28 °C Rethymno, GR
09/08/2020

Γυναικείες παρεμβάσεις σωτηρίας σε χαλεπούς καιρούς

Μια καπετάνισσα από το Ροδάκινο και μια καλλονή από το Μέρωνα που η ψυχραιμία της έσωσε αθώα γυναικόπαιδα από τους Τούρκους

Ήταν Ιούλιος του 1823. Οι Κρητικοί έχουν περιορίσει στα κάστρα τους Τούρκους και ιδιαίτερα εκδικούνται για τα τόσα χρόνια σκληρής σκλαβιάς τους φοβερούς Γενίτσαρους.

Ο εχθρός καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς ενισχύσεις και δεν έχει επιλογές, καθώς η επανάσταση εδραιώνεται. Ζητά λοιπόν τη συνδρομή του Αιγύπτιου Μεχμέτ Αλή που ευχαρίστως ανταποκρίνεται. Στέλνει για βοήθεια έναν αιμοδιψή Αλβανό τον Χουσεΐν Πασά.

Αυτός μεθοδικά και εκμεταλλευόμενος τις αδυναμίες των υπερασπιστών του νησιού ξεκινά από το Ηράκλειο και σπέρνοντας τον όλεθρο από το Ηράκλειο μέχρι το Αμάρι φθάνει και στην επαρχία Αγίου Βασιλείου. Με την ίδια τακτική καταφέρνει ανενόχλητος βιάζοντας και σφάζοντας να πλησιάσει το Ροδάκινο.

Επειδή τα νέα κυκλοφορούσαν γρήγορα ακόμα και στις εποχές που δεν υπήρχε η συνδρομή της τεχνολογίας, έμαθαν στο χωριό για τον επικείμενο ερχομό των Αιγυπτίων. Μια ομάδα, καμιά δεκαπενταριά γυναίκες με τα παιδιά τους έσπευσαν να βρουν τόπο να κρυφτούν. Μια σπηλιά τους πρόσφερε καταφύγιο αλλά οι στρατιώτες κατάφεραν να τις εντοπίσουν.

Από φόβο μήπως στη σπηλιά υπήρχαν και άνδρες με τουφέκια κι επειδή δεν είχαν άλλο τρόπο να το διαπιστώσουν έστειλαν έναν στρατιώτη να ερευνήσει. Εκείνος μη μπορώντας να κάνει και διαφορετικά άρχισε να αναρριχάται για να φτάσει στο σπήλαιο. Από μια άστοχη κίνηση κατά την αναρρίχηση εκπυρσοκρότησε το όπλο του και τον τραυμάτισε σοβαρά στο πόδι. Δυο δάχτυλα είχαν αποκοπεί και η αιμορραγία ήταν ακατάσχετη.

Εκείνος όμως έπρεπε να ολοκληρώσει την αποστολή του, αφού ανέπνεε ακόμα. Κατάφερε με φρικτούς πόνους να φτάσει στο σπήλαιο. Βρήκε τα γυναικόπαιδα και τα παρέδωσε στους άλλους. Εκείνοι έδεσαν τις γυναίκες εκτός από τα παιδιά που κοιτούσαν φοβισμένα και δεν ήξεραν τι να κάνουν και παρέδωσαν την άκρη του σχοινιού στον τραυματισμένο στρατιώτη αδιαφορώντας για την κατάστασή του. Τον διέταξαν να τις μεταφέρει στο Ρέθυμνο για να συνεχίσουν εκείνοι τον δρόμο τους. Άλλωστε δεν είχε να κάνει παρά με λίγες τρομοκρατημένες γυναίκες που, καθώς ήταν και δεμένες δεν μπορούσαν να του δημιουργήσουν πρόβλημα.

Μέσα σε φρικτούς πόνους ξεκίνησε ο στρατιώτης σέρνοντας τις αιχμάλωτες. Σε λίγο δεν μπορούσε να κρατήσει τις φωνές του σε βαθμό που άρχισαν να τον λυπούνται και οι ίδιες οι αιχμάλωτες. Μια από αυτές η Μαρίνα, ανδρογυναίκα με τα όλα της, περίμενε να φτάσουν κοντά σε ένα βράχο και εκεί ζήτησε το λόγο από τον στρατιώτη.

– Εδώ του είπε κακόμοιρε, φυτρώνει ένα βοτάνι που σταματά το αίμα από την πληγή, παγουριαίνει και τον πόνο. Ας θες άφησέ με να σου φέρω λίγο να βάλεις στο πόδι σου να γειάνει.

Ήταν τέτοια η κατάσταση του τραυματία που δεν περίμενε να το σκεφτεί. Αμέσως της έλυσε τα χέρια. Η Μαρίνα σύρθηκε με την κοιλιά στο σημείο που βρισκόταν ένας θάμνος και με τεράστια προσπάθεια απέσπασε ένα δυο κλωνάρια.

Τα έδωσε στον Τούρκο βοηθώντας να τα βάλει στην πληγή. Φαίνεται πως είχε άμεσο αποτέλεσμα το βότανο, γιατί ο στρατιώτης σταμάτησε να βογγά. Έδειχνε ανακουφισμένος.

Η Μαρίνα δεν έχασε καιρό.

– Τώρα του είπε είδες που είναι το βότανο. Κατέβα να πάρεις περισσότερο γιατί αυτό που μπόρεσα να κόψω δεν θα σε φτάσει. Κι έχουμε δρόμο μπροστά μας.

Ο Τούρκος χωρίς να χάσει καιρό χαμήλωσε, υπολόγισε την απόσταση μέχρι το θάμνο και ετοιμάστηκε να συρθεί μέχρι εκεί. Η Μαρίνα με κομμένη την ανάσα τον παρακολουθούσε και μόλις βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία, καθώς είχε τα χέρια ελεύθερα πήρε μια μεγάλη πέτρα και την πέταξε με αστραπιαίες κινήσεις στο κεφάλι του στρατιώτη. Εκείνος από τη ζάλη δεν μπόρεσε να κρατηθεί κι έπεσε στο γκρεμό.

Αμέσως η Μαρίνα έλυσε τις χωριανές της και όλες μαζί κατέβηκαν στο μονοπάτι για να γυρίσουν στο χωριό, αφού πρώτα ξαρμάτωσαν τον Τούρκο. Ακόμα και στο δρόμο του γυρισμού δεν πίστευαν πως είχαν σωθεί.

Με την ίδια ευχάριστη έκπληξη τις υποδέχτηκαν οι χωριανοί τους όταν τις είδαν.

Από τότε η θέση της Μαρίνας στην τοπική κοινωνία έγινε ξεχωριστή. Οι Ροδακινιώτες την είχαν περί πολλού και πλέον καπετάνισσα την ανέβαζαν καπετάνισσα την κατέβαζαν.

Για κείνη όμως είχε μοναδική σημασία το γεγονός ότι με την ψυχραιμία και την εξυπνάδα της κατάφερε να σώσει τόσα γυναικόπαιδα και τον εαυτό της από τόσο μεγάλο κίνδυνο.

H πεντάμορφη Κατερίνα από το Μέρωνα

Ήταν μια πανέμορφη κοπέλα η Κατερίνα. Όλος ο Μέρωνας μακάριζε τον Ιλλαρίωνα Μόσχο (Μοσχάκη) και για τη θυγατέρα του Καλότροπη και νοικοκυρά, άξια σε όλα. Στα 1801 είδε το πρώτο φως της ζωής. Και μεγάλωνε σύμφωνα με τις παραδόσεις του τόπου της. Η καλλονή του Μέρωνα ακουγόταν και Λάριου, από το όνομα του πατέρα, κάτι πολύ συνηθισμένο στην εποχή να ακούγεται σαν επίθετο το πατρώνυμο.

Σαν γνήσια Μερωνιανή, η Κατερίνα, εκτός από φυσική ομορφιά, διέθετε έντονη προσωπικότητα, αλλά από νωρίς φανέρωνε και έντονη δίψα για κάθε τι πνευματικό.

Με τις αρετές της αυτές ξεχώριζε, τόσο, που ο θρύλος πήρε στα φτερά του πολλά στοιχεία από τη ζωή της και όπως ήθελε ο άνεμος της προφορικής παράδοσης, έφτασαν κάποια πράγματα από τη ζωή της στις μέρες μας.

Πουλήθηκε σκλάβα τέσσερις φορές.

Για την αρπαγή της μια προφορική παράδοση αναφέρει ότι, κάποιος Τούρκος Πασάς γοητευμένος από την ομορφιά της, έβαλε να την απαγάγουν.

Κατά μια άλλη εκδοχή το 1823, όταν οι Τούρκοι προσπαθώντας να καταστείλουν την επανάσταση έφθασαν και στο Μέρωνα, συνέλαβαν με άλλα γυναικόπαιδα και την Κατερίνα και την έσυραν στα σκλαβοπάζαρα, όπου και πουλήθηκε σκλάβα τέσσερις φορές. Τελευταία την αγόρασε ένας Αλεξανδρινός έμπορος, ο οποίος την επήγε στην Αίγυπτο, όπου την αγόρασε ο Σύριος μπέης Παρασαμνής και την οδήγησε στο Βερούτι όπου διέμενε.

Το στοιχείο ότι πωλήθηκε τέσσερις φορές, είναι απολύτως ακριβές, αφού και η ίδια το ανέφερε, όταν στα γεράματά της, διηγιόταν τα πάθη της.

Συζυγική λατρεία

Ο Παρασαμνής την παντρεύτηκε και είχαν να λένε για τη λατρεία του στο πρόσωπό της. Η αδυναμία που της είχε φαινόταν και από την ελευθερία που της έδινε να πηγαίνει όπου ήθελε και γινόταν θυσία για να μην της λείψει τίποτα.

Εκείνη, όμως, δεν μπορούσε να χαρεί τίποτα από τη ζωή της αυτή, μέσα στη χλιδή, καθώς την έτρωγε η νοσταλγία για τον τόπο της και τους δικούς της. Έκανε δυο παιδιά που φρόντιζε η ίδια με στοργή αλλά ακόμα κι όταν τα έσφιγγε στην αγκαλιά της, ένοιωθε σαν να μην τα είχε γεννήσει. Την ενοχλούσε ότι ήταν «Τουρκάκια» που τα ανάτρεφε, όπως ήθελε, ο άντρας της και θα γινόταν κάποτε κι αυτά εχθροί της πατρίδας της.

Πέρασαν δώδεκα ολόκληρα χρόνια αλλά η Κατερίνα δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στη ζωή που της πρόσφερε ο άνδρας της κι ας ήταν τυλιγμένη στο μετάξι και τα πιο ακριβά διαμαντικά στόλιζαν την ομορφιά της.

Με την ελευθερία των κινήσεων που διέθετε, δημιούργησε στενή φιλική σχέση με μια οικογένεια Χριστιανών, που έτυχε να συναντήσει, στην οποία και ο άντρας της Κατερίνας είχε εμπιστοσύνη.

Όταν η Μερωνιανή καλλονή βεβαιώθηκε ότι ο αρχηγός της οικογενείας αυτής, Χατζηβασίλης λεγόταν, θα τη βοηθούσε να δραπετεύσει δεν έχασε καιρό.

Η μεγάλη απόφαση

Με σπαραγμό η αλήθεια, περίμενε να ξυπνήσουν τα παιδιά της. Τα έντυσε, τα κτένισε, τα φίλησε κι έφυγε δήθεν για ένα περίπατο. Δεν ξαναγύρισε.

Κατά μια εκδοχή ο Χατζηβασίλης τη βοήθησε να διαφύγει με ένα καραβάνι που πήγαινε στα Ιεροσόλυμα. Άλλη πάλι εκδοχή αναφέρει ότι δραπετεύοντας από το Βερούτι κατάφυγε στη Μονή Καλογραιών στην Τήνο. Μπορεί και οι δυο εκδοχές να ευσταθούν γιατί η Κατερίνα λεγόταν και Χατζήνα, επομένως θα είχε περάσει από τους Αγίους Τόπους.

Αλλά και η περίπτωση του μοναστηριού επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα που ακολούθησαν.

Ο άντρας της όταν συνειδητοποίησε ότι η γυναίκα του εξαφανίστηκε, λίγο έλειψε να τρελαθεί.

Εγκατέλειψε τα πάντα και άρχισε να τη γυρεύει παντού. Έφθασε και στο μοναστήρι. Εκεί υποχρέωσε τις καλόγριες να περάσουν μία μία από μπροστά του.

Πέρασε και η Κατερίνα τρέμοντας και προσευχόμενη στην Παναγία να μην την αναγνωρίσει. Πράγματι έτσι όπως ήταν τυλιγμένη στο ράσο της, ήταν φυσικό μέσα στην παραζάλη του εκείνος να μην την καταλάβει.

Απελπισμένος πια αποφάσισε να γυρίσει πίσω στα παιδιά του. Και τους αφοσιώθηκε επειδή έβλεπε σ’ αυτά την αγαπημένη του γυναίκα.

Στο δρόμο της επιστροφής

Η Κατερίνα όταν πια κατάλαβε ότι δεν κινδύνευε, πήρε το δρόμο του γυρισμού, κρατώντας δυο λαμπάδες για την εκκλησία του χωριού της. Όταν έφθασε επιτέλους εκεί, ήταν απερίγραπτη η συγκίνηση που ένοιωσε, αλλά και οι δικοί της δεν ήξεραν πως να εκφράσουν τη χαρά τους, που επιτέλους την ξανάβρισκαν.

Τότε άρχισε η όμορφη Μερωνιανή να ξαναζεί, αναπνέοντας το μυρωμένο αέρα του χωριού της και απολαμβάνοντας την αγάπη των δικών της και των χωριανών που την είχαν καμάρι και περηφάνια τους.

Όταν τους διηγιόταν τις περιπέτειές της, έτυχε να τη ρωτήσουν, πως ένοιωθε μακριά από τα παιδιά της και πως άντεξε να τ’ αποχωριστεί.

– Τα λυπήθηκα τους απάντησε. Μα ήταν Τουρκάκια. Τα κτένισα, τα φίλησα και με τη βοήθεια του Χατζηβασίλη εδραπέτευσα.

Τις δυο μεγάλες λαμπάδες που κρατούσε η Κατερίνα τις αφιέρωσε στην εκκλησία του χωριού και σώζονταν μέχρι το 1910, γιατί τις άναβαν κι από λίγο κάθε Πάσχα.

Η Κατερίνα Λάριου-Μοσχάκη, ασφαλώς για λόγους προνοίας εγκατέλειψε κάποτε το χωριό της και εγκαταστάθηκε στην Πόμπια, βρίσκονταν άσυλο και προστασία σε φιλικές της οικογένειες, διαφεύγοντας τις ενδεχόμενες αναζητήσεις των συμπατριωτών του συζύγου της, ίσως και του ίδιου.

Μια τραγική σύμπτωση

Τα χρόνια πέρασαν κι ήρθε η επανάσταση του 1866. Με το μαχαίρι οι Τούρκοι, σε άγριες επιδρομές, προσπαθούσαν να την καταπνίξουν, τρομοκρατώντας τα γυναικόπαιδα. Άφηναν παντού ερείπια και χαλασμό. Ανάμεσά τους και Αιγύπτιοι που ήταν ακόμα σκληρότεροι και από τους Τούρκους. Αρχηγός τους ο Μεχμέτ Πασάς, σκληρός, θαρραλέος και αποφασιστικός. Αφού σκόρπισε όσο μεγαλύτερη καταστροφή γινόταν με τους άνδρες του, πάτησε το Αμάρι και τράβηξε για το Μέρωνα. Οι νέοι, και όσοι μπορούσαν να κρατήσουν όπλα, είχαν προλάβει να φύγουν και στο χωριό είχαν απομείνει μόνο γυναίκες, γέροι και παιδιά. Εκεί βρισκόταν και η Κατερίνα.

Οι Αιγύπτιοι έζωσαν το χωριό και ήταν έτοιμοι να το καταστρέψουν, όταν ξαφνικά είδαν μπροστά τους μια ηλικιωμένη γυναίκα, που, σε άπταιστα Αραβικά, τους ζήτησε να την οδηγήσουν μπροστά στον αρχηγό τους. Έτσι κι έγινε. Ο Μεχμέτ έκπληκτος την άκουσε στη γλώσσα του να τον ικετεύει να σπλαχνιστεί τον άμαχο πληθυσμό του χωριού και να μην τους πειράξει. Απορημένος τη ρώτησε που έμαθε τόσο καλά τα Αραβικά και εκείνη του διηγήθηκε την ιστορία της. Ακόμα και το όνομα του συζύγου της του αποκάλυψε, μπροστά στην μεγάλη του επιμονή.

Και τότε η Κατερίνα έζησε την πιο συγκλονιστική στιγμή της ζωής της. Είδε τον αγέρωχο Αιγύπτιο στρατηλάτη να πέφτει στα πόδια της, να της φιλά με λυγμούς τα χέρια και να την αποκαλεί γλυκιά του μανούλα. Ο Μεχμέτ ήταν ένας από τους γιους που είχε αφήσει πίσω της!

Όπως ήταν φυσικό δεν πείραξε κανέναν από το χωριό αλλά μάταια την εκλιπαρούσε να γυρίσει πίσω στο σπίτι της και στα παιδιά της.

Μια ζωή σαν μυθιστόρημα

Η Κατερίνα ξαναγύρισε στην Πόμπια, αμέσως μετά, όπου πρόσφερε σε όποιον χρειαζόταν τη βοήθειά της, ελεώντας τους φτωχούς και παρηγορώντας του αδυνάτους. Εκεί πέθανε και ετάφη.

Η ιστορία τελειώνει με δυο εκδοχές. Η μία λέει ότι κάποτε ο Μεχμέτ ξαναγύρισε να δει τη μητέρα του και βρήκε τον τάφο της. Ξέθαψε τα οστά της και τα μετέφερε στην Αίγυπτο όπου τα ενταφίασε, αποτίοντας έτσι το χρέος του προς τη μητέρα του, όπως το νόμιζε αυτός. Η άλλη λέει, πως όταν η Κατερίνα είχε πεθάνει, ήλθε στην Πόμπια ένας γέρος άγνωστος και εγκαταστάθηκε εκεί. Ζούσε ερημικά και η μόνη του ασχολία ήταν να πηγαίνει στον τάφο της Κατερίνας κάθε τόσο. Κι όταν ο Γέρος αυτός πέθανε, απεκαλύφθη πως ήταν ο Μεχμέτ που είχε περιέλθει σε δυσμένεια και ζήτησε άσυλο και παρηγοριά στη μάνα του που ήταν όμως νεκρή.

Παλαιότερα είχαμε πάρει στοιχεία για την Κατερίνα Μοσχάκη από τη σειρά «Κρήτη Αφιέρωμα» και μάλιστα με αυτά είχαμε συνθέσει ένα δρώμενο, που παρουσιάστηκε στο Ωδείο στο πλαίσιο επετειακής εκδήλωσης. Είχε γίνει μάλιστα αφορμή για μια αναφορά στην εκπομπή του Γιώργου Βιτώρου και μια συζήτηση σε τηλεοπτικό πάνελ στην τηλεόραση Creta, για τον ψυχισμό των γυναικών που αναγκάζονται να αλλάξουν πατρίδα.

Αυτά που παραθέτουμε είναι από ένα δημοσίευμα του αείμνηστου παιδοχειρουργού Ηλία Μοσχάκη στον «Εθνικό Κήρυκα» της Νέας Υόρκης (22 Φεβρουαρίου 1959).

Ένα πληρέστατο πράγματι αφιέρωμα στην όμορφη Ρεθεμνιωτοπούλα, που έγινε θρύλος για την καλλονή της, αλλά και για την συγκλονιστική ιστορία της, με πλοκή που θυμίζει μυθιστόρημα από αυτά που γράφει τόσο περίτεχνα η ζωή.

 

Πηγές: «Η καπετάνισσα του Ροδάκινου» (Κρητική Επιθεώρηση 11/7/1930)

Εύας Λαδιά: Κατερίνα Λαρίου – Μοσχάκη Μια ζωή σαν μυθιστόρημα

Εθνικός Κήρυκας Νέας Υόρκης (22/2/1959)

Κρήτη Αφιέρωμα