13 °C Rethymno, GR
11/04/2021

ΜΙΑ ΑΞΕΧΑΣΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΣΣΑ

Βασιλεία Μαρίνου Καζαβή: Η πρέσβειρα των αλησμόνητων πατρίδων

-Ζούσε για να ανασταίνει μνήμες ήθη κι έθιμα της «ξεριζωμένης γενιάς»

Από τους σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή μου μια γυναίκα που ακτινοβολούσε ζεστασιά και αγάπη.

Ήταν η Βασιλεία Καζαβή. Μας έφερε κοντά η μνήμη των αλησμόνητων πατρίδων. Κι ήταν η καλύτερη πηγή μου όταν ερευνούσα την πορεία των Μικρασιατών του Ρεθύμνου.

Αναρίθμητες οι ιστορίες που άκουγα από την γιαγιά Βασιλεία. Και από τους πιο πρόθυμους ακροατές της ένας ακόμα δικός μας άνθρωπος. Ο ιδρυτής των «Ρεθεμνιώτικων Νέων», Γιάννης Χαλκιαδάκης.

Μπορεί να άκουγα το γλυκό του «μάλωμα» όταν κάποια επίσκεψη στην εφημερίδα μου στερούσε παραγωγικό χρόνο. Μόνο για τη Βασιλεία ο χρόνος ήταν άπλετος για να μας χαρίσει την υπέροχη παρουσία της.

Μια χαρισματική γυναίκα

Η Βασιλεία Μαρίνου-Καζαβή γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1925. Τη νανούρισε όμως το βαθύ παράπονο της προσφυγιάς. Ακόμα και στις μεγάλες χαρές έσταζε ένα δάκρυ από τα μάτια των βασανισμένων αυτών ανθρώπων. Γιατί έκαναν μια σύγκριση του βίου εκεί στην πατρίδα και της ζωής στο θλιβερό παρόν τους. Πώς να μη στενάξουν «από της καρδιάς τα φύλλα;».

Ο πατέρας της Βασιλείας, καταγόταν από τα περίχωρα της Σμύρνης και η μητέρα της από τα Βουρλά. Έφτασαν τυχαία στο Ρέθυμνο, με το πλοίο «Πατρίς».

Η οικογένεια Μαρίνου ήταν από τις πιο φτωχές. Το μόνο που περίσσευε στο σπιτικό τους ήταν το φιλότιμο και η πίστη στο Θεό. Κι έτσι πορεύονταν.

Η Βασιλεία είχε το θλιβερό προνόμιο να γνωρίσει την παιδική σκληρότητα, όπως και κάθε προσφυγάκι από τα Ρεθεμνιωτόπουλα. Ακόμα και από δασκάλες ένοιωσε πως ανήκε σε μια άλλη τάξη ανθρώπων που δεν ήταν αρεστή στα «μεγάλα τζάκια».

Μια μέρα όμως κατάλαβε στην πράξη πως «όλα τα δάκτυλα δεν είναι ίδια».

Είχε καθυστερήσει να πάει στο σχολείο και κείνη την μέρα ειδικά είχε συνοδεύσει η Λέλα Κούνουπα τον τσαγκάρη να πάρει μέτρα για παπούτσια στα παιδιά που ήταν άπορα.

Όταν η μικρούλα, που έφθασε καθυστερημένα, διαπίστωσε πως το όνειρο για ένα ζευγαράκι παπούτσια είχε χαθεί, κάθισε σε μια γωνιά κι άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα.

Εκείνη την ώρα περνούσε η Λέλα Κούνουπα που κάτι είχε ξεχάσει και αναγκάστηκε να ξαναγυρίσει στο σχολείο.

Όταν έμαθε το λόγο της παιδικής απελπισίας, χαμογέλασε γεμάτη καλοσύνη. Και παίρνοντας τη μικρή από το χέρι την πήγε η ίδια στον τσαγκάρη να της πάρει μέτρα.

Εκείνο το βράδυ η μικρή δεν έκλεισε μάτι από τη χαρά της. Και το πρωί αναρωτιόταν δυνατά τι έπρεπε να κάνει για να ευχαριστήσει την «κυρία της τιμής» για το δώρο της αυτό.

Η μητέρα της που είχε κουραστεί από το ενθουσιώδες παραλήρημα της κόρης της πήρε ένα άδειο βαζάκι, το έπλυνε ξανά με προσοχή και το γέμισε πετιμέζι. Ήταν από τα «καλούδια» του σπιτιού που εξασφάλιζε η δεξιοτεχνία των γονέων.

Παίρνει το βαζάκι η μικρή και πηγαίνει γραμμή στην οικία Κούνουπα. Ανοίγει μια υπηρέτρια και βλέποντας το κοριτσάκι πήρε αυστηρό ύφος κι ετοιμαζόταν να το διώξει. Ευτυχώς που ενδιαφέρθηκε αμέσως η Λέλα να μάθει την ταυτότητα του πρωινού επισκέπτη κι όταν είδε τη μικρή την κάλεσε επίμονα να ανέβη στο σπίτι.

Ανεβαίνει η Βασιλεία τη σκάλα και δίνει με πλατύ χαμόγελο το βαζάκι με το πετιμέζι στην αρχόντισσα που είχε απέναντί της. Κι εκείνη αφού την ευχαρίστησε την πήρε στην τραπεζαρία, όπου έπαιρνε το πρωινό η οικογένεια.

Η Βασιλεία νόμιζε πως είναι στη χώρα των θαυμάτων. Δεν ήξερε τι να πρωτοθαυμάσει.

Το φιλόξενο χαμόγελο του Ιωάννη Κούνουπα και η φιλική όψη και των τριών παιδιών, έδωσε θάρρος στη μικρή να καθίσει στο τραπέζι. Κι εκεί όμως ξεχάστηκε να κοιτάζει τα πιάτα. Ούτε που μπορούσε να φανταστεί ότι υπήρχαν τραπέζια στρωμένα με τόσα καλούδια.

Αυτό το πρωινό μου το διηγήθηκε άπειρες φορές η αξέχαστη φίλη μου και πάντα η ματιά της δάκρυζε. Εκείνη με έμαθε να αγαπώ τη Λέλα Κούνουπα κι ας μην τη γνώριζα λέγοντάς μου τα όσα μύρια καλά έκανε η σπουδαία αυτή γυναίκα για τους πρόσφυγες.

Μια ζωή δύσκολη

Σαν ήρθε η ώρα της να παντρευτεί οι γονείς την εμπιστεύθηκαν σε ένα φτωχό αλλά εντιμότατο τσαγκάρη, τον Πασχάλη Καζαβή.

Έτσι μπορεί να μην άλλαξε η ζωή της, αφού η αγωνία για το καθημερινό είχε μεταφερθεί τώρα στο νέο της σπιτικό, αλλά σαν γνήσια μικρασιάτισσα, ήξερε να περνά τις δυσκολίες με αξιοπρέπεια και κυρίως να μην μειώνει τον άνδρα της ακόμα κι όταν η ανέχεια δοκίμαζε άσκημα τις αντοχές της. Έδινε μεγάλη αξία η σπουδαία αυτή γυναίκα στην έννοια σεβασμός. Και το απεδείκνυε σε όλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου της.

Με υπομονή ενθάρρυνε κάθε του απόφαση για καλύτερη ζωή. Ακόμα και στην Αθήνα τον ακολούθησε σε μια από τις προσπάθειές του για σταθερό μεροκάματο. Δεν άντεξε όμως και ο Πασχάλης της αναγκάστηκε να την πάρει και να γυρίσουν πίσω. Η Βασιλεία του να χαμογελούσε ξανά και τι στον κόσμο.

Μια χαρισματική αφηγήτρια

Η χαρά μου ήταν να την επισκέπτομαι στο σπίτι της και να μιλάμε για μνήμες, ήθη και έθιμα της Μικράς Ασίας.

Αργότερα την επισκεπτόμουν με τηλεοπτικό συνεργείο και ευτυχώς, γιατί σήμερα έχω κρατήσει αρκετό υλικό στις ταινίες μου από τη γιαγιά Βασιλεία.

Μια τέτοια περίοδο κάναμε μαζί μια αναδρομή στα ήθη κα τα έθιμα της Μικράς Ασίας, που αναβίωναν με συνέπεια οι Μικρασιάτες του Ρεθύμνου. Και μας είχε πει με την άνεση έμπειρου χρονογράφου για τα χρόνια εκείνα τα αξέχαστα.

Ευωδία ασβέστη

«Αρχή Τριωδίου, πριν ακόμα ξεκινήσουμε για την εκκλησία και ν’ ακούσουμε το Ευαγγέλιο του Τελώνη και Φαρισαίου, στο τραπέζι είχαν πάρει τη θέση τους επιμελώς σκεπασμένα τα «κουρκουμπίνια». Μικρές μπουκίτσες από αφράτο φύλλο που «κολυμπούσαν» στο σιρόπι. Και στην Εκκλησία -Θεέ μου συχώρα με- ο δαίμονας που προκαλούσε την παιδική μας σκέψη ν’ αμαρτήσει μας έβαζε συνέχεια στο νου πρώτα εκείνο το πιάτο που περίμενε την επιστροφή μας αλλά και το μεγάλο καπέλο του «κουδουνάτου» (αρλεκίνου) στο ψιλικατζίδικο της γωνιάς που μας είχαν τάξει από τα Χριστούγεννα.

Με την έναρξη του Τριωδίου, οι νοικοκυρές ετοίμαζαν τα σπίτια με περισσότερη επιμέλεια. Ευώδιαζαν ασβέστη οι αυλές και τα δωμάτια. Γιατί περίμεναν κόσμο. Κέντρα δεν υπήρχαν για διασκέδαση, αλλά και να υπήρχαν που να βρεθούν τα χρήματα για τέτοιες πολυτέλειες. Έτσι ήταν συνήθειο οι οικογενειακές συγκεντρώσεις, πότε εδώ και πότε εκεί.

Ήταν πάντως θέμα φιλότιμου οι πολυφαμελίτες να περιμένουν τους άλλους.

Εμείς για παράδειγμα, ήμασταν οκτώ νομάτοι. Σε ποιο σπίτι να πάμε χωρίς να παραβαρύνουμε; Έτσι είχαμε συνέχεια καλεσμένους. Μαζί με τα σχετικά της προετοιμασίας ήταν και οι ορμήνιες σε μας τα παιδιά. Δεν έπρεπε να μιλάμε όταν συζητούσαν οι μεγάλοι, να μην είμαστε προπέτες, οι σκανταλιές έπρεπε να ξεχαστούν και βέβαια να καθίσουμε αδιαμαρτύρητα στο δικό μας τραπέζι που μας ετοίμαζαν για να μην ενοχλούμε τους μεγάλους. Ήταν μαζί μας και τα παιδιά των μουσαφιρέων, περνούσαμε καλά.

Από το Σάββατο της Κρέτινης, της βδομάδας δηλαδή που τρώνε κρέας ξέραμε και ποιούς θα περιμέναμε.

Η πόρτα πάντα ανοιχτή

Μέχρι να ετοιμαστεί το κρέας οι γυναίκες σερβίρανε χορταρόπιτες, τυρόπιτες, κεφτεδάκια (που είχαν ετοιμάσει από βραδύς). Εκτός που τους καλεσμένους ήταν αυτονόητο ότι η πόρτα πάντα ανοιχτή περίμενε τον καθένα. Ένα πανηγύρι είχε η γειτονιά στο Μασταμπά που έμενα. Μα φτωχοί, μα πλούσιοι γλεντούσαν όλοι. Και μπορεί όλο το χρόνο να πεινούσες, αλλά τέτοιες μέρες έπρεπε να κάνεις και «τα μαλλιά σου φροκαλιά», που λέει ο λόγος για να καλοπεράσει ο καλεσμένος μας. Αν είμαστε τυχεροί και δεν είχαν προλάβει άλλοι, είχαμε και το βιολάτορα ή το σαντουριέρη στο γλέντι. Αλλά ήταν λίγοι. Όποιος προλάβαινε δηλαδή… Αν τώρα μέναμε χωρίς όργανα δεν μας άφηνε η όρεξη. Έπαιρνε ο κάθε πιτήδειος, άντρας ή γυναίκα έναν ταβά (ταψί) έδινε το ρυθμό κι άρχιζε το τραγούδι κι ο χορός.

Και μη φανταστείς ότι τραγουδούσαμε μόνο τα μικρασιάτικα που ξέραμε. Όσο φούντωνε το κέφι πιάναμε και τις μαντινάδες. Και ενώ οι άλλοι γλεντούσαν το μάτι της νοικοκυράς ήταν συνέχεια στο τραπέζι για να μην αδειάσει από μεζέ και κρασί. Αν δεν έφτανε και το κρέας πάλι εύρισκε λύση.

Έβαζε στο τηγάνι ελίτσες, τις έσβηνε με κρασί και να δεις τι ωραίος μεζές γινότανε. Το τραπέζι δεν το σηκώναμε για κανένα λόγο. Μπορεί μόνο να πλέναμε τα άδεια πιάτα για να έχουμε καθαρά όταν έρθουν κι άλλοι και το γλέντι συνεχιζότανε μέχρι αργά το βράδυ…

Κι άρχιζε το παιχνίδι

Όταν κουράζονταν από το χορό, μαζεύανε τα πράγματα στην άκρη, χωρίς να αδειάσει από τα πιάτα το τραπέζι, για να υπάρχει μεζές και κρασί, κι άρχιζαν τα παιχνίδια.

Από τα πιο αγαπημένα παιγνίδια ήτανε η «σαλάτα» κάναμε ένα κύκλο γονατιστοί απάνω στο χαλί. Γιατί πάντα οι απόκριες είναι χειμώνα κι ήταν τα χαλιά στρωμένα. Κάναμε λοιπόν ένα κύκλο και λέγαμε «Εσύ είσαι το μαρούλι, η ντομάτα, ο κάρδαμος, το σκόρδο, η αγκινάρα» ό,τι μπαίνει με δυο λόγια σε μια σαλάτα. Κάποιος μεγάλος έδενε ένα κόμπο σε μία πετσέτα κι έλεγε ο πρώτος καθώς ήτανε έτσι σκυμμένος» Να σηκωθεί το μαρούλι να πέσει ηηηηηηη ηηη ντομάτα». Αλλά το ηηηη αργούσε να το πει και ο άλλος του ‘δινε με την πετσέτα στην πλάτη.

Έπειτα παίζαμε την «Κουρελού». Εκεί να δεις γέλια… Έπρεπε βέβαια να παίζουν εκείνοι που σήκωναν τα πειράγματα. Γιατί τις Απόκριες γινότανε κι ένα καλαμπούρι παραπάνω. Παίζαμε φυσικά και το «Πως το τρίβουν το πιπέρι…». Κάποια στιγμή αποφάσιζαν να το διαλύσουν γιατί το πρωί τους περίμενε δουλειά. Να σας διευκρινίσω ότι αυτά γινότανε την Κυριακή της Κρεοφάγου. Τώρα όσοι θέλανε ντύνονταν και μασκαράδες. Εξαφανίζονταν κάποιοι και μετά γύριζαν μασκαρεμένοι…»

Μια πολυτάλαντη Μικρασιάτισσα

Η γιαγιά Βασιλεία πάντα μας ξάφνιαζε ευχάριστα με τις καλλιτεχνικές της επιδόσεις.

Είχε μια υπέροχη φωνή. Όταν την άκουγα ξεχνιόμουν. Είχα την αίσθηση ότι βρίσκομαι στο πατρικό μου στο Κερατσίνι κι ακούω τη γιαγιά εκ Σμύρνης να τραγουδά τους καημούς της προσφυγιάς «Από ξένο τόπο κι από αλλαργινό».

Η διαφορά με τη γιαγιά Βασιλεία ήταν ότι σε κάποια αποστροφή του τραγουδιού και μέχρι να περάσει στο επόμενο κουπλέ έκανε και μια γύρα, κρατώντας το ρυθμό με τα ακροδάχτυλα, και με μια ευλυγισία αξιοθαύμαστη για την ηλικία της.

Όπως ήταν φυσικό πλαισίωσε από τους πρώτους τη χορωδία Μικρασιατών και είχαμε πολλές φορές την ευκαιρία να την απολαύσουμε στα σόλο της. Γιατί ο χοράρχης της ο κ. Ανδρέας Γιακουμάκης ήξερε να την αξιοποιεί σε κάθε εκδήλωση προς μεγάλη ικανοποίηση του ακροατηρίου.

Εκεί όμως που τον απόλαυσα και συχνά τη φέρνω στη μνήμη μου ήταν στην παράσταση «Η δύση της Ανατολής» του Παρασκευά Συριανόγλου. Η γιαγιά Βασιλεία ήταν στο στοιχείο της. Εκείνη την ερμηνεία της δεν θα την ξεχάσω. Κι ευτυχώς την κρατήσαμε στο Πολιτιστικό Ρέθυμνο για να ξαναβλέπω εκείνη την παράσταση.

Η αξέχαστη φίλη έζησε με τον καημό της προσφυγιάς, αλλά φρόντισε να κάνει πολλά ταξίδια στην Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη με το σύλλογο Μικρασιατών που ήταν η «ψυχή» του.

Η αγαπημένη φίλη και συγγενής της κ. Στέλλα Μιχάλα, σε μια συνέντευξη της μετά τα θάνατο της γιαγιάς είχε αναφερθεί σε μία ξεχωριστή στιγμή, όταν έξω από την Αγιά Σοφιά, σε ένα από τα ταξίδια του συλλόγου, η ηλικιωμένη πια Βασιλεία Καζαβή άρχισε να τραγουδάει ένα μικρασιάτικο τραγούδι. Σιγά σιγά και οι υπόλοιποι ακολούθησαν. Οι φύλακες τους κύκλωσαν, δεν την σταμάτησαν. Τους προειδοποίησαν, όμως, πως εάν το συνεχίσουν δεν θα τους επιτρέψουν να μπουν στο Σύμβολο της Ορθοδοξίας…

Όσο κουρασμένη κι αν ήταν η Βασιλεία Καζαβή, ένοιωθε μεγάλη χαρά να δέχεται κόσμο. Θυμάμαι όταν την έβαζα να εφαρμόζει μικρασιάτικες συνταγές για να βιντεοσκοπήσω, ήταν πάντα στην ώρα της έτοιμη. Και ήξερε με τον μοναδικό της τρόπο να κάνει κάθε γύρισμα αλησμόνητο.

Αλίμονο πάντως στον οπερατέρ που θα σκεπτόταν να ετοιμαστεί για αναχώρηση χωρίς να έχει δοκιμάσει τις δημιουργίες της Βασιλείας. Επέμενε εκτός από το πιάτο που είχε ήδη σερβίρει να του βάλει σε ένα αλουμινόχαρτο κάτι ακόμα για το… δρόμο.

Η γιαγιά Βασιλεία έφυγε μεγάλη. Είχε κλείσει τα 96 οδεύοντας στο αιώνιο ταξίδι.

Μα ζει πάντα μέσα στη μνήμη μας μια όαση ανθρωπιάς, μια νότα νοσταλγίας, ένα τραγούδι που υμνούσε τις αλησμόνητες πατρίδες. Ήταν ακριβώς η προσωποποίηση της Μικρασιάτικης αρχοντιάς. Ήταν το υπόδειγμα εκείνης της σπάνιας φύσης που κάνει τον πόνο τραγούδι κι εφαρμόζει στην πράξη το «Επτά φορές να πέσεις οκτώ να σηκωθείς» που είναι αξίωμα για κάθε Μικρασιάτη.

Μας ορφάνεψε ο μισεμός της αλλά η μνήμη της καίει άσβηστη να μας εμπνέει και να μας νουθετεί. Έτσι τη νοιώθουμε πάντα κοντά μας και σκεπτόμαστε πόσο τυχεροί θα είναι οι άγγελοι ακούγοντας το τραγούδι της. Γιατί σίγουρα η γιαγιά Βασιλεία ακόμα και κει που βρίσκεται δεν θα αντέχει στον πειρασμό να μη μουρμουρίσει ένα από κείνα τα δικά μας τραγούδια με το αργόσυρτο παράπονο που ξεσηκώνει το νου και κάνει την ψυχή να δακρύζει.