπεζες, τους Δημόσιους Οργανισμούς κλπ., γενικά τη δημόσια περιουσία μας, για κάποια μείωση του τεράστιου δημόσιου χρέους μας. Παράγουμε ελάχιστα και καταναλώνουμε τα πάντα, εισάγοντας όλα τα υπόλοιπα, αλλά δεν πειράζει, αρκεί «να περνούμε πολύ καλά», οι περισσότεροι τουλάχιστον. Δεν απέχομε πολύ από τον αρχαίο Συβαρίτη που παραπονέθηκε ότι εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε καλά, γιατί ένα ροδοπέταλο στο κρεβάτι του είχε διπλωθεί στα δυο και τον πλήγωνε στα πλευρά.

Αλλά με ποια οικονομική βάση «περνούμε τόσο καλά» και οι βιτρίνες των καταστημάτων είναι φορτωμένες πολυτελή εισαγόμενα είδη;

Το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών κατά τα δέκα πρώτα χρόνια οικονομικής κρίσης, ενδεικτικά, έχει ως εξής, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος:

Έτος                       Εισαγωγές σε δισ. ευρώ          Εξαγωγές σε δισ. ευρώ             Διαφορά

2007                            58,9                                          17,4                                              -41,5

2008                            63,8                                          19,8                                             -44,0

2009                            46                                             15,3                                              -30,7

2010                            45,3                                          17                                                 -28,3

2011                            47,4                                          20,2                                             -27,2

2012                            48,1                                          27,147                                         -20,953

2013                            47,6                                          26,895                                       -20,705

2014                            49                                             26,788                                       -22,212

2015                            42,4                                          24,805                                       -17,595

2016                            42,5                                          24,601                                       -17,899

Σύνολο                                         -217,064

Το συμπέρασμα είναι ότι κάθε 10 χρόνια, όπως τρέχουν τα πράγματα, φορτωνόμαστε πάνω από 200 δισεκατομμύρια ευρώ καινούργιο χρέος πάνω στο παλιό, και τίποτε δεν αλλάζουμε. Άραγε, καταλαβαίνουμε τίποτε; Μας νοιάζει καθόλου κατά πού πλέει το σκαφάκι μας;

Είμαστε νεόπτωχοι και ζούμε σαν νεόπλουτοι. Πόσο χρόνο μπορεί να αντέξει αυτή η τεράστια αντινομία, χωρίς να καταρρεύσει το σύστημα;

Ο διεθνούς κύρους καθηγητής Δ. Γερμίδης παρατηρεί σχετικά: «Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ακατανόητης συμπεριφοράς μιας μικρής ευρωπαϊκής χώρας. Ενώ η μόνη δυνατότητα αποφυγής οικονομικής κατάρρευσης στηριζόταν στην έστω και δεκτική κριτικής πολιτική λιτότητας, η Ελλάδα αποφασίζει να κάνει μόνη της μια πολιτική παροχών και ενίσχυσης της ζήτησης …των εισαγόμενων προϊόντων», Θύελλα στην Παγκόσμια Οικονομία», 59). Ζούμε σε ένα επίπεδο εντελώς δυσανάλογο προς αυτό που αντιστοιχεί στην παραγωγικότητα και την οικονομική μας κατάσταση. Πόσο μπορεί να διαρκέσει αυτό; Για πόσο καιρό ακόμη μπορούμε να τρώμε το ψωμί των παιδιών και των εγγονιών μας;

Οι προσωπικές μου εμπειρίες με οδηγούν στη σκέψη ότι η συλλογική επιτυχία «Να αλλάξουμε ως δια μαγείας όλοι οι Έλληνες νοοτροπία και να εκσυγχρονιστούμε ομαδικά», δηλαδή να εγκαταλείψομε τις δικές μας παραδοσιακές Βασικές Αρχές και να εφαρμόσομε τις Βασικές Αρχές του προηγμένου Δυτικού Κόσμου, αυτές που αναφέρθηκαν προηγουμένως, είναι ανέφικτη. Η διαδικασία αυτή συντελείται βραδύτατα, όταν δεν κινείται με την «όπισθεν», όπως σε μας, ενώ η Ιστορία βαδίζει μπροστά με αποφασιστικά βήματα. Αντίθετα, έχει αποδειχτεί αναντίρρητα ότι η Τοπική Ανάπτυξη είναι εφικτή και αποτελεσματική, όταν οι βασικές δυνάμεις ενός τόπου συμφωνήσουν και συντονιστούν στην επιδίωξη λογικών και εφικτών αναπτυξιακών στόχων. Αυτές οι δύο προϋποθέσεις απαιτούνται για την Τοπική Ανάπτυξη, ο συντονισμός των βασικών δυνάμεων ενός τόπου και ο προσδιορισμός των σωστών στόχων σ’ ένα ρεαλιστικό γενικότερο πλαίσιο, ανεξάρτητα από ιδεολογίες και παρά τη γενικότερη ασταθή πορεία της χώρας. Το Ρέθυμνο και η Κρήτη προσφέρεται άριστα για την Τοπική Ανάπτυξη, αν βέβαια οι άνθρωποι κατορθώσουν το ακατόρθωτο, να συνεννοηθούν μεταξύ τους σε κάποια βασικά ζητήματα, παραμερίζοντας τις διχαστικές και φθοροποιούς ιδεολογικές διαφορές. Το ζητούμενο είναι η πρόοδος του τόπου και η ευημερία του λαού και όχι το αν θα την επιτύχει η Α ή η Β ιδεολογία. Στο κάτω κάτω όλες, πλην των ακραίων, έχουν δοκιμαστεί στην εξουσία και καμιά δεν ανέκοψε την καθοδική πορεία μας. Το θέμα δεν είναι λοιπόν πολιτικό, είναι ποιοτικό, θέμα αρχών και αξιών, οι ιδεολογίες αποδείχτηκαν στην πράξη άκαρπα δέντρα.

Στη σκέψη μου έρχεται το κινεζικό σύνθημα: «Μια χώρα – δυο συστήματα» και παραλλάσσοντάς το θα ευχόμουνα για το Ρέθυμνο: «Πολλές ιδεολογίες – Μια Ανάπτυξη για όλους».