32 °C Rethymno, GR
28/07/2021

ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΕΝΑΣ ΣΕΜΝΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ

Γιώργος Φρυγανάκης: Ο καθηγητής που καλλιέργησε τον έντεχνο λόγο στους μαθητές του

-«Πιστεύω στον πατριωτισμό των δασκάλων που δεν έγιναν τυχαία δάσκαλοι…» μας λέει

Ο Γιώργος Φρυγανάκης, είναι από τις ευλογημένες παρουσίες αυτού του τόπου. Δεσπόζουν οι πνευματικές του δημιουργίες στον τοπικό τύπο και στον εκδοτικό χώρο, αλλά ο ίδιος παραμένει σεμνός και επιμένει να κινείται διακριτικά στο χώρο των ενδιαφερόντων του.

Ομολογώ ότι πάνω από τον συγγραφέα, τον ποιητή, τον αρθρογράφο, τον Καλό Δάσκαλο, επιμένω πάντα στον άνθρωπο Γιώργο Φρυγανάκη, που διδάσκει από τον καιρό που τον γνωρίζω όχι μόνο τον πλούτο της Ελληνικής Γραμματείας αλλά κυρίως ήθος και αγωγή ψυχής σε μικρούς και μεγάλους.

Αντιπροσωπεύει τον αυθεντικό Μικρασιάτη σε κάθε του δραστηριότητα, σε κάθε του πρωτοβουλία. Θέλει να βλέπει γύρω του κήπους δημιουργίας. Θέλει να βλέπει τους άλλους αποστασιοποιημένους από ευτελείς τρόπους ζωής να αγναντεύουν σε ψηλότερες κορφές ακόμα κι εκείνοι που θεωρούνται από τους φύσει επικριτές των πάντων οι «τελευταίοι του χωριού».

Θυμάμαι τον πατέρα του, τον αξέχαστο Δημήτρη Φρυγανάκη, που δίδαξε στους νέους το αρχαίο πνεύμα αθάνατο του ελληνικού αθλητισμού, στις ταπεινές αλάνες, να νοιώθει περήφανος για τα παιδιά του την Τασούλα του και το Γιώργο του. Κι είχε τόσο δίκιο.

Αρχικά βέβαια η κα Αναστασία Φρυγανάκη με τις καινοτόμες δράσεις της στην Εκπαίδευση που υπηρέτησε με τόση έμπνευση και συνέπεια, κέντριζε το ενδιαφέρον μας. Αλλά και ο αδελφός της Γιώργος δημιουργούσε και πόσα δεν δημιουργούσε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Έχοντας την αυτογνωσία να μου καθορίζει τα όριά μου στην αξιολόγηση προσώπων δεν τολμώ να αναφερθώ στον λόγιο και συγγραφέα Γιώργο Φρυγανάκη. Θα αδικήσω τη λογοτεχνική του προσφορά. Θα σταθώ, λοιπόν, σε μια άλλη του ιδιότητα που τον κάνει και ξεχωριστό στο χώρο της εκπαιδευτικής δράσης.

Ανέκαθεν είχε μια έφεση να οδηγεί στο τυπογραφείο συλλογικές προσπάθειες μαθητών του στο λόγο, είτε με τη μορφή περιοδικών είτε με τη μορφή ποιητικών ανησυχιών, κάνοντας το ίδιο, παράλληλα, και με τους συναδέλφους του που είχαν τον ίδιο με αυτόν στόχο.

Ποιος είναι άραγε ο απολογισμός του, μέχρι σήμερα, από την όλη αυτή δραστηριότητα; Ο ίδιος, καθόλου εύκολα πρέπει να ομολογήσουμε, δέχτηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις μας, όταν καταφέραμε να τον πείσουμε ότι το αφιέρωμά μας δεν αποσκοπεί στην δική του προβολή αλλά στη σημασία της προσπάθειάς του να δίνει κίνητρα για μαθητικές εκδόσεις.

  • Με ποιες αφορμές μας δώσατε εκείνες τις περίφημες εκδόσεις των μαθητών σας

«Η κινούσα με αρχή ήταν ότι ένα σχολείο, δεν είναι μόνο η υλικοτεχνική του υποδομή, τα ντουβάρια, τα θρανία και οι όποιες εγκαταστάσεις του. Δεν είναι μόνο οι παραδόσεις των δασκάλων του και οι επιδόσεις των μαθητών του στα μαθήματα… Είναι και η σχολική ζωή και ειδικότερα οι εκδόσεις του. Εκδόσεις που στηρίζονται στον εθελοντισμό και τη συνεργασία δασκάλων και μαθητών και καταξιώνουν τη σχολική κοινότητα ως κύτταρο δημοκρατικής και δημιουργικής ζωής.

Συγ-κινούσα με αρχή ήταν ότι το εκδοτικό έργο είναι ένα πάρεργο, που σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να αποβεί σε βάρος της επίδοσης των μαθητών ή της απόδοσης των εκπαιδευτικών.

Με βάση αυτή τη… διαρχία κινήθηκα στη δημιουργία του περιοδικού «Σχεδία» 2ου Λυκείου Ρεθύμνου με τη φιλοδοξία να καθιερωθεί σε μόνιμη και μάλιστα γόνιμη γραμμή. Να αποτελέσει ένα φιλόξενο χώρο για κάθε είδος ελεύθερης και δημιουργικής έκφρασης των μαθητών του σχολείου και συγχρόνως μια γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στους μαθητές του σχολείου και άλλων σχολείων. Να μεταφέρει στους μεγαλύτερους της φρεσκάδα της νεανικής σκέψης ως μιας πλούσιας πηγής ανανέωσης, προς όφελος όλων. Και φυσικά να αποτελέσει ένα διαχρονικό κρίκο ανάμεσα στις αλληλλοδιαδεχόμενες μαθητικές και διδασκαλικές γενιές του σχολείου, ως παράδοσή του…

Το περιοδικό εκδιδόταν σε ετήσια βάση το διάστημα1993-2004 και δικαίωνε τις προσδοκίες μου και με το παραπάνω. Μάλιστα με μαγιά κάποιες πρώτες ύλες από τα τεύχη του, προέκυψαν οι άλλες αυτοτελείς εκδόσεις, οι λεγόμενες «Εκδόσεις Σχεδίας», όπως τις ονόμασα για να ενισχύσω την εντύπωση της λειτουργίας στο σχολείο μου μιας μικρής εκδοτικής κυψέλης:

α) «Μαθητικές Κοινότητες – Λόγος και πράξη», Ρέθυμνο 1998. («Η ειδική αυτή έκδοση στο Α’ Μέρος στοχεύει στην όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη ενημέρωση των μαθητών για τα δικαιώματα και τα καθήκοντά του στα πλαίσια της Μαθητικής Κοινότητας, προκειμένου να αξιοποιήσουν τα πρώτα και να ανταποκριθούν στα δεύτερα όσο το δυνατόν πιο υπεύθυνα και δημιουργικά. Στο Β’ Μέρος στοχεύει στη συνολική προβολή των άμεσων βιωμάτων, των προβληματισμών και των προτάσεων των μαθητών σχετικά με τη σχολική πραγματικότητα, προκειμένου να αξιοποιηθούν και να αξιοποιηθούν όσο το δυνατόν καλύτερα… από τους συνυπεύθυνους φορείς της Εκπαιδευτικής διαδικασίας». Από τον Πρόλογο)

β) «Ποιητικοί Σχεδιασμοί» (Συλλογή ποιημάτων μαθητών 2ου Λυκείου», Ρέθυμνο 1999).

γ) «Πεζογραφικές Απόπειρες» (Συλλογή διηγημάτων μαθητών 2ου Λυκείου), Ρέθυμνο 2003).

δ) «Πολιτιστική Χαρτογράφηση του Ρεθύμνου», στο πλαίσιο ομότιτλου Περιβαλλοντικού Προγράμματος 2000-2003 και με τη μορφή ένθετων αφιερωμάτων στη «Σχεδία» αλλά και τελικό δέσιμο τους σε ένα τόμο το 2004.

Την ίδια προσπάθεια επανέλαβα με παρόμοιους καρπούς στο Πειραματικό Λύκειο Ρεθύμνου του Πανεπιστημίου Κρήτης, όπου μετατέθηκα τα πέντε τελευταία χρόνια της υπηρεσίας μου:

  1. Περιοδικό «Μαθητικοί Πειραματισμοί» Πειραμ. Λυκείου Ρεθύμνου Π.Κ., 2004-2009.
  2. «Ποιητικό Οδοιπορικό στο Ρέθυμνο του χθες και του σήμερα», Ρέθυμνο 2008. (Έρευνα και ανθολόγηση ποιημάτων -Ρεθυμνιωτών και μη ποιητών- για το Ρέθυμνο)
  3. «Ποιητικοί Πειραματισμοί» (Συλλογή ποιημάτων μαθητών Πειραματικού Λυκείου Ρεθύμνου Π.Κ.), Ρέθυμνο 2009.

Να τονίσω εδώ ότι η συγκομιδή στις λογοτεχνικές ιδίως εκδόσεις δεν ήταν εύκολη υπόθεση, εξαιτίας της ανασφάλειας και των αναστολών που έχουν τα παιδιά σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με αποτέλεσμα να καταχωνιάζουν τις δημιουργίες τους σε απίθανες κρύπτες, σαν να επρόκειτο για… αμαρτωλές πράξεις.

Δεν χρησιμοποίησα ποτέ αυτή τη λειτουργία μου στα σχολεία ως αναβαθμό για άλλη… βαθμίδα, γιατί, για μένα -επαναλαμβάνω για μένα- την ανώτατη βαθμίδα ήδη την κατείχα και αυτή δεν ήταν άλλη από την ιδιότητά μου ως «μάχιμου δασκάλου», όπως χαρακτηρίζουμε οι εκπαιδευτικοί στη γλώσσα μας το δάσκαλο της τάξης. Και το ίδιο έχω να πω και σε ότι αφορά στην παρόμοια εκδοτική λειτουργία ή συλλειτουργία μου στο πλαίσιο του επιστημονικού σωματείου των Φιλολόγων (Περιοδικό Συνδέσμου Φιλολόγων Ρεθύμνου «Αναζητήσεις») ή του Συλλόγου Καθηγητών του Πειραματικού Λυκείου (Περιοδικό «Απόψεις»)».

  • Είχαμε κάποια αποτελέσματα και στην πορεία της ζωής των μαθητών σας με την εμπειρία που απέκτησαν από τις συλλογικές σας προσπάθειες;

«Κατ’ αρχήν δεν υπονοώ, ούτε στο ελάχιστο ότι «αποπειράθηκα» να διδάξω στα παιδιά… δημοσιογραφική-συγγραφική τέχνη. Προσπάθησα να αξιοποιήσω τις γνώσεις του κυρίως από το βιβλίο Έκφραση-Έκθεση της Β Λυκείου (Δημοσιογραφικά είδη) και περισσότερο την ανάγκη τους να εκφραστούν κάπως διαφορετικά απ’ ότι στις καταναγκαστικές σχολικές εργασίες και τη δίψα τους να βρεθούν σε μια… όαση. Μια όαση που επιζητούσα άλλωστε κι εγώ. Μην ξεχνούμε ότι αναφέρομαι στο ασφυκτικό πλαίσιο του εξετασιοκεντρικού Λυκείου, που κάποιες χρονιές οι Πανελλήνιες Εξετάσεις περιελάμβαναν από μια ντουζίνα εξεταζόμενων μαθημάτων στη Β’ τάξη και άλλη μία στη Γ’!

Πολύ εύγλωττο το σχετικό σκίτσο του εξωφύλλου του Τεύχους 4/1997 (Λίτσας Μακρυδάκη και Ρένιας Νανάκη).

– Η αλήθεια είναι ότι αυτή η …όαση σε αρκετές περιπτώσεις λειτούργησε ως επώαση μελλοντικής συγγραφικής και λογοτεχνικής δημιουργίας και δημοσιοποίησης. Και έχω στη βιβλιοθήκη μου τέτοια συγγραφικά δείγματα από «τιμητικές δωρεές» με συγκινητικές αφιερώσεις. Κάποια παιδιά στράφηκαν προς σχολές σχετικές με τη δημοσιογραφία. Το πιο σπουδαίο για μένα είναι ότι τα περισσότερα απέκτησαν ή ενίσχυσαν το θάρρος της δημοσιοποίησης της γνώμης τους, χάρη στην κατοχυρωμένη γνήσια ελευθεροτυπία που τους παρεχόταν στο σχολείο. Και αυτό ακόμη το βιώνω συχνά στην πόλη που ζω από τους πρώην μαθητές μου. Να πω και κάτι άλλο: Γράφοντας και δημοσιοποιώντας κανείς γραπτά του μπορείς να εκτιμήσει αντικειμενικότερα τους γράφοντες και δημοσιοποιούντες τα γραπτά τους. Και αυτό δεν είναι λίγο. Ούτε είναι πιστεύω λίγο ότι δινόταν η ευκαιρία σε «αδύνατους» κατά τ’ άλλα μαθητές να δείξουν τη λογοτεχνική τους δύναμη ενδυναμώνοντας την αυτοπεποίθησή τους…»

  • Ποια ήταν η μεγαλύτερη χαρά και ποια η μεγαλύτερη απογοήτευση αυτής της προσπάθειας;

«Η μεγαλύτερη χαρά μου, μιλώ ειλικρινά, δεν ήταν από τις πανελλήνιες βραβεύσεις (και μάλιστα με Πρώτα Βραβεία από φορείς όπως η εφημερίδα «Τα ΝΕΑ» της Αθήνας ή το Ίδρυμα Προαγωγής δημοσιογραφίας Αθανασίου Β Μπότση και τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό) κάποιων τευχών του περιοδικού, αλλά από τη χαρά και τον ενθουσιασμό που εκδήλωσαν οι μικροί δημοσιογράφοι-συγγραφείς-λογοτέχνες, ζωγράφοι, σκιτσογράφοι και όλοι οι συνεργάτες του περιοδικού όταν τους πήγα τυπωμένο το πρώτο τεύχος του περιοδικού Σχεδία. Απερίγραπτες εκδηλώσεις και ανεξίτηλες στη μνήμη μου. Το ίδιο συνέβαινε όταν κυκλοφορούσαν τα τεύχη του περιοδικού και οι αυτοτελείς εκδόσεις ή όταν διάβαζαν τις αναρτημένες από εμένα στον πίνακα ανακοινώσεων θετικές κριτικές που δημοσιεύονταν στον τοπικό τύπο.

Να πω και κάτι άλλο: Το ίδιο διάστημα με το πρώτο τεύχος της Σχεδίας κυκλοφόρησε και το πρώτο τεύχος του περιοδικού των Φιλολόγων που και αυτό δημιουργήθηκε με εισήγησή μου και επιμέλειά μου. Καμία σύγκριση συναισθημάτων μου. Τα «παιδιά της Σχεδίας μας» με έκαναν να νιώσω κάτι άλλο, πιο δυνατό. Και έτσι έμειναν στη μνήμη μου ως «Τα παιδιά της Σχεδίας μας». Και έτσι κάποιες στιγμές εμφανίζονται από το πουθενά και μου… συστήνονται!

Η μεγαλύτερη απογοήτευση ήταν η ασυνέχεια αυτής της προσπάθειας μετά την αποχώρησή μου λόγω μετάθεσης».

 

  • Είχατε την υποστήριξη που σας άξιζε από την εκάστοτε Προϊσταμένη σας Αρχή;

«Πάντα υπήρχε αυτή η στήριξη και αναφέρομαι στην ηθική στήριξη από τους άμεσους προϊσταμένους μου, του διευθυντές των Λυκείων όπου υπηρέτησα. Αναφέρομαι κυρίως στον κο Ζαννέτο Ζήνωνα (2ο Λύκειο) και τον κο Ταξάκη Ανδρέα (Πειραματικό Λύκειο). Ο πρώτος πρόβαλε δυναμικά το περιοδικό, αλλά και, όταν χρειάστηκε, προστάτεψε το περιοδικό και εμένα από κάποιες κακόβουλες και «μυωπικές» εξωτερικές βολές κατά της ελευθεροτυπίας του περιοδικού. Ο δεύτερος βρήκε τρόπο να στηρίξει και οικονομικά κάποιες εκδόσεις, αλλά και αργότερα ως προϊστάμενος Μέσης Εκπαίδευσης υιοθέτησε πρότασή μου και καθιέρωσε ετήσιο Διαγωνισμό Μαθητικών Εντύπων, τοποθετώντας με ως συνταξιούχο πια στην επιτροπή κρίσης και παρατείνοντας έτσι τη σχέση μου με τα μαθητικά περιοδικά.

Γενικά όμως τα έξοδα των εκδόσεων καλύπτονταν από διαφημίσεις και σε λίγες περιπτώσεις κερδών τα χρήματα διατέθηκαν σε κοινωνικούς σκοπούς (:για ΑμΕΑ ή για συμμετοχή απόρων μαθητών στην πενθήμερη εκδρομή της Γ Λυκείου) και σε ανάγκες του Σχολείου (όπως αγορά αθλητικών στολών των ομάδων μπάσκετ κοριτσιών και ποδοσφαίρου αγοριών 2ου Λυκείου και συμβολή στα έξοδα του φωτοτυπικού του)».

  • Με την ειλικρίνεια που σας χαρακτηρίζει, πως σχολιάζετε τη σημερινή κατάσταση στην εκπαίδευση; Έχουμε συνεχιστές του έργου σας;

«α) Ως προς τη σημερινή κατάσταση στην εκπαίδευση: Συνήθως οι παλαιότεροι για λόγους συναισθηματικούς βλέπουν τη δική τους εποχή καλύτερη και τη δική τους προσφορά μεγαλύτερη, διυλίζοντας τα αρνητικά, για τα οποία κάποτε αντιδρούσαν έντονα. Είναι κάπως σαν το στρατό, που όταν υπηρετούμε, γκρινιάζουμε διαρκώς και όταν απολυθούμε, νοσταλγούμε τα ηρωικά μας χρόνια. Κάθε εποχή έχει τα συν και τα πλην της.

Για να σας απαντήσω, παραστατικά, σας παραπέμπω στο εξώφυλλο του 5ου τεύχους της «Σχεδίας»/1997 (Σκίτσο του μαθητή Νικήτα Φεσσά), όπου η «μεγαλοκοπέλα» ΠΑΙΔΕΙΑ εικονίζεται γεμάτη μπαλώματα και λίφτινγκ, με φόντο τα κάδρα των διακομματικά κύριων υπεύθυνων της κατάστασής της Υπουργών παιδείας…(Με τις εμβαλωματικές και αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις, που συνήθως περιορίζονται στην αυξομείωση του αριθμού των εξεταζόμενων μαθημάτων στις Πανελλήνιες Εξετάσεις). Δεν είμαι όμως απαισιόδοξος. Πιστεύω στον πατριωτισμό των δασκάλων που δεν έγιναν τυχαία δάσκαλοι…

β) -Συνεχιστές γενικά του μαθητικού εκδοτικού έργου και βέβαια υπάρχουν και θα υπάρχουν. Πάντα θα υπάρχει το μεράκι σε κάποιους εκπαιδευτικούς, γιατί χρειάζεται πολύ μεράκι για να αντεπεξέλθεις στις ανάγκες του απαιτητικού αυτού ρόλου. Η υπόθεση κατά κάποιο τρόπο παραπέμπει -για να θυμηθούμε και τον αείμνηστο Παπανούτσο- στη σχέση ποταμού και… καναλιτζή, με αναγκαία την ευτυχή συγκυρία: να έχει φουσκώσει το ποτάμι και συγχρόνως να βρεθεί το κατάλληλο χέρι που θα ανοίξει το κανάλι της άρδευσης… Τους συνεχιστές δεν πρέπει να τους βλέπουμε στο στενό πλαίσιο ενός σχολείου…

Θα πρέπει, βέβαια, να δεχτούμε ότι σήμερα είναι πιο εύκολες και ανέξοδες οι ηλεκτρονικές εκδόσεις, που όμως δεν μπορούν να συγκριθούν με τις «επί χάρτου».

Αν επιμένετε για πιο εξειδικευμένη απάντηση σας λέω: Ένα περιοδικό δεν είναι ιδιοκτησία του υπεύθυνου καθηγητή ή της συντακτικής επιτροπής του, αλλά του σχολείου, μια σκυτάλη που παραδίδεται από τη μια γενιά στην άλλη με τη δυναμική του αίεν αριστεύειν… Είναι ενσωματωμένο στην ιστορία και στην παράδοση του σχολείου και τα Πανελλήνια Βραβεία Πρωτιάς του λαμπρύνουν το όνομα του Σχολείου. Η εξαφάνιση των ιχνών ενός περιοδικού και άλλων εκδοτικών δραστηριοτήτων του παρελθόντος δεν είναι προς όφελος της περπατησιάς ενός σχολείου. Αυτό το σχόλιο ισχύει για το Σχολείο της παλιάς «Σχεδίας», όπου υπηρέτησα 23 χρόνια. Όσο για το δεύτερο σχολείο μου, όπου υπηρέτησα τα τελευταία μου, δεν υπήρξε συνέχεια στις συγκεκριμένες εκδόσεις μου, υπήρξε όμως έντονη κινητοποίηση των μαθητών και πλούσια εκδοτική δραστηριότητα με άλλες αξιόλογες μορφές. Όπως προανέφερα, όλα είναι θέμα… ποταμού και καναλιτζή».