17 °C Rethymno, GR
27/02/2021

ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

Ανδρέας Κάλβος, ο ποιητής του ’21

-Στο πλαίσιο του επετειακού έτους που διανύουμε για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του1821 - ΜΕΡΟΣ Α’

Καθώς οι προβολείς της επετειακής επικαιρότητας πέφτουν όλο και πιο έντονοι στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 με αφορμή τη συμπλήρωση φέτος διακοσίων χρόνων, ο μαυροφορεμένος ποιητής Ανδρέας Κάλβος (Μάρτιος 1792 Ζάκυνθος-Νοέμβριος 1869 Λουθ Αγγλίας), με αθέατο, όπως πάντα, το πρόσωπό του1, ξαναγυρίζει στο προσκήνιο, για να πάρει γι’ άλλη μια φορά αυτό που του αρνήθηκαν οι σύγχρονοί του: την αναγνώρισή του ως μεγάλου εθνικού μας ποιητή, «του ποιητή του Εικοσιένα».

Και όχι άδικα, βέβαια, αφού δεν θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για πατριωτικό συναίσθημα στη λογοτεχνία μας, χωρίς να αναφερθεί στη μικροκαμωμένη ελληνόγλωσση ποίηση του Κάλβου, γέννημα αποκλειστικά του ποιητικού ερεθισμού που του προκάλεσε η μεγαλουργία της Ελληνικής Εθνεγερσίας. Πρόκειται μάλιστα για τέτοιο δεσμό ανάμεσα στον Κάλβο και το ’21, ώστε, όχι μόνο δε μπορούμε να φανταστούμε την ποίηση του πρώτου χωρίς το δεύτερο, αλλά ούτε και να δούμε το μεγαλείο του δεύτερου σ’ όλη τη λαμπρότητα του χωρίς τις ποιητικές φωτοβολίδες του πρώτου.

Αναφέρομαι στις δύο ποιητικές συλλογές -τις μόνες ελληνόλωσσές του- που εξέδωσε: την «Λ ύ ρ α» (Γενεύη, 1824) και τα «Λ υ ρ ι κ ά» (Παρίσι, 1826) με 10 «Ωδές» καθεμία και με κοινή θεματική την Ελληνική Επανάσταση του 1821

Το ερώτημα, όμως, που τίθεται εύλογα σε μια τέτοια επέτειο μη μουσειακού χαρακτήρα είναι: Τι μπορεί να πει ο Κάλβος των αρχών του 19ου αιώνα στον Έλληνα και γενικότερα τον παγκόσμιο άνθρωπο και μάλιστα τον πνευματικό των πρώτων δεκαετιών του 21ου αιώνα; Δεν έχουμε παρά να κάνουμε ένα σύντομο «οδοιπορικό» μέσα στην επαναστατική ποίηση του Κάλβου, που συχνά η ουσία της σκιάζεται από την παρ(α)ουσία ατελείωτων κριτικών αντιπαραθέσεων και θεωρητικών αναζητήσεων.

Από τον πρόλογο κιόλας της πρώτης συλλογής του «Η Λύρα», ξεπερνώντας χωρίς περιστροφές το αποπροσανατολιστικό ψευτοδίλημμα «τέχνη ή ζωή;», προβάλλει τη δικαίωση της ποίησης μέσα από την ανταπόκρισή της στις κορυφαίες στιγμές («ποθητή ώρα») της κοινωνίας και συγκεκριμένα στην Ελληνική Επανάσταση.

«…Ήλθεν η ποθητή ώρα· στολίζουσι

την κεφαλήν σεβάσμιον της Ελλάδος

η δάφναι, φύλλα αμάραντα θριάμβων·

και σεις χρυσά, σεις αμβροσίοδμα ρόδα

του παραδείσου ελικωνίου, συμπλέξατε

σήμερον τον αγνόν στέφανον…» 

Την ποιητική αυτή πρόθεση και αυτοδέσμευση του Κάλβου τη διαπιστώνουμε εύκολα και διαρκώς καθώς ξεφυλλίζουμε τις «Ωδές»2 του (όταν μάλιστα πρόκειται για το κατασημειωμένο βιβλιαράκι των φοιτητικών μας χρόνων, όπως στην περίπτωσή μου). Εξάλλου ο ποιητής, «πανταχού παρών», αλλού αυτοβιογραφείται, αλλού αυτοδραματοποιείται, αλλού αυτοαναλύεται και γενικά παρεμβαίνει με κάθε τρόπο στο σκηνικό που ο ίδιος στήνει στο έργο του.

Το «ιστορικό» της ανεπιφύλακτης στράτευσης του ποιητή στην υπόθεση του ’21 θα μπορούσαμε να πούμε ότι εκφράζεται ποιητικά σε μια έξοχη σκηνή της ωδής «Εις Σούλι» (Λυρικά) ανάμεσα σ’ αυτόν και ένα Σουλιώτη που τρέχει να προλάβει τη μάχη:

(Σουλιώτης:)

Λείπει ο καιρός. Αν έχης/ ελαφρά τα ποδάρια/

και στήθος, ακολούθα με. /Τρέξε και συ μ’ εμένα./

μας φεύγει η ώρα…(Θ΄)

(Ποιητής:)

Γνωρίζω τη φωνή σου./Οδήγει…(Γ΄)

* * *

Στην ωδή «Εις Πάργαν» (Η Λύρα), αφού στην πρώτη στροφή εξαγγέλλει προγραμματικά και επιγραμματικά τα βασικά συστατικά στοιχεία της ποίησής του («υψηλός τόνος» και «αστραπή»=αγωνιστικότητα), θέτει το πρόβλημα της ηθικής της τέχνης, απορρίπτει την ποίηση ως αυτοσκοπό και βολικό άλλοθι σιωπής και στηλιτεύει τους ομότεχνους ομοεθνείς του που σε μια κρίσιμη για το έθνος εποχή δηλώνουν αποχή:

Των πολλών τα συμπόσια/ ο στίχος επιτρέχει./

 βραχυχρόνια ηχώ/ την σιγήν δεν ετάραξε/

 της δουλωσύνης.(ιγ )

Στην ίδια ωδή τους στιγματίζει ως ένοχους απέναντι στους θεούς («ψυχή αντρική απορρίπτει/ φρόνημα χαμερπές», (γ΄) και αλλού («Εις Λόξαν», γ’, Η Λύρα) απέναντι στους ανθρώπους:

Μικρόν ψυχήν, κατάπτυστον,/ κατάπτυστον καρδίαν/

 έτυχ’ όστις ακούει/ της δόξης την παράκλησιν/ και δειλιάζει.

* * *

Η φωνή του φαίνεται να ηχεί -χωρίς όμως να αντηχεί- σε ναρκωμένες ή νεκρωμένες συνειδήσεις. Έτσι στην ωδή «Η Βρεττανική Μούσα» (Λυρικά) απέναντι στους «… κρατούντας/ ποιητάς το μονόχορδον/ της κολακείας…» (ιζ΄), που χωρίς ενοχές και με φτηνές αντιπαροχές συμφιλιώνονται με την πραγματικότητα, προβάλλει αντιστικτικά τον ποιητή Βύρωνα, «τον γενναίον, φιλελεύθερον άνδρα» (ιζ΄) και ξεσπά σε θρήνο:

Σε η Ελλάς, ευγνώμων,/ ως φίλον μεγαλόψυχον/

 ζητεί να στεφανώσει/ ως παρηγορητήν της,/

 ως ευεργέτην.(ιθ΄)

Σηκώσου, ω Βύρων… φίλε,/ σηκώσου… λάβε, ω μέγα,/

λάβε το δώρον, ύμνησον/ του σταυρού τους θριάμβους/

και της Ελλάδος.(κ΄)

* * *

Στην ωδή «Εις Αγαρηνούς» (Η Λύρα) μέσα από στροφές προσωπικού χαρακτήρα προβάλλει επίσης αντιστικτικά ως ορθή στάση απέναντι στους τυράννους την «ορθοστασία»:

Και τοιούτοι, εμπρός σας/ εγώ να γονατίσω!/

Η γη ας σχισθεί εις το βάραθρον/

η βροντή τ’ ουρανού / ας με τινάξη. (κα΄)

Προτού σας ατιμήσω, ω γόνατά μου.Ατάρακτον/

έχω το βλέμμα, οπόταν/ το κατεβάσω

εις πρόσωπον/ ενός τυράννου.(κβ΄)

Δεν πρόκειται για αλαζονεία ηθικής αλλά για την έκρηξη ενός ασυμφιλίωτου επαναστατισμού, που, καθώς συνδυάζεται με την πλήρη επίγνωση του τιμήματος του («μάχαιραι, βάσανα/ κλαύματα φυλακής», κ΄), αναδεικνύει τον υπέροχο και τραγικό μαζί μαχητή.

* * *

Η ίδια ασυμβίβαστη πρόθεση δηλώνεται στην ωδή «Ευχαί» (Λυρικά):

Με ποτέ δεν εθάμβωσαν/ πλούτη ή μεγάλα ονόματα,/

με ποτέ δεν εθάμβωσαν/ σκήπτρων ακτίνες.(δ’)

Εγώ την λύραν κτυπάω/ και ολόρθος στέκομαι/

σιμά εις του μνήματός μου/ τ’ ανοικτόν στόμα.(ιη’)

Στους στίχους είναι ισχυρή η αντίστιξη προς το πνεύμα της εποχής λίγο μετά την έκρηξη της Επανάστασης, που έχει αρχίσει να τρώει τα σωθικά της και που δεν είναι άλλο από τη διχόνοια, την προαιώνια ελληνική κακοδαιμονία. Είναι αυτή άλλωστε που του προκαλεί δυσβάσταχτη απογοήτευση όταν έρχεται το 1826 στην Ελλάδα και παρουσιάζεται ως εθελοντής στο Ναύπλιο ζητώντας από την επαναστατική διοίκηση να τον χρησιμοποιήσει όπου εκείνη έκρινε ωφέλιμο για την πατρίδα. Απογοήτευση, που θα τον ξαναγυρίσει στην Ευρώπη αλλά και στον ενεργό προπαγανδιστικό του ρόλο υπέρ του ελληνικού Αγώνα.

* * *

Ο Κάλβος δεν είναι ο «πατριώτης με το αζημίωτο» ή ο ποιητής που λουφάζει επιδέξια μέσα στους μακάριους στοχασμούς της τέχνης του αδιαφορώντας για τα εξωτερικά δρώμενα. Η υιοθέτηση του υπέροχου συνθήματος των αγωνιστών «Λευτεριά ή θάνατος» δεν αφήνει το ελάχιστο περιθώριο για λιποψυχία και λιποταξία στο φτωχό, πολύπαθο αλλά αγέρωχο ποιητή.

Η ποίηση κατά τον Κάλβο, απαλλαγμένη από κάθε εσωστρέφεια, πρέπει να λειτουργεί ως μέσο ανάδειξης και προτυποποίησης των αγωνιστών της ελευθερίας («Εις Νίκην», κα’, Λυρικά), γιατί μια τέτοια λειτουργία είναι όχι μόνο θεάρεστη («αν ήρωες/ δοξάζονται, το θείον/ φιλεί τους ύμνους», «Ο Ωκεανός», λβ’, Η Λύρα) αλλά και συνεπής με την ιστορική ποιητική παράδοση. Έτσι ακριβώς λειτούργησε η ποίηση του Ομήρου (ή ακόμη του Τυρταίου ή του Σόλωνα) για τους ήρωες των Περσικών Πολέμων («Εις Δόξαν», ιβ’-ιδ’, Η Λύρα):

Εύφραινε με το αθάνατον/ μέτρον τας Αχαίδας/

χήρας ο θείος Όμηρος/ και το πνεύμα σας άναπτε/

το ίδιο μέλος.(ιγ’)

Του καρτερού Αιακίδου/ την φήμην εζηλεύσατε/

(αείμνηστος, θαυμάσιος ζήλος)/ και τ’ αίμα εχύσατε.(ιδ’)

* * *

Συνεπής ο ίδιος με την ιστορική αυτή παράδοση, αλλά με πιο άμεσο τρόπο, στην ωδή «Εις τον Ιερόν Λόχον» (Η Λύρα), μετά από μια θαυμάσια υμνητική αποστροφή προς τους Ιερολοχίτες, που τους εξισώνει με τους τριακόσιους του Λεωνίδα («Τάγμα εκλεκτών Ηρώων/ καύχημα νέον», γ’), δίνει στην ποίησή του ένα τόνο παρορμητικό, θουριακό, που κορυφώνεται στην καταληκτήρια στροφή: «Τον ένδοξον/ λόχον, τέκνα μιμήσατε/ λόχον Ηρώων» (ιδ’). Έντονα άλλωστε παιανική εξελίσσεται και η ωδή «Ο Ωκεανός» (Η Λύρα), όπου, αφού υμνεί τους Έλληνες θαλασσομάχους του ’21 («Πρωτοστάται ελευθερίας», λ’ –«καυχήματα των θαυμασίων σκοπέλων», λα’), εξαπολύει συνεπαρμένος τις εντολές του σαν εθνικός ταγός: «Κατευοδοίτε»- «Ορμήσατε»-«Σκορπίσατε»-«Κατακαύσατε», (λβ΄). Τον ίδιο θουριακό χαρακτήρα συναντούμε στη νοηματικά παράλληλη με τον «Ωκεανό» ωδή «Τα Ηφαίστεια» (Λυρικά): Πώς, πώς της ταλαιπώρου/ πατρίδος δεν πασχίζετε/ να σώσητε τον στέφανον/ από τα χέρια ανόσια/ ληστών τοσούτων; (κζ’).

* * *

Τα πάντα τα βλέπει πίσω από το πρίσμα του χρέους που επιβάλλουν οι μεγάλες στιγμές. Στην ωδή «Εις Ελευθερίαν» (Η Λύρα) μετά από μια απαισιόδοξη εισαγωγή, όπου παριστάνει επιγραμματικά και «καρυωτακικά» προ Καρυωτάκη την αδικαίωτη περιπέτεια της ζωής (α’, β’), προβάλλει ως λυτρωτικό αντίδοτο («βρύσιν παρηγοριάς», ε’) τη στράτευση σ’ ένα μεγάλο σκοπό («τα θαυμάσια/ της Αρετής αέναα/ νερά», δ’), που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο δίκαιος ελληνικός αγώνας.

Η ίδια πατριωτική διάθεση στην ωδή «Εις Ψαρά» (Λυρικά) του υπαγορεύει την αντίκρουση της επικούρειας αντίληψης για τη ζωή, το στιγματισμό των κηρύκων της αφασίας και του διονυσιακού ξεφαντώματος ακόμη και την καταδίκη της ερωτικής ποίησης («την στροφήν λέσβιον/ ή το τέιον μέλος», ε’) ως ασυμβίβαστων με την εθνική τραγωδία, «το μέγα ερείπιον» (κδ’) των Ψαρών:

Αναίσχυντα φρονήματα/ των αγενέων ανθρώπων/

ύμνοι μανίας, που εφύγατε/ από τα οδόντια του άδου,/

στίχοι Ερινύων. (ι’)

 

  1. Η μορφή του ποιητή μας είναι άγνωστη, καθώς δεν άφησε καμιά φωτογραφία. Οι προσωπογραφίες που παρατίθενται εδώ είναι κατ’ εικασία, η πρώτη του Οδυσσέα Ελύτη (Σκίτσο) και η δεύτερη του Παναγιώτη Γράββαλου (Χαρακτικό. Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων).
  2. Ανδρέα Κάλβου ΩΔΑΙ, Εκδόσεις Γαλαξία, Αθήναι, 1968. Πληροφορίες οπισθόφυλλου: «Χρειάστηκαν πολλές δεκαετίες για να ανακαλύψει η Ελλάδα (με την αλάνθαστη κριτική διαίσθηση του Κωστή Παλαμά) έναν άγνωστο και μέγα δημιουργό της νέας λογοτεχνίας της. Η Λύρα (Ωδαί Α. Κάλβου Ιωαννίδου, του Ζακυνθίου) εξεδόθη το 1824, στην Γενεύη, και τα Λυρικά το 1826, στο Παρίσι. Οι είκοσι ωδές που περιέχονται σ’ αυτές τις συλλογές αποτελούν τα ποιητικά κατάλοιπα του Ανδρέα Κάλβου, που πέθανε σαράντα χρόνια αργότερα, άσημος καθηγητής παρθεναγωγείου, στην αγγλική κωμόπολη Louth. Η αρχαΐζουσα ποίηση του Κάλβου, που οιστρηλατείται από το ιδεώδες της Ελευθερίας και της πατρίδος, αποπειράται να διδάξη την τέχνη της Ποιήσεως στο αναγεννώμενο Έθνος και κατατάσσει τον δημιουργό της στις μεγάλες ποιητικές μορφές της νεωτέρας Ελλάδος»

 

Πηγή: Γιώργος Φρυγανάκης: «Επετειακά & Παράλληλα», Αθήνα 2020, σελίδες 675