29 °C Rethymno, GR
31/07/2021

Για τα σχολεία του Μυλοποτάμου: Η αποτυχία μας… και μια ευχή

Της ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΔΟΥΒΑ*

Θα μπω στο θέμα κατευθείαν. Επί πολλές δεκαετίες καταστρέφουμε συστηματικά τα παιδιά στη μέση εκπαίδευση. Αυτής της βαθμίδας την εμπειρία έχω επί είκοσι επτά έτη και με βάση αυτήν την εμπειρία μου μιλώ. Η καταστροφή έχει χαρακτήρα θεσμισμένο και οργανωμένο μέσα από τους επίσημους φορείς της εκπαίδευσης και έχει συγχρόνως τις αιτίες της στην αδιαφορία και τη μοιρολατρία με την οποία δεχόμαστε όλοι ως κοινωνία -συμπεριλαμβανομένων και ημών των διδασκόντων- την καταστροφή αυτή… οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Όποιος ανυποψίαστα διαβάσει ή ακούσει τους σκοπούς και τους στόχους -παιδαγωγικούς και μεθοδολογία- που τίθεται ως προϋπόθεση από τους αρμόδιους φορείς και περιβάλλει θεωρητικά την εφαρμογή της διδασκαλίας σε κάθε διδακτικό αντικείμενο στη μέση εκπαίδευση, θα κουραστεί βέβαια από τον άπειρο αριθμό σελίδων, αλλά θα ησυχάσει και θα μείνει ευχαριστημένος. Ένα ιδανικό σχολείο! Ολόπλευρη ανάπτυξη, έμφαση στις νέες τεχνολογίες, συστηματική υποστήριξη των μαθησιακών προβλημάτων, ψυχοπαιδαγωγική στήριξη, διαμόρφωση δημοκρατικών αξιών του σύγχρονου πολίτη, ενίσχυση της ομαδικότητας, αποδοχή…

Το σταματώ εδώ. Θα πετάξω πολύ μακριά απ’ όλα αυτά και θα έρθω στο παράδειγμα, ξεκινώντας ανάποδα, από το τέλος, από το σήμερα, το δικό μου σήμερα…

Τι σχολείο χρειάζεται μια κοινωνία κτηνοτρόφων και αγροτών στα ημιορεινά και ορεινά χωριά του Μυλοποτάμου Κρήτης; Αν υποθέσουμε πως έχει νόημα να υποβάλουμε και να απαντήσουμε ένα τέτοιο ερώτημα, τότε πρέπει ευλόγως να ισχυριστούμε πως γνωρίζουμε καλά την κοινωνία αυτή και την περιοχή και ότι μπορούμε να διαμορφώσουμε και να προτείνουμε το είδος της Παιδείας που θα έρθει να καλύψει τα συγκεκριμένα κενά της, να επουλώσει τις πληγές της και να δώσει προοπτική στη δυναμική της, ώστε οι νεαροί μαθητές να ωφεληθούν και να ωφελήσουν.

Ας επιχειρήσω μια σύντομη αποτύπωση λοιπόν, μέσα από παρατήρηση στο σχολικό χώρο, στους μαθητές του σχολείου μου, που αντιπροσωπεύουν ένα κομμάτι της κοινωνίας αυτής.

Η σχολική γνώση, η αποθησαύρισή της, η απομνημόνευσή της και η συμβατική αντιμετώπισή της ως μια αναγκαία διαδικασία και δοκιμασία που οδηγεί στο επόμενο στάδιο/βαθμίδα ισχύει για λιγότερους από τους μισούς μαθητές. Ο καλός βαθμός είναι ένα μακρινό όνειρο αλλά και συγχρόνως κάτι ακατανόητο και αχρείαστο για τους περισσότερους. Η παγίδευση που επιφυλάσσει στο σύγχρονο μαθητή η τροχιοδρόμησή του στις ράγες των εξετάσεων γενικότερα και των Πανελληνίων εξετάσεων ειδικότερα και η αγωνία για την αξιολόγηση των επιδόσεων, εδώ δεν ισχύει.

Όμως η γνώση που μεταφέρεται με βιωματικό τρόπο, που ανοίγει ορίζοντες σε τομείς ενδιαφερόντων που ήδη έχουν, η γνώση που ανακαλεί και αξιοποιεί τις προσλαμβάνουσες και την εμπειρία τους από το φυσικό περιβάλλον αλλά και τα πλούσια κοινωνικά βιώματά τους και την καθημερινότητά τους, είναι αυτή που πιάνει τόπο.

Αρκετοί από τους μαθητές λοιπόν, θα μιλήσουν στον ενικό στον καθηγητή. Δεν είναι ενικός της αγένειας, είναι απλά ενικός.

Ο καθηγητής είναι γι’ αυτά τα παιδιά ένας ακόμη ξένος, που αλλάζει κάθε χρόνο, έρχεται και φεύγει. Ένας ταλαιπωρημένος και άπειρος κατά κανόνα αναπληρωτής εκπαιδευτικός, που παλεύει με όλες τις αντιξοότητες δίχως εφόδια. Συχνά δεν καταλαβαίνει τη διάλεκτο, δεν γνωρίζει το χωριό του μαθητή ούτε προλαβαίνει να μάθει κάτι για τον τόπο και τις συνθήκες ζωής. Συχνά παραμένει ξενος ως το τέλος της χρονιάς. Η γνωριμία όμως είναι ανάγκη να γίνει…

Αλλά δεν ανοίγει εύκολα η πόρτα της επικοινωνίας. Αυτής της συμβατικής επικοινωνίας που γνωρίζει ανέκαθεν το σχολείο και που είθισται να βασίζεται στην αποδοχή της ιεραρχίας και της αυθεντίας του διδάσκοντος. Εδώ δεν υπάρχει αυθεντία. Η σχέση που οικοδομείται είναι στην καλή περίπτωση σχέση αναγνώρισης και αγάπης, στην κακή περίπτωση σχέση απαξίωσης οριακής ανοχής και σε κάποιες περιπτώσεις, σύγκρουσης.

Είναι δύσκολο «ο ξένος» να κατανοήσει πως δεν υπάρχει εδώ η κοινή αντίληψη του Δικαίου, με τον τρόπο που ο μετέχων της Σύγχρονης Δημοκρατικής Πολιτείας και των αξιών της, το έχει στο μυαλό του. Δικαιοσύνη εδώ, είναι η υπεράσπιση του Δικού μας, Αυτού που αγαπάμε. Που ορκιζόμαστε στο όνομά του κι ας έχει διαπράξει ο,τιδήποτε.

Επίσης Δικαιοσύνη είναι η αυτονόητη χάρη και άφεση που θα δοθεί, για οποιαδήποτε παράβαση, σε αντάλλαγμα της σταθερής αναγνώρισης και πίστης και πιθανά στην ανταπόδοση του «χρέους», στη δύσκολη ώρα.

Η οικογένεια και η ευρύτερη οικογένεια, είναι ιερή, όπως και η φιλία. Ο κώδικας της κοινωνικής συνύπαρξης που υπάρχει εδώ, έχει εγγραφεί δυνατά και ανεξίτηλα. Υπάρχουν πολύ δύσκολες και απαιτητικές ρήτρες. Για άντρες και γυναίκες. Για τα αγόρια που πρέπει από πολύ μικρά να γίνουν άντρες και για τα κορίτσια που πρέπει από πολύ μικρά να τηρήσουν κανόνες και να αποδεχθούν συμβάσεις.

Όλο αυτό που συχνά προβάλλεται ως μια ρομαντική ετερότητα, ή ένα ενίοτε γελοιοποιημένο φολκλόρ, έχει τη ρίζες του πολύ βαθιά πίσω στο χρόνο και στην Ιστορία μας, ως καταβολή που αναγνώριζε με συγκεκριμένα σημάδια υπεροχής και υποτέλειας τον άρχοντα και τον αρχόμενο, τον δυνατό και τον αδύναμο, μέσα από υλικά και συμβολικά εχέγγυα και είναι ένας κώδικας συνύπαρξης. Οι κοινωνικοί επιστήμονες, οι ανθρωπολόγοι που πέρασαν από αυτούς τους τόπους, έζησαν κατέγραψαν και κατανόησαν τι συμβαίνει, είναι μακριά τώρα. Και χρειαζόμαστε- οι εκπαιδευτικοί- τη βοήθειά τους.

Το σύγχρονο σχολείο, δεν κατανοεί αυτό το πλαίσιο. -Είτε τού είναι αδιάφορο, στην καλύτερη περίπτωση, είτε στη χειρότερη, υποτιμά τις αρχές και τις αξίες, επιτίθεται, θέλει και επιδιώκει να «τους» αλλάξει.

Και ενώ ο κόσμος της Πολιτείας που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα μακριά, αποκηρύσσει υποκριτικά την αρχαϊκή αυτή ταυτότητα της κοινωνίας που στην αρνητική έκφανσή της οδηγεί μεθυσμένη, έχει όπλα και ουσίες και τα χρησιμοποιεί, «δεν μαθαίνει και δεν εκπολιτίζεται»… παράλληλα μικρές και μεγάλες εξουσίες, βασίζουν την εκλογή τους και τη συνέχισή τους, στην εξαγορά της πίστης ή/και στην εξαργύρωση της παραβατικότητας μια κοινωνίας συμπαγούς προς τα έξω, με δυνατή συνοχή λόγω των σχέσεων συγγένειας, που έτσι, σχεδόν σύσσωμη μπορεί να χειραγωγηθεί και να ελεγχθεί προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Μπορεί να είναι ωστόσο και επικίνδυνα απρόβλεπτη…

Και τα παιδιά; Το ζουν και το νοιώθουν όλο αυτό, δουλεύοντας από μικρά, πίνοντας από μικρά, σκαρφαλώνοντας στα βουνά ή στο βολάν του αγροτικού από μικρά, μαθαίνοντας τη σκληρή επιβίωση, παλεύοντας μαζί με τους γονείς, με τις δύσκολες οικογενειακές καταστάσεις, μέσα στη μεγάλη διευρυμένη οικογένεια, από μικρά, μεγαλώνοντας τα αδελφάκια τους.

Ποιο σχολείο λοιπόν θα μπορούσε να λειτουργήσει πρόσφορα γι’ αυτές τις Κοινότητες; Τα παιδιά και τους γονείς τους;

Θα ξαναγυρίσω στην αποτυχία του εκπαιδευτικού μας συστήματος στη μέση εκπαίδευση της οποίας τυγχάνω λειτουργός.

Το ελληνικό σχολείο και εμείς οι εκπαιδευτικοί είμαστε ανέτοιμοι να προσφέρουμε σε αυτά τα παιδιά ό,τι χρειάζονται ως εκπαίδευση. Εκτός από τις εξαιρέσεις των δασκάλων που βρίσκουν το δύσκολο δρόμο με δικές τους δυνάμεις και προσεγγίζουν, χωρίς καμία βοήθεια, με ευαισθησία.

Τα σχολεία μας ωστόσο, δυστυχώς, αποτελούν κατά κανόνα προκρούστεια κλίνη των εφήβων. Το λέω αυτό με τη λύπη και τη βεβαιότητα που μού δίνει η αλλαγή δώδεκα σχολείων σε επαρχία και πρωτεύουσα και τα εικοσιεπτά χρόνια σε αυτή τη δουλειά.

Και ξέρουμε πως οι έφηβοι, προκειμένου να μείνουν αρτιμελείς, αντιδρούν, και όποιο στοιχείο τους δεν τούς δίνεται η ευκαιρία να το αναπτύξουν γόνιμα μέσα σε ένα καλλιεργητικό σχολείο, συχνά το αναπτύσσουν έξω, δύσκολα και ενίοτε καταστροφικά. Τη δεκαετία εξάλλου 1980-90, μέσα στην ανοχή και την πάγκοινη αδιαφορία, αναπτύχθηκαν μέσα στα σχολεία μας, εκείνα τα παιδιά που μετά ως ενήλικες στελέχωσαν τη Χρυσή Αυγή…

Σταματώ εδώ. Όσο για την ευχή μου, είναι τα ορεινά σχολεία να επιβιώσουν, με μόνιμους καθηγητές και γνώστες των συνθηκών και οι κοινότητες των βουνών μας να μακροημερεύσουν αναγνωρίζοντας την αξία τους και την πραγματική ανθρώπινη δύναμή τους.

 

Η Μαρία Παδουβά, είναι εκπαιδευτικός