28 °C Rethymno, GR
06/07/2020

Από την προσφυγική κρίση στην κρίση του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας

Μετά το στρατιωτικό αδιέξοδο της Τουρκίας στο Ιντλίμπ, η απόφαση του Ερντογάν να εργαλειοποιήσει πρόσφυγες και μετανάστες που διαμένουν στη χώρα του (σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, η Τουρκία φιλοξενεί στο έδαφος της περίπου 3,5 εκατομμύρια Σύριους πρόσφυγες) φαίνεται να βρήκε εντελώς απροετοίμαστη την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), παρά τις κατά καιρούς εκτοξευόμενες απειλές από αξιωματούχους του τουρκικού κράτους. Με την οργανωμένη μεταφορά προσφύγων στα ελληνοτουρκικά σύνορα, ο Ερντογάν επιχειρεί να εκβιάσει το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να στηριχθεί η τουρκική εισβολή στη Συρία, όπως επίσης ν’ αυξηθούν οι ροές οικονομικών πόρων για τη διαχείριση της εκεί προσφυγικής κρίσης.  Είναι δεδομένο ότι η Τουρκία λειτουργεί ως επιτιθέμενο κράτος στη Συρία, ως κράτος που καταπατά τ’ ανθρώπινα, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα των Κούρδων κατοίκων της και γειτονικών χωρών, ως κράτος που απειλεί με επικίνδυνους πολεμικούς σχεδιασμούς την Κύπρο και την Ελλάδα στην άσκηση κυριαρχικών τους δικαιωμάτων. Μ’ άλλα λόγια μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι η τουρκική πολιτική ηγεσία δρα παραγνωρίζοντας και παραβιάζοντας διεθνείς συνθήκες, ότι σε τελική ανάλυση δεν αποτελεί ένα κράτος δικαίου, ότι η δημοκρατία στην Τουρκία βρίσκεται σε υποχώρηση. Τι ισχύει όμως με την Ελλάδα; Η Ελληνική Πολιτεία διαχειρίζεται τα κρίσιμα προβλήματα στο πλαίσιο των αρχών που οφείλουν να διέπουν ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου; Εφαρμόζει και τηρεί τις διεθνείς συμφωνίες και συμβάσεις, ιδίως όταν αυτές αφορούν στην προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τ’ ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα;

Η κρίση στον Έβρο και προγενέστερα η κρίση στα νησιά του Αιγαίου συνιστούν μάλλον περιπτώσεις διαχείρισης που δοκιμάζουν τον δημοκρατικό αξιακό πυρήνα της Ελληνικής Πολιτείας και δυστυχώς προεικονίζουν μια μετατόπιση προς καθεστώτα που τείνουν να αντλούν τη νομιμοποίησή τους μέσω της ενίσχυσης του ακραίου εθνικισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Μια από της πρώτες αποφάσεις της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας ήταν η κατάργηση του Υπουργείου Μετανάστευσης. Τούτη η απόφαση απέρρεε από την προφανή αδυναμία της ελληνικής δεξιάς να κατανοήσει ότι η προσφυγική κρίση συνιστά ένα από τα μείζονα ζητήματα για την Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι δεν αποτελεί ούτε αποκλειστικά εγχώριο πρόβλημα ούτε πολύ περισσότερο δημιούργημα του πολιτικού της αντιπάλου. Για τη διαχείριση των μεταναστών που φθάνουν στα ελληνικά νησιά από την Τουρκία, η κυβέρνηση θέλησε να δείξει ότι είναι σε θέση να διαμορφώσει ένα περιβάλλον αποτροπής των μετακινήσεων με πολλούς και ποικίλους τρόπους. Δίχως καμία διαβούλευση αποφάσισε εφ’ εξής να δημιουργήσει κλειστά κέντρα κράτησης για τους αιτούντες και τις αιτούσες άσυλο σε όλη τη χώρα, με το σκεπτικό μιας αναλογικής κατανομής τους στην επικράτεια και στόχο την αποσυμφόρηση των νησιών που έχουν δειχθεί δυσανάλογα το βάρος της υποδοχής. Επιπλέον δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει το Πρόγραμμα ΕΣΤΙΑ, ακύρωσε τη χορήγηση ΑΜΚΑ σε μη Έλληνες και τελευταία ανακοίνωσε ότι διακόπτει το επίδομα που δίδεται στους/στις αποκτούντες/ούσες άσυλο, επίδομα που δεν βαραίνει με κανένα τρόπο τον ελληνικό προϋπολογισμό.

Η απόφαση για τη δημιουργία κλειστών κέντρων κράτησης ανά την Ελλάδα συνάντησε την πάνδημη καταδίκη των τοπικών κοινωνιών, ιδίως στα νησιά του Αιγαίου. Πρωτοστατούντες σε τούτη την αντίθεση βρέθηκαν οι «γαλάζιοι» διαχειριστές της Περιφέρειας Αιγαίου και των Δήμων της. Προφανώς οι υποσχέσεις που δόθηκαν από τον Κ. Μητσοτάκη προεκλογικά και οι προσδοκίες για μια αποτελεσματικότερη πολιτική ανθρωπινότερης αντιμετώπισης των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι γηγενείς και οι πρόσφυγες διαψεύστηκαν από την κρυφή ατζέντα της κυβέρνησης: τον πολλαπλασιασμό του δομών τύπου Μόρια που αποτελούν στίγμα για κάθε πολιτισμένο άνθρωπο. Οι αντιδράσεις των κατοίκων στα νησιά και η άρνησή τους να συναινέσουν σε νέες κλειστές δομές-φυλακές αντιμετωπίστηκαν από την κυβέρνηση με την ενεργοποίηση της ωμής καταστολής. Καραβιές αστυνομικών των ΜΑΤ αποβιβάστηκαν στα νησιά για να επιβάλλουν με τη βία την εφαρμογή των κυβερνητικών σχεδιασμών. Οι συγκρούσεις με κατοίκους, οι ύβρεις προς τους γηγενείς, οι καταστροφές περιουσιών, αλλά και η ανταπόδοση της βίας από τους θιγόμενους διαμόρφωσαν ένα σκηνικό αδυναμίας του κράτους να επιβάλλει την έννομη τάξη σε όλο το εύρος της επικράτειάς του. Τούτο το δεδομένο υποχρέωσε την κυβέρνηση σε άτακτη υποχώρηση, έχοντας όμως εμμέσως επιτρέψει σε ποικίλες ομάδες ρατσιστών στα νησιά ν’ αναλάβουν την αστυνόμευση της περιοχής.

Κραυγαλέο παράδειγμα: τα συμβάντα στο λιμάνι της Θέρμης στη Μυτιλήνη, όταν κάτοικοι εμπόδισαν την αποβίβαση μεταναστών, γυναικών και ανήλικων παιδιών, με απίστευτες για ανθρώπους διατυπώσεις μίσους και συμβολικής βίας (https://www.youtube.com/watch?time_continue=803&v=m66gLvxff-A&feature=emb_logo). Ανεξέλεγκτοι κάτοικοι κτύπησαν και τραυμάτισαν Γερμανό δημοσιογράφο και Ελληνίδα οπερατέρ,  προπηλάκισαν την επικεφαλής του γραφείου Λέσβου της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες και δημοτικούς συμβούλους της Λαϊκής Συσπείρωσης. Η Watch The Med – Alarm Phone κατήγγειλε ότι το σκάφος με τους πρόσφυγες παρασυρόταν για πάνω από τέσσερις ώρες, με τις ελληνικές αρχές να κωφεύουν και να αρνούνται να προβούν στη διάσωση ανθρώπων που βρίσκονταν σε κίνδυνο η ζωή τους. Η αστυνομία αντί να παρέμβει αποκαθιστώντας τη νομιμότητα είχε άλλη μέριμνα: την ίδια μέρα άρχισε να προσάγει μαζικά εθελοντές και μέλη ΜΚΟ για έλεγχο στο αστυνομικό τμήμα (https://www.efsyn.gr/ellada/koinonia/233382_tha-sas-rixoyme-sti-thalassa.) Από την ημέρα εκείνη, ακροδεξιοί και ρατσιστές έχουν αποκλείσει την πρόσβαση στον καταυλισμό της Μόρια και έχουν δεχθεί δίπλα τους την παρουσία Γερμανών νεοναζί. Ξενίζουν άραγε έστω έναν από τους δημοκρατικούς πολίτες οι εμπρησμοί σε Χίο και Μυτιλήνη ενός σχολείου και δομών υποστήριξης προσφύγων; Προφανώς όχι. Όμως παραμένει αναζητούμενη η επίσημη θέση της ελληνικής κυβέρνησης, πόσο μάλλον η πράξη της απέναντι στη δράση παραστρατιωτικών ομάδων, με ναζιστικά χαρακτηριστικά και πρότυπα, στη χώρα μας.

Σ’ αυτό το κλίμα κυβερνητικής ήττας, ο Ερντογάν αισθάνθηκε ότι μπορεί να αρχίσει τους δικούς του εκβιασμούς, εκθέτοντας ακόμη περισσότερο την ελληνική κυβέρνηση στη διεθνή κοινή γνώμη. Η οργανωμένη από την τουρκική κυβέρνηση μαζική μετακίνηση αιτούντων άσυλο προς τον Έβρο εξελήφθη από την ελληνική κυβέρνηση ως ευκαιρία αντιστροφής του αρνητικού κλίματος για τη μεταναστευτική της πολιτική και τα πεπραγμένα της στα νησιά. Στις δηλώσεις του ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Πέτσας υποστήριξε: « […] η παρούσα κατάσταση συνιστά ενεργή, σοβαρή, εξαιρετική και ασύμμετρη απειλή κατά της εθνικής ασφάλειας της χώρας», υποστηρίζοντας ότι διακυβεύεται η εδαφική της ακεραιότητα. Στη βάση του παραπάνω σκεπτικού, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου: «1. Την αναβάθμιση σε μέγιστο επίπεδο των μέτρων φύλαξης των ανατολικών, χερσαίων και θαλάσσιων, συνόρων της χώρας από τα σώματα ασφαλείας και τις ένοπλες δυνάμεις για την αποτροπή παράνομων εισόδων στη χώρα. 2. Την προσωρινή αναστολή, για ένα (1) μήνα από την ημέρα λήψης της παρούσας απόφασης, της υποβολής αιτήσεων ασύλου όσων εισέρχονται στη χώρα παράνομα. 3. Την άμεση επιστροφή, όπου αυτό είναι δυνατόν, στη χώρα προέλευσης, χωρίς καταγραφή, όσων εισέρχονται παράνομα σε ελληνικό έδαφος».

Πρακτικά, η κυβέρνηση «σφράγισε» τα σύνορα, όπως είχαν πράξει οι χώρες του Βίζεγκραντ κατά την κρίση του 2016, μιμούμενη τον Ούγγρο ακροδεξιό πρωθυπουργό Όρμπαν, τον Αυστριακό Κουρτς και τον Ιταλό Σαλβίνι. Η ελληνική κυβέρνηση αντί να λειτουργήσει ως κράτος δικαίου που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και την υπογραφή της στην Οικουμενική Διακήρυξη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι του Ερντογάν.  Όπως υποστήριξε η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ: «Ούτε η σύμβαση του 1951 που σχετίζεται με το καθεστώς των προσφύγων ούτε η νομοθεσία της Ε.Ε για τους πρόσφυγες προσφέρουν τη νομική βάση για την αναστολή υποδοχής αιτήσεων ασύλου […] Τα πρόσωπα που εισέρχονται παράνομα στην επικράτεια ενός κράτους δεν θα πρέπει να τιμωρούνται εάν παρουσιαστούν χωρίς καθυστέρηση στις αρχές για να ζητήσουν άσυλο». Την πέρα από κάθε εθνικό και διεθνή κανόνα δικαίου κακομεταχείριση ανθρώπων, φέρνει σήμερα στο προσκήνιο δημοσίευμα της New York Times, σχετικά με ην ύπαρξη «κρυφού κέντρου κράτησης δίπλα στα ελληνοτουρκικά σύνορα». Εκεί φαίνεται να κρατούνται άνθρωποι «24 ώρες κάτω από βροχή, χωρίς νερό και φαγητό,  με τις ελληνικές αρχές να μην επιτρέπουν καμία επικοινωνία ή πρόσβαση σε νομική υποστήριξη» (https://tvxs.gr/news/ellada/new-york-times-mystiki-topothesia-kratisis-prosfygon-ston-ebro).

Η κυβέρνηση για να αναστρέψει το αρνητικό προς αυτήν κλίμα στη χώρα και για να νομιμοποιήσει αμφιλεγόμενες πολιτικές διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης επέλεξε να παραβιάσει διεθνείς κανόνες δικαίου, πιστεύοντας ότι όσο πιο δυσχερείς καταστήσει τους όρους απόδοσης ασύλου στην Ελλάδα, τόσο θα ενισχύσει το μήνυμα προς τους πρόσφυγες ότι: η χώρα του Ξένιου Δία είναι από τις πλέον αφιλόξενες χώρες της Ευρώπης. Σε τούτο το πλαίσιο η ελληνική κυβέρνηση ανέχεται και υποθάλπει τη δράση ανεξέλεγκτων παραστρατιωτικών ομάδων στα νησιά και κυρίως στα σύνορα του Έβρου. Η δολοφονία του 22χρονου Σύρου Μοχάμαντ αλ Αραμπ στον Έβρο το πρωί της Καθαράς Δευτέρας από σφαίρες που έφυγαν από την ελληνική επικράτεια την αφήνει παγερά αδιάφορη, αρνείται τα γεγονότα, αποδίδοντάς τα στην τουρκική προπαγάνδα. Ακόμη και ο πρόσφατος τραυματισμός Έλληνα αστυνομικού από παρακρατικούς που έχουν πάρει τον νόμο στα χέρια τους, έμεινε δίχως τη δέουσα αντιμετώπιση.

Από την ελληνική κυβέρνηση και τα φιλικά της ΜΜΕ, κάθε φωνή που υπερασπίζεται τις αρχές του κράτους δικαίου, της ανθρωπιάς, της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης και της εφαρμογής των διεθνών κανόνων κατηγορείται ως «πέμπτη φάλαγγα», ως δυνάμει συνεργός του Ερντογάν, ως προδότης και εθνομηδενιστής, όπως από χρόνια διατυμπανίζουν η Χρυσή Αυγή και τα πιο περιθωριακά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας, στοχοποιώντας κάθε ένα και κάθε μια με διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα της προσφυγικής κρίσης. Η ακροδεξιά μετατόπιση της Νέας Δημοκρατίας, η σύμπλευσή της με τους χρυσαυγίτες και τα λούμπεν στοιχεία της φασίζουσας-ρατσιστικής ακροδεξιάς εγείρει το ζήτημα υπεράσπισης της Δημοκρατίας στην πατρίδα μας. Κάθε δημοκρατικός άνθρωπος οφείλει με ψυχραιμία να στοχαστεί γύρω από τους κινδύνους που συνεπάγεται για το δημοκρατικό κράτος δικαίου η απάνθρωπη μεταχείριση των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο από τη χώρα μας. Να στοχαστεί και να αντιδράσει, φράζοντας τον δρόμο στη μισαλλοδοξία, τον ρατσισμό, τον αχαλίνωτο εθνικισμό και την ξενοφοβία, πριν να είναι αργά.

Όμως το κείμενό μας δεν θέλει να έχει το χαρακτήρα της καταγγελίας. Οφείλουμε να διατυπώσουμε, πέρα από τις προσωπικές μας απόψεις για το μεταναστευτικό ζήτημα, εναλλακτικές προσεγγίσεις, μιας άλλης, με συστημικούς όρους, ρεαλιστικής πολιτικής που θα διέσωζε τον αξιακό πυρήνα της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Τι θα όφειλε, λοιπόν, να πράξει ένα ευρωπαϊκό κράτος δικαίου. Αφενός μπροστά στην πρόκληση του Ερντογάν, η Ελλάδα να ζητήσει άμεσα (ακόμη και τώρα) τη σύγκληση της Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Έλληνας πρωθυπουργός να θέσει στους ευρωπαίους ομολόγους του το ζήτημα της επιθετικότητας της Τουρκίας, ζητώντας στο τέλος της Συνόδου μια κοινή απόφαση για τη διαχείριση της κρίσης που δεν είναι μόνο υπόθεση ελληνική αλλά ευρωπαϊκή. Τι θα μπορούσε να προτείνει η Ελλάδα για το δημιουργημένο από την Τουρκία νέο κύμα προσφύγων: στη βάση των διεθνών κανόνων δικαίου, η Ελλάδα ως χώρα σύνορο της Ευρωπαϊκή Ένωση να δέχεται, όπως οφείλει, σε ημερήσια βάση έναν αριθμό αιτούντων άσυλο. Οι αιτούντες άσυλο αναλογικά να μετακινούνται σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκή Ένωση και εκεί να εξετάζονται τα αιτήματά τους. Μια τέτοια διευθέτηση θα ακύρωνε εν τοις πράγμασι τον εκβιασμό του Ερντογάν, υποχρεώνοντάς τον να συνομιλήσει με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την από κοινού αρωγή στα 3,5 εκατομμύρια προσφύγων που διαβιούν στην Τουρκία, θέτοντας τέλος στην εργαλειοποίηση των προσφύγων και των μεταναστών που μόνη αφετηρία έχει να υπηρετηθούν εγχώριες και διεθνείς κρατικές και πολιτικές σκοπιμότητες σε βάρος ξεριζωμένων ανθρώπων, από τον πόλεμο και τη βία, για τα οποία τα δυτικά κράτη έχουν το δικό τους τεράστιο μερίδιο ευθύνης.