13 °C Rethymno, GR
02/04/2020

ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ ΣΕΒ

Ασταθές φορολογικό πλαίσιο, πολυνομία, έλλειψη δανεισμού πλήττουν τις επιχειρήσεις

Το ασταθές φορολογικό πλαίσιο (66,3%), η πολυνομία και το ασαφές θεσμικό πλαίσιο (46,8%), η αδυναμία πρόσβασης στη χρηματοδότηση / ακριβός δανεισμός (38,2%), η καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης και το έλλειμμα χρηματοδοτικών και επενδυτικών κινήτρων (33,6%). ήταν τα σημαντικότερα εμπόδια για το «επιχερείν» στην Ελλάδα για το 2019 , όπως προκύπτει από την τρίτη κατά σειρά ετήσια έρευνα «Ο σφυγμός του επιχειρείν», που πραγματοποίησε το Παρατηρητήριο Επιχειρηματικού Περιβάλλοντος του ΣΕΒ σε συνεργασία με την MRB.
Παράλληλα, η υψηλή φορολογία ,»τα απόνερα» της κρίσης, η διαφθορά και το έλλειμμα διαφάνειας εξακολουθούν να προκαλούν τις μεγαλύτερες δυσκολίες στις επιχειρήσεις.
Ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνα  καταγράφεται μια σαφής συνέχιση της βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, όπως και του κλίματος σχετικά με την πορεία της χώρας και των ίδιων των επιχειρήσεων. Όμως, καθώς οι περισσότεροι δείκτες αξιολόγησης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος παραμένουν σε επίπεδα κοντά στη βάση, αναδεικνύονται και τα μεγάλα περιθώρια βελτίωσης που ακόμα υπάρχουν ιδιαίτερα ως προς τη φορολογία, την πολυνομία, τις δυσκολίες στη χρηματοδότηση και τις καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης.
Για πολλές επιχειρήσεις η καθημερινή προσπάθεια επίλυσης προβλημάτων μειώνει τη δυνατότητα επικέντρωσης σε παραγωγικές λειτουργίες και την επιχειρηματική ανάπτυξη. Γι’ αυτό, το κύριο συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι η μετάβαση από τη συγκρατημένη αισιοδοξία στην έμπρακτα βελτιωμένη καθημερινότητα και δυναμική τροχιά ανάπτυξης χρειάζεται μεταρρυθμιστική συνέχεια και την πολιτεία αποφασισμένη να συνεχίσει το έργο της με προσήλωση, κατάλληλο σχεδιασμό και πλάνο, έχοντας στο επίκεντρο την προσέλκυση επενδύσεων και τις ανοιχτές αγορές.
Η έρευνα εστιάζει σε έξι κρίσιμες περιοχές για ένα σύγχρονο επιχειρηματικό περιβάλλον: α) ευκολότερη προσέλκυση επενδύσεων και εξασφάλιση της απαραίτητης χρηματοδότησης β) σαφέστερο και ασφαλέστερο θεσμικό πλαίσιο γ) μείωση της γραφειοκρατίας δ) αναβάθμιση των ψηφιακών υπηρεσιών χωρίς «ηλεκτρονικοποίηση» της γραφειοκρατίας ε) σύγχρονο πλαίσιο απασχόλησης και στ) στοχευμένες κινήσεις που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα εμπόδια.
. Την ίδια ώρα, για πρώτη φορά στην περίοδο 2017-2019 καταγράφεται υποχώρηση στον βαθμό ικανοποίησης των επιχειρήσεων από την ποιότητα και τη διαφάνεια των υπηρεσιών που λαμβάνουν από τον δημόσιο τομέα (από 6,1 σε 6,0 μονάδες και από 5,9 σε 4,9 μονάδες αντίστοιχα).
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει εύληπτα πως δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για εφησυχασμό και πως η κατάσταση μπορεί να αντιστραφεί από έτος σε έτος. Γι’ αυτό είναι κρίσιμο να συνεχιστεί η προσπάθεια εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης των δημόσιων φορέων, προκειμένου να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων. Επίκεντρο πρέπει να αποτελεί η ηλεκτρονική διακυβέρνηση, καθώς οι ψηφιακά ώριμοι φορείς του δημοσίου τομέα αξιολογούνται διαχρονικά θετικά από τις επιχειρήσεις. Αντίθετα, οι φορείς που υστερούν στις ψηφιακές τους υπηρεσίες λαμβάνουν πολύ χαμηλά ποσοστά ικανοποίησης.
Αντίθετα, η αξιολόγηση των υπόλοιπων δημόσιων φορέων είναι χαμηλή. Πολλοί φορείς κρίσιμης σημασίας για την επιχειρηματικότητα λαμβάνουν διαχρονικά ποσοστά ικανοποίησης κάτω από 10% (π.χ. υπουργεία, δικαστήρια, ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές), καταδεικνύοντας πως δεν είναι σε θέση να ακολουθήσουν τις ανάγκες των επιχειρήσεων και πως αποτυγχάνουν να δείξουν σημάδια ουσιαστικής βελτίωσης.
Η αισιοδοξία της επιχειρηματικότητας για το παρόν και το μέλλον τόσο της χώρας όσο και της δικής της πορείας αυξάνεται σταδιακά την περίοδο 2017-2019, αποτυπώνοντας μια προσμονή για οριστική έξοδο από την εποχή των μνημονίων και της ύφεσης, αλλά και την προσδοκία για μια πιο φιλική ως προς την επιχειρηματικότητα πολιτική.
Το 2019 για πρώτη φορά οι επιχειρήσεις που δηλώνουν ότι αναμένουν στα επόμενα τρία έτη να αρχίσει να βελτιώνεται η κατάσταση στη χώρα αποτελούν την πλειονότητα (59,8%). Ακόμα, οι απαισιόδοξες επιχειρήσεις για το μέλλον έχουν πλέον συρρικνωθεί σε 7,4%, έναντι τριπλάσιου ποσοστού μόλις δύο χρόνια πριν.