24 °C Rethymno, GR
11/08/2020

Απλά μια θλιβερή παλινδρόμηση

Του ΦΩΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ*

Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι η φιλοσοφική σκέψη, που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στην Ελλάδα, όπως ολόκληρος ο Δυτικός πολιτισμός, είναι ανυπολόγιστης αξίας για τον άνθρωπο.

Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι εξαπλώθηκαν και κάλυψαν ολόκληρο το γνωσιακό φάσμα, συμπεριλαμβάνοντας και γνωστικές προσεγγίσεις άλλων λαών, που δεν είχαν όμως αναπτύξει τη φιλοσοφική σκέψη σε τέτοιο βαθμό εύρους και βάθους, ούτως ώστε να μπορέσουν να γεννηθούν η συστηματική φιλοσοφία και οι επιμέρους επιστήμες. Όπως έγινε με τους Πυθαγόρα, Ηράκλειτο, Δημόκριτο, Αναξαγόρα, Σωκράτη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη και τόσους άλλους. Και με τους φυσικούς φιλόσοφους, όπως τους έλεγαν, τους ‘Ιωνες της Μικράς Ασίας, όπου ήκμαζε ο Ελληνικός πολιτισμός. Τους Θαλή, Αναξίμανδρο, Αναξιμένη και άλλους, που άφησαν ανεξίτηλα ίχνη του διάβα και της σκέψης τους. Και ας πέρασαν άλλοι λαοί από τη γη τους. Γιατί το άφθαρτο πνεύμα ποτέ δεν σταματά να είναι ισχυρότερο της φθαρτής ύλης. Για αυτό το λόγο, τα χνάρια των πολιτισμών που αποτυπώθηκαν σε αρχαιολογικούς χώρους εδαφών, που ανήκουν σε μεταγενέστερους λαούς, έχουν μια άλλη και ξεχωριστή λάμψη. Και αν συνυπάρχουν περισσότεροι πολιτισμοί, η πνευματική υπόσταση εμπλουτίζεται και γίνεται πιο σύνθετη.

Ως γνωστόν, ο Ελληνικός πολιτισμός γεννήθηκε και άκμασε από αρχαιοτάτων χρόνων στις Κυκλάδες του Αιγαίου, τη Κρήτη, την Ανατολική Μεσόγειο, την Ηπειρωτική Ελλάδα, την Ιωνία, τη Κάτω Ιταλία, τη Μασσαλία και αργότερα διεσπάρη στην νεοϊδρυθείσα Αλεξάνδρεια, τη Συρία, τη Περσία, τη Μεσοποταμία και άλλα μέρη της Ασίας μέχρι τις Ινδίες και την Αλεξάνδρεια την Εσχάτη.

Με την στρατιωτική επικράτηση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν τον Ελληνικό πολιτισμό, τη μεγάλη αξία του οποίου αναγνώρισαν, θαύμασαν και προσπάθησαν να μιμηθούν. Με την άφιξη του Χριστιανισμού, επήλθε μεγάλη ύφεση του παγανισμού και του Ελληνικού πολιτισμού, με μια τάση εσωστρέφειας και αυξανόμενου για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σκοταδισμού.

Ο μονοθεϊσμός των τριών θρησκειών, της Εβραϊκής, της Χριστιανικής και της Ισλαμικής, δέσμευσαν την ελευθερία του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος, στον οποίο δεν υπήρχε εκπρόσωπος ενός απρόσωπου, απροσδιόριστου και παντοδύναμου όντος, που ενέπνευσε τον απόλυτο σεβασμό και δέος και ονόμασαν Θεό. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν δημιουργήσει ένα ανθρωπόμορφο πολυθεϊσμό, όπου οι θεότητες ήταν υπέρμετρων διαστάσεων και είχαν εξωτερικά και εσωτερικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου και της φύσης. Ακόμα και ο θεός θεών τε και ανθρώπων, ο πανίσχυρος Δίας, θεωρείτο και αυτός προσωρινής και περιορισμένης δύναμης και εξουσίας, όπως διευκρινίζεται στη τραγωδία του Αισχύλου «Προμηθέας», όπου απειλείται με τον ερχομό μιας νέας εξουσίας.

Θρησκείες, όπως ο Βουδισμός, ο Ινδουισμός, ο Κομφουκισμός και άλλες Ασιατικές θρησκείες διακρίνονται για τη στοχαστική ενατένιση των πραγμάτων, τον διαλογιστικό και μυστικιστικό χαρακτήρα τους και μια φωτισμένη εσωστρέφεια, που αποτελεί βασικά ένα τρόπο προσευχής, που αισθάνονται και οι πιστοί των μονοθεϊστικών θρησκειών. Χωρίς όμως κανένα ίχνος φανατισμού.

Πηγαίνοντας πίσω στην Ιστορία, τη παντοδυναμία και την απόλυτη πολιτική και θρησκευτική εξουσία των Φαραώ της Αιγύπτου, ακλόνητος θεσμός ενός μεγάλου και μακραίωνος πολιτισμού, αναγνωρίζουμε συμπτώματα σύγχρονων ηγετών, των οποίων η άγνοια ιστορίας και η προσωπική τους ματαιοδοξία τους οδηγεί σε παραφαραωνικές φαντασιώσεις, καθιστώντας τους λίαν επικίνδυνους στη παγκόσμια κοινωνία. Γιατί αν γνώριζαν ιστορία, θα γνώριζαν ότι τα εδάφη που κατέχουν, και θέλουν μάλιστα να επεκτείνουν περισσότερο τη κυριαρχία τους, ανήκαν στον πολιτισμό που έθεσε τις βάσεις του Δυτικού πολιτισμού.

Έτσι ίσως θα γνώριζαν ότι ο Μεγαλέξανδρος, που είχε πεθάνει μόλις στα 33 του, ήθελε να ενώσει μια πανσπερμία λαών υπό το σκήπτρο της ειρήνης και της ανεξιθρησκίας, ενώ ο Μωάμεθ ο 2ος, ανίκανος να εκτιμήσει την αξία των ιδεωδών του οραματισμού του Μεγαλέξανδρου, θέλησε να τον μιμηθεί και να αποδείξει στον εαυτό του ότι και εκείνος μπορούσε να προβεί σε κατακτήσεις στα 22 του, όπως άρχισε να κάνει από τα 20 του ο Μεγαλέξανδρος πριν 2000 σχεδόν χρόνια, μυώντας τους λαούς στη πολιτική φιλοσοφία της ειρηνικής συνύπαρξης.

Και έτσι, με τη βοήθεια της ανοιχτής κερκόπορτας, κατάφερε να εκπλήξει τον πατέρα του και να πάρει τη Πόλη, δεικνύοντας μάλιστα μια αξιέπαινη πλευρά του χαρακτήρα του. Όταν είχε τελειώσει η μάχη και είχαν απομείνει μόνο δύο πλεούμενα κάτω από το Φρούριο με λίγους ακόμα Κρητικούς, που έδιναν ηρωικά την τελευταία τους μάχη, έδωσε εντολή να τους αφήσουν να φύγουν ζωντανοί. Και μπορεί να μετάτρεψε αυτόματα την Αγιά Σοφιά σε Μουσουλμανικό τέμενος, γιατί αυτή ήταν η φυσιολογική αντίδραση ενός κατακτητή, και μάλιστα τόσο νέου, αλλά φρόντισε αμέσως να λειτουργήσει μια άλλη εκκλησία για τους Χριστιανούς.

Σχεδόν 600 χρόνια μετά, που η ανθρωπότητα προχώρησε, περνώντας διάφορα στάδια δοκιμασίας και ωρίμανσης, αναδύεται ένας ηγέτης που μετατρέπει πάλι τον Χριστιανικό ναό της Αγιάς Σοφιάς, παγκοσμίως αναγνωρισμένο ως Οικουμενικό Πολιτισμικό Μνημείο, σε Τέμενος, διαταράσσοντας το θυμικό εκατομμυρίων ανθρώπων, χωρίς κανένα λόγο. Εκτός του τελείως προσωπικού του λόγου. Ενός λόγου απολύτως ιδιοτελούς, που στεγάζεται στις σκιές του κατώτερου εαυτού του, που ο ίδιος δεν θα θέλει ίσως να αντικρίσει. Γνωρίζει ότι οι συνέπειες μιας τέτοιας πράξης μπορεί να είναι απρόβλεπτες και μακροπρόθεσμες και ν’ αποδειχθούν μπούμερανκ.

Αναρωτιέμαι: μήπως, τελικά, ο Μωάμεθ ο 2ος, ο Πορθητής, ήταν ο άξιος πρόγονος του Κεμάλ Ατατούρκ και όχι του σημερινού ηγέτη που αποτελεί απλά μια θλιβερή παλινδρόμηση.

 

* Ο Φώτης Κωνσταντινίδης είναι PhD. σεναριογράφος – σκηνοθέτης