17 °C Rethymno, GR
17/04/2021

Αλήθεια, τι είδους εκπαιδευτική αξιολόγηση θα περίμενε κανείς από ένα αυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης;

Του ΠΟΛΥΒΙΟΥ ΨΗΝΑ*

Τον τελευταίο καιρό η Κυβέρνηση με τα διάφορα νομοθετήματά της, είτε αφορούν την πανδημία είτε όχι, έχει καταφέρει να εγείρει σημαντικές αντιδράσεις από ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών ομάδων, τις οποίες είτε τις πλήττει με τις επιλογές της, είτε τις αποκλείει επιδεκτικά από τη διαδικασία σχεδιασμού και παραγωγής πολιτικών που τις αφορούν.

Μπορούμε να αναφέρουμε πληθώρα παραδειγμάτων με χαρακτηριστική ευκολία. Ωστόσο, η Παιδεία αποτελεί ένα χώρο στον οποίο η Κυβέρνηση έχει επιλέξει να ασκήσει αποφασιστικό συμβολικό αλλά και ασφυκτικό τυπικό εξουσιαστικό έλεγχο. Αυτή η επίδειξη πυγμής γίνεται κάθε μέρα και εντονότερη μέσα από διάφορες πρακτικές διοικητικού τύπου όπως λ.χ. η αναζήτηση όσων εκπαιδευτικών δεν παρέδωσαν βαθμούς, η προειδοποίηση για διοικητικές κυρώσεις και αποκλεισμό από θέσεις ευθύνης σε περίπτωση μη συμμετοχής στην αξιολόγηση κ.α. ή και αστυνομικού τύπου, όπως οι αστυνομικές επιχειρήσεις σε πανεπιστήμια.

Αναμφίβολα, η κοινωνική ομάδα των εκπαιδευτικών, στην οποία θα εστιάσουμε, έχει μπει στο στόχαστρο της Κυβέρνησης. Πρόκειται για μια ενιαία και συμπαγή ομάδα; Σίγουρα όχι. Υπάρχει μια τεράστια διαφοροποίηση στους κόλπους της, η οποία έχει να κάνει με πολλούς παράγοντες. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε το επιστημονικό έθος της κάθε ειδικότητας, το οποίο διαμορφώνει έναν ιδιαίτερο τρόπο σκέψης, αλλά και τις διαφορετικές ιδεολογικές τοποθετήσεις των εκπαιδευτικών. Διαφοροποίηση υπάρχει και ως προς τα επαγγελματικά προσόντα, την εμπειρία, τα χρόνια εργασίας, ακόμα και το εργασιακό στάτους μιας και εντός των σχολείων υπάρχουν εκπαιδευτικοί πολλών ταχυτήτων που όλοι όμως καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Οι διαφοροποιήσεις βεβαίως συνεχίζονται και σε επίπεδο εκπαιδευτικών μονάδων ανάλογα με τις ιδιαίτερες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες της κάθε περιοχής. Αυτούς τους παράγοντες οι εκπαιδευτικοί καλούνται να διαχειριστούν καθημερινά, προσαρμόζοντας τις διδακτικές τους πρακτικές και τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, ώστε να πετύχουν το βέλτιστο μαθησιακό αποτέλεσμα. Αυτή η τεράστια βεντάλια χαρακτηριστικών της εκπαιδευτικής κοινότητας θα χρησιμεύσει στο συλλογισμό μας λίγο αργότερα.

Στο πλέον πρόσφατο «νομοθετικό της χτύπημα» η κα Κεραμέως νομοθετεί εκ νέου την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών μονάδων και λίαν συντόμως αυτή των εκπαιδευτικών. Στο παρόν άρθρο δεν θα μπούμε στην ουσία των ρυθμίσεων του νόμου, αλλά στη γενικότερη φιλοσοφία παραγωγής του. Πρόκειται για ένα ακόμα έτοιμο νομοσχέδιο, το οποίο επιβάλλεται χωρίς καμία προσαρμογή στα ελληνικά δεδομένα και εισάγει διαδικασίες φορμαλιστικής αξιολόγησης μαζικού τύπου. Δυστυχώς, οι εκπαιδευτικοί δεν ρωτήθηκαν για τίποτα, δεν συνδιαμόρφωσαν καμία πολιτική πρόταση, ούτε έδωσαν την πολύτιμη τεχνογνωσία τους. Η εκπαιδευτική κουλτούρα αλλά και η τεράστια διαφοροποίηση της εκπαιδευτικής κοινότητας όχι μόνο αγνοήθηκαν επιδεκτικά στο στάδιο διαμόρφωσης της πολιτικής, αλλά δεν αποτυπώνονται και πουθενά στις διαδικασίες αξιολόγησης που προβλέπονται. Το πιο σημαντικό από όλα; Η πολιτική ηγεσία φαίνεται να αγνοεί κυνικά τις αρνητικές κοινωνικές αναπαραστάσεις, τα αισθήματα φόβου, καχυποψίας και απειλής που διακατέχουν την εκπαιδευτική κοινότητα. Αυτά τα αρνητικά συναισθήματα και οι αρνητικές στάσεις έχουν εγχαραχθεί στη συλλογική μνήμη των εκπαιδευτικών από τα πρόσφατα χρόνια των μνημονίων και των πολιτικών των απολύσεων και της διαθεσιμότητας που η ίδια Κυβέρνηση είχε προκαλέσει, με αφορμή την αξιολόγηση στο δημόσιο. Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας εξαναγκάζει τους εκπαιδευτικούς να εφαρμόσουν εν μέσω πανδημίας διαδικασίες οριζόντιας αξιολόγησης.

Κάπου εδώ, μπαίνουμε στην καρδιά του επιχειρήματός μας. Αυτό στο οποίο θέλουμε να σταθούμε είναι η ομόθυμη αντίδραση της εκπαιδευτικής κοινότητας παρά την έντονη διαφοροποίηση που υπάρχει στους κόλπους της, όπως αναφέραμε παραπάνω. Αυτή η πάνδημη αντίσταση των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων, όλων των ειδικοτήτων, όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων και όλων των ιεραρχικών θέσεων δεν είναι μια κλαδική αντίσταση συνδικαλιστικά και πολιτικά υποκινούμενη. Δεν πρόκειται για μια αντίσταση στη λογοδοσία ή για μια άρνηση αποτίμησης του έργου των εκπαιδευτικών, όπως πολλοί οργανικοί διανοούμενοι, δημοσιογράφοι και σχολιαστές προσπαθούν να παρουσιάσουν στα μάτια της κοινής γνώμης, με σκοπό να αποδομήσουν και να απονομιμοποιήσουν τον αγώνα των εκπαιδευτικών. Κάθε άλλο μάλιστα.

Κάθε μέρα διαβάζουμε δεκάδες άρθρα σε ηλεκτρονικές και έντυπες εφημερίδες, αλλά και εκατοντάδες σχολιασμούς σε ιστοσελίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με τις διαδικασίες αξιολόγησης που εισάγονται βίαια από τα πάνω. Η ποιότητα της κριτικής αλλά και των ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ των απλών εκπαιδευτικών που σχολιάζουν, αλλά και των επίσημων θεσμικών φορέων της εκπαιδευτικής κοινότητας, είναι τόσο υψηλή που κάνουν τις νομοθετικές προτάσεις της κυρίας Κεραμέως να φαντάζουν απλές μεταφράσεις συστημάτων αξιολόγησης που γράφτηκαν στο πόδι. Τούτη τη στιγμή συγκροτείται και διατυπώνεται ένας αντίλογος ο οποίος αποδομεί το σύστημα αξιολόγησης της κας Κεραμέως και είναι διαθέσιμος προς κρίση σε όλη την κοινωνία. Το οικοδόμημα που θεσμοθέτησε η υπουργός μέσα σε ελάχιστο χρόνο υποβάλλεται καθημερινά σε δριμεία κριτική με ορθολογικά επιχειρήματα. Αυτά είναι βγαλμένα μέσα από την καθημερινή σχολική πρακτική, με επιστημονικά τεκμηριωμένες θέσεις αλλά και με συγκεκριμένες προτάσεις, προσαρμοσμένες στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα και σύμφωνες με την ελληνική εκπαιδευτική κουλτούρα. Τι δείχνει όμως όλο αυτό; Δύο βασικά πράγματα κατά τη γνώμη μας. Αφενός, ότι η εκπαιδευτική κοινότητα είναι περισσότερο ώριμη από ποτέ και έχει σημαντική εποπτεία και γνώση του πεδίου της. Επίσης, είναι δεκτική σε αλλαγές που θα διασφαλίζουν και θα προάγουν την ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου, αλλά και θα ισχυροποιούν την επαγγελματική ταυτότητα των εκπαιδευτικών. Από την άλλη, διαπιστώνουμε δυστυχώς πόσο εκτός τόπου και χρόνου βρίσκεται η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας και πόσο κατώτερη των περιστάσεων φαίνεται για μια ακόμη φορά. Διακρίνουμε μια εμμονή να νομοθετηθούν συγκεκριμένες πολιτικές στο πόδι, χωρίς καμία όσμωση, χωρίς καμία προσαρμογή στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα ή στην ελληνική εκπαιδευτική κουλτούρα, αδιαφορώντας για τις πραγματικές ανάγκες της εκπαιδευτικής κοινότητας και τις σημαντικές διαφοροποιήσεις της.

Κλείνοντας, γίνεται αντιληπτό κάθε μέρα όλο και περισσότερο ότι βιώνουμε τη φάση άρθρωσης ενός συλλογικού εκπαιδευτικού κινήματος πέρα από ειδικότητες ή ιδεολογικές αποχρώσεις και τοποθετήσεις. Η κυρία Κεραμέως καταφέρνει, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, να συσπειρώνει τους εκπαιδευτικούς και να δημιουργεί τους όρους συγκρότησης μιας νέας συλλογικής ταυτότητας, μιας νέας συλλογικότητας, ως τελευταία γραμμή άμυνας στην επίθεση που δέχεται η δημόσια εκπαίδευση, το εκπαιδευτικό λειτούργημα και σαφέστατα το δικαίωμα των παιδιών σε μια ποιοτική εκπαίδευση.

 

* Ο Πολύβιος Ψήνας είναι κοινωνιολόγος