28 °C Rethymno, GR
03/08/2020

ΔΥΣΑΡΕΣΚΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΔΑΝΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ

«Ασφυξία» στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις λόγω έλλειψης ρευστότητας

Χιλιάδες τα αιτήματα του επιχειρηματικού κόσμου, ελάχιστα έχουν ικανοποιηθεί

Ισχυρό είναι το πλήγμα που έχουν δεχτεί συνολικά οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις του Ρεθύμνου από τις επιπτώσεις της πανδημίας του κορονοϊού. Η απουσία τουριστικής κίνησης έχει ως αποτέλεσμα το πρόβλημα να διογκώνεται και η αγορά να στενάζει.

Άδειοι εμπορικοί δρόμοι, κλειστά καταστήματα και επιχειρήσεις με μηδενικούς τζίρους που προσπαθούν να κρατηθούν ανοιχτές σε μια πρωτόγνωρη υγειονομική κρίση, που έχει εξελιχτεί σε οικονομικό εφιάλτη με το αύριο να χαρακτηρίζεται αβέβαιο από την πλειοψηφία των επιχειρηματιών.

Η απουσία ρευστότητας αποτελεί το μεγαλύτερο αγκάθι για όλες τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις του Ρεθύμνου.

Η δυνατότητα τραπεζικής δανειοδότησης από τα προγράμματα της Αναπτυξιακής Τράπεζας για την παροχή δανείων, είτε με επιδοτούμενο επιτόκιο (ΤΕΠΙΧ) είτε με εγγύηση του Δημοσίου (Ταμείο Εγγυοδοσίας), αν και δημιούργησε αρχικά προσδοκίες για μια τονωτική ένεση στις επιχειρήσεις, εν τούτοις στην πράξη κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να ισχύει.

Αν και οι αιτήσεις που έχουν φτάσει στις τράπεζες σε τοπικό επίπεδο είναι χιλιάδες καθώς συνολικά μικρομεσαίοι επιχειρηματίες επιθυμούν να λάβουν δάνειο για να μπορέσουν να διατηρήσουν το κατάστημα τους ανοιχτό και να μπορέσουν να επιβιώσουν εν μέσω της πανδημίας εν τούτοις, όπως υποστηρίζουν, ελάχιστες είναι αυτές που έχουν ικανοποιηθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι στην προσπάθειά τους να πάρουν όσο περισσότερα χρήματα μπορούσαν, πολλές επιχειρήσεις έκαναν αιτήσεις για δάνεια όχι μόνο σε μία αλλά σε περισσότερες τράπεζες.

Η προσφορά όμως φαίνεται πως είναι αναντίστοιχη της ζήτησης.

Ο επιχειρηματικός κόσμος είναι απογοητευμένος καθώς, όπως αναφέρει, τα δάνεια που εγκρίνονται αφορούν μεγάλες επιχειρήσεις αφήνοντας επί της ουσίας εκτός τις μικρομεσαίες και μικρές, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της τοπικής οικονομίας. Το γεγονός αυτό έχει προκαλέσει την έντονη δυσαρέσκεια τους, καθώς στην πλειοψηφία τους οι επιχειρηματίες αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αδυνατούν να ανταποκριθούν στις οικονομικές υποχρεώσεις και τα λειτουργικά τους έξοδα και πολλοί μάλιστα βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με το λουκέτο. Αντίθετα, όπως λένε, υπάρχουν περιπτώσεις μεγάλων επιχειρήσεων που δανειοδοτήθηκαν χωρίς όμως να έχουν τόσο ανάγκη τα χρήματα αυτά.

Από την πλευρά τους οι τραπεζίτες υποστηρίζουν ότι τα δάνεια δίδοντα ανάλογα με τον τζίρο κάθε επιχείρησης. Τόνισαν ωστόσο ότι η ζήτηση είναι πολύ αυξημένη και οι αιτήσεις που φτάνουν καθημερινά είναι πάρα πολλές και απαιτείται μεγάλη προεργασία έως ότου αυτές φτάσουν στα κεντρικά για να αξιολογηθούν.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα αιτήματα για δάνεια που έχουν υποβληθεί μέχρι σήμερα για το ΤΕΠΙΧ και το Ταμείο Εγγυοδοσίας, αθροίζουν πάνω από 28 δισ. ευρώ, όταν σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των τραπεζών, το έλλειμμα ρευστότητας στην οικονομία υπολογίζεται στα 10 δισ. ευρώ.

 

Χωρίς δανειοδότηση η πλειοψηφία των μικρομεσαίων επιχειρηματιών του Ρεθύμνου

Έντονες είναι οι διαμαρτυρίες από δεκάδες επιχειρηματίες του Ρεθύμνου, που αν και εγκαίρως φρόντισαν και υπέβαλαν τις σχετικές αιτήσεις και τα δικαιολογητικά προκειμένου να δανειοδοτηθούν από τα προγράμματα της Αναπτυξιακής Τράπεζας για την παροχή δανείων, είτε με επιδοτούμενο επιτόκιο (ΤΕΠΙΧ), είτε με εγγύηση του Δημοσίου (Ταμείο Εγγυοδοσίας), εν τούτοις αυτές απορρίφθηκαν ή είναι ακόμα στο στάδιο της αξιολόγησης.

Όπως υποστηρίζουν οι επιχειρηματίες αν και αρχικά θεώρησαν ότι πρόκειται για μια πρωτοβουλία θετική από πλευράς κυβέρνησης, προκειμένου να τονώσουν τις επιχειρήσεις τους που έχουν υποστεί τεράστιο πλήγμα λόγω του lockdown και όλων των επιπτώσεων της πανδημίας, εν τούτοις όπως λένε στην πράξη αυτή δεν εφαρμόζεται αφού οι μικρές επιχειρήσεις δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν. Όπως αναφέρουν οι αιτήσεις είναι χιλιάδες σε τοπικό επίπεδο όμως πολύ λίγες είναι αυτές που τελικά εγκρίνονται και δανειοδοτούνται. Αναφέρουν μάλιστα ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες τους, εξυπηρετούνται μεγάλες επιχειρήσεις και όχι μικρές που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη καθώς είναι αντιμέτωπες ακόμα και με τον κίνδυνο του λουκέτου και η ρευστότητα αποτελεί μονόδρομο για την επιβίωση τους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα αιτήματα για δάνεια που έχουν υποβληθεί μέχρι σήμερα σε πανελλαδικό επίπεδο για το ΤΕΠΙΧ και το Ταμείο Εγγυοδοσίας, ξεπερνούν τα 28 δισ. ευρώ. Δεν είναι τυχαίο ότι στην προσπάθειά τους να πάρουν όσο περισσότερα χρήματα μπορούσαν, πολλές επιχειρήσεις έκαναν αιτήσεις για δάνεια όχι μόνο σε μία ή σε δύο τράπεζες, αλλά σε τρεις ή και τέσσερις.

Κατά πληροφορίες σε πανελλαδικό επίπεδο έχουν γίνει περίπου για 108.000 αιτήσεις συνολικού ποσού 10,5 δισ. ευρώ, όταν ο προϋπολογισμός της δράσης ήταν 1,8 δισ. ευρώ για το ΤΕΠΙΧ 1. Ανάλογη είναι η εικόνα και για το Ταμείο Εγγυοδοσίας που ξεκίνησε στις αρχές Ιουνίου και ήδη οι αιτήσεις για κεφάλαια κίνησης με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου φθάνουν τις 67.000 και το αιτούμενο ποσό ανέρχεται σε 18 δισ. ευρώ. Τα χρήματα του Ταμείου με τη συμμετοχή τραπεζών είναι προς το παρόν 3,6 δισ. ευρώ και η κυβέρνηση έχει δεσμευθεί ότι θα αυξήσει το ποσό της κρατικής εγγύησης, προκειμένου το συνολικό ποσό που θα διοχετευθεί στην οικονομία να φτάσει τα 7,2 δισ. ευρώ.

Ο πρόεδρος του επιμελητηρίου Ρεθύμνου επεσήμανε την επιτακτική ανάγκη ενίσχυσης της ρευστότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων του Ρεθύμνου και σημείωσε τα παράπονα του επιχειρηματικού κόσμου του Ρεθύμνου που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί από τις τράπεζες και να ωφεληθούν από τη δανειοδότηση. «Εκτιμούμε ότι τα λεφτά υπάρχουνε. Όμως εκτιμούμε ότι έχουν πάρει αρκετοί που δεν τα χρειάζονται ενώ δεν έχει μεταφερθεί αυτή η ρευστότητα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που έχουν πραγματικά ανάγκη. Δεν είναι ότι δεν επαρκούν τα χρήματα απλά δεν έχουν προχωρήσει. Ο επιχειρηματικός κόσμος του Ρεθύμνου έχει πολλά παράπονα διότι δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί από τις τράπεζες, βρίσκουν διάφορα κωλύματα», ανέφερε στα «Ρ.Ν.» ο Γιώργος Γιακουμάκης.

Ο πρόεδρος του εμπορικού συλλόγου Ρεθύμνου Γιώργος Πολιουδάκης, από την πλευρά του υποστήριξε: «Το θέμα είναι ότι τα λεφτά ήταν λίγα και πήγαν σε επιχειρήσεις δεν τα χρειάζονται καθόλου, τα δάνεια και οι μικρομεσαίοι που έχουν ανάγκη τη ρευστότητα δεν πήραν τίποτα. Σαν επιμελητήριο έχουμε επανειλημμένως επισημάνει ότι εάν δεν δοθούν χρήματα σε μικρές επιχειρήσεις τότε οι περισσότεροι θα οδηγηθούν σε λουκέτο. Σε τοπικό επίπεδο από την ενημέρωση που έχω οι αιτήσεις είναι χιλιάδες ενώ ελάχιστοι είναι αυτοί που έχουν λάβει έγκριση δανειοδότησης».

 

Τι αναφέρουν  διευθυντές τραπεζών του Ρεθύμνου

Από την πλευρά τους οι τραπεζικοί αναφέρουν πως οι αιτήσεις είναι χιλιάδες σε καθημερινή βάση και οι υπάλληλοι των τραπεζικών υποκαταστημάτων καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε σε σύντομο χρόνο να ετοιμάζουν την αίτηση των πελατών τους και την αποστέλλουν στα κεντρικά των Αθηνών όπου γίνεται αυτή η αξιολόγηση.

Ο διευθυντής τους υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας Ρεθύμνου κ. Αράπογλου ανέφερε πως όλες οι αιτήσεις που παραλαμβάνονται από τα τραπεζικά υποκαταστήματα στέλνονται προς έγκριση στα κεντρικά και υποστήριξε πως δεν απορρίπτονται οι αιτήσεις μικρών επιχειρήσεων λέγοντας χαρακτηριστικά: «Δεν απορρίπτονται οι μικρές επιχειρήσεις. Δεν έχουμε καμία τέτοια ενημέρωση. Έχει βγει τις τελευταίες μέρες μια φημολογία ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις θα πάρουν δάνειο. Εμείς δεν έχουμε καμία ενημέρωση και παραλαμβάνουμε όλες τις αιτήσεις. Το σύστημα κάπου κολλάει. Δεν περιμέναμε να έχει τόση μεγάλη ζήτηση. Υπάρχει αυξημένη ζήτηση και υπάρχει μεγάλη προεργασία που πρέπει να γίνει πριν αποσταλεί οποιοδήποτε αίτημα. Τα κονδύλια είναι ήδη μοιρασμένα. Πόσα θα πάνε σε μεγάλες επιχειρήσεις και πόσα σε μικρές. Αυτό δεν είναι κάτι που το καθορίζουν οι τράπεζες» και πρόσθεσε ότι «οι αιτήσεις είναι πάρα πολλές με αποτέλεσμα να καθυστερούν αποφάσεις. Εμείς σαν κατάστημα ήδη έχουμε αρχίσει και παίρνουμε εγκρίσεις. Το πρώτο πρόγραμμα ολοκληρώθηκε πολύ γρήγορα και άδοξα. Ήταν λίγα τα λεφτά που είχε κανονίσει το υπουργείο και φυσικά δεν μπορούσε να καλύψει την αυξημένη ζήτηση. Περάσανε έξτρα χρήματα στο εγγυοδοτικό και ευελπιστούμε ότι το εγγυοδοτικό θα καλύψει πολλές περισσότερες απαιτήσεις».

Ο κ. Αράπογλου τόνισε ότι υπάρχουν στην πλειοψηφία τους τα αιτήματα δανειοδότησης, ξεκινούν από 40.000 ευρώ και φτάνουν τις 100.000 ευρώ. «Είχαμε μόνο μια αίτηση για μικρότερο δανεισμό της τάξεως των 15.000 ευρώ. .. Το ανώτερο δάνειο που μπορεί να δοθεί είναι 500.000 ευρώ. Το τι θα πάρει κάθε επιχείρηση είναι ανάλογο με τον τζίρο. Η διαδικασία που ακολουθείται είναι ότι εμείς σαν κατάστημα στέλνουμε το αίτημα στα κεντρικά, ένα χρηματοδοτικό κέντρο που εξετάζει όλα τα αιτήματα πανελλαδικά. Στέλνουμε την αίτηση με όλα τα δικαιολογητικά, κάνουμε και την εισήγηση σαν κατάστημα ότι είμαστε γνώστες του πελάτη και από εκεί και πέρα το χρηματοδοτικό κέντρο ελέγχει, αξιοποιεί βλέπει την πιστοληπτική ικανότητα του πελάτη και εγκρίνει ή απορρίπτει. Η απόρριψη γίνεται άμεσα γνωστή. Ενώ οι τράπεζες στέλνουν 500 με 1000 αιτήματα την ημέρα πανελλαδικά ελέγχονται 20. Η καθυστέρηση λοιπόν οφείλεται 90% στο σύστημα ελέγχου που έχει, γι’ αυτό και τώρα σκέφτονται να δώσουν σε ιδιωτικές εταιρείες την αξιολόγηση», σχολίασε.

Από την πλευρά του ο κ. Σταύρος Καψάλης, διευθυντής του υποκαταστήματος της Παγκρήτιας Τράπεζας υποστήριξε ότι: «Αντιμετωπίζουμε τις πολύ μεγάλες προσδοκίες που δημιουργούνται στους ενδιαφερόμενους, τις επιχειρήσεις που έχουν ανάγκη αυτά τα δάνεια από τα μέσα ενημέρωσης, από την προβολή των προγραμμάτων. Οι προσδοκίες αυτές προσκρούουν στο ότι είναι πάρα πολύ μικρά σε μέγεθος σε σχέση με τις ανάγκες της αγοράς. Είναι πολύ μικρά σε μέγεθος τα προγράμματα για να υποστηρίξουν τις ανάγκες των επιχειρήσεων που έχουν πληγεί από τον COVID 19. Πραγματικά οι άνθρωποι έχουν δίκιο. Αυτό συμβαίνει γιατί έχουν δημιουργηθεί προσδοκίες από την προβολή των προγραμμάτων, έρχονται στις τράπεζες αξιολογούνται τα περισσότερα, περνάνε από τη διαδικασία των τραπεζών και δυστυχώς έχουν κλείσει τα προγράμματα που τα υποστηρίζουνε. Δεν υπάρχουν αντίστοιχα κεφάλαια. Γίνεται μια προσπάθεια διεύρυνσης των προγραμμάτων και όντως μέχρι έναν βαθμό συμβαίνει όμως δεν καλύπτουν τις ανάγκες. Δεν υπάρχει ζήτημα μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων. Η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι μικρές και πολύ λίγες μεγάλες, οι οποίες έχουν και τις μεγαλύτερες ανάγκες. Ένα ακόμα θέμα είναι ότι οι μικρές επιχειρήσεις έχουν προβλήματα οργάνωσης. Υπάρχει μια μέριμνα από τις μεγάλες λόγω των οργανωτικών τους δυνατοτήτων να ανταποκριθούνε άμεσα και να συγκεντρώσουνε σωστά τα κατάλληλα δικαιολογητικά, τα φτιάχνουν σωστά καθώς έχουν οργανωμένα επιτελεία και οργανωμένα λογιστήρια. Οι μικρές επιχειρήσεις δεν το έχουν αυτό. Πολλές φορές επανερχόμαστε σε δικαιολογητικά και έτσι έχουμε χάσει προτεραιότητες, χρόνο. Η αίσθησή μου είναι ότι υπάρχουν πολλαπλάσιες αιτήσεις που έχουν επιλεγεί από τις τράπεζες και δεν μπορούν να μπούνε στα προγράμματα γιατί είναι τόσο μικρά σε σχέση με τις ανάγκες που υπάρχουνε».