Στις αρνητικές επιπτώσεις που προκαλούν στην ευρωπαϊκή και ελληνική οικονομία τα  υψηλά ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας αναφέρεται μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που δόθηκε στη δημοσιότητα.

Η έκθεση του ΔΝΤ εμπεριέχει πολλές αναφορές στην Ελλάδα, καθώς η χώρα μας πορεύεται για πολλές δεκαετίες με το πρόβλημα της μακροχρόνιας ανεργίας, κάτι που έχει επιδράσει αρνητικά στις δεξιότητες του εργατικού δυναμικού και στο σύνολο της παραγωγικότητάς της οικονομίας.

Σύμφωνα με την μελέτη του ΔΝΤ, η μακροχρόνια ανεργία παραμένει μια βασική πρόκληση για ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, ειδικά για εκείνες που επλήγησαν περισσότερο από την οικονομική κρίση.

Στη διετία 2018 – 2019 στο σύνολο των χωρών της ΕΕ η υψηλότερη μακροχρόνια ανεργία εντοπιζόταν στην Ελλάδα, όπου σχεδόν ένας στους πέντε Έλληνες σε ηλικία εργασίας ήταν μακροχρόνια άνεργος. Μάλιστα, στην Ελλάδα, μαζί με την Ισπανία, ο ρυθμός αύξησης της μακροχρόνιας ανεργίας ήταν περίπου τέσσερις φορές μεγαλύτερος μετά την οικονομική κρίση, σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την κρίση.

Κατά το ΔΝΤ, οι χώρες με υψηλή μακροχρόνια ανεργία τείνουν να έχουν πολύ υψηλά ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας των νέων. Αυτό εντοπίζεται στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία, την Κροατία και τη Σλοβακία, ενδεικτικά η μακροχρόνια ανεργία των νέων στην Ελλάδα αυξήθηκε πάνω από 15 ποσοστιαίες μονάδες, μετά την οικονομική κρίση.

Είναι χαρακτηριστικό πως η Ελλάδα είχε το υψηλότερο επίπεδο εμφάνισης μακροχρόνιας ανεργίας μετά την κρίση, καθώς σχεδόν το 75% των ανέργων ήταν μακροχρόνια άνεργοι, ακολουθούμενη από τη Σλοβακία, την Ιταλία και τη Βουλγαρία.

Το ΔΝΤ σημειώνει πως ο βαθμός αναντιστοιχίας των δεξιοτήτων ποικίλλει σημαντικά σε ολόκληρη την ΕΕ.

Σε σχέση μάλιστα με την προ κρίσης περίοδο, οι αναντιστοιχίες δεξιοτήτων επιδεινώθηκαν σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Πορτογαλία. Η ανάλυση του ΔΝΤ σημειώνει πως στην Ελλάδα εκείνοι με ενδιάμεσο επίπεδο δεξιοτήτων αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο να καταστούν μακροχρόνια άνεργοι, κάτι που ισχύει και για τις Ισπανία, Κροατία, Πορτογαλία, Σλοβακία και Ιρλανδία.

Τέλος, ενδιαφέρον έχουν τα στοιχεία του ΔΝΤ για το πως αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές χώρες την μακροχρόνια ανεργία.

Η Αυστρία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Κροατία, η Λετονία, η Πορτογαλία και η Φινλανδία δίνουν προτεραιότητα στις δαπάνες για προγράμματα κατάρτισης, ενώ η Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Ουγγαρία και η Σλοβενία ξοδεύουν το μεγαλύτερο μερίδιο των προϋπολογισμών στήριξης των ανέργων για την άμεση δημιουργία θέσεων εργασίας.

Δεδομένου ότι η επί μακρόν επιδότηση της ανεργίας δύναται να έχει θετικές οικονομικές επιδράσεις στο βαθμό που παρέχει στους ανέργους ικανό διαθέσιμο χρόνο προκειμένου να εναρμονίσουν πλήρως τα τυπικά τους προσόντα µε τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας, το ΔΝΤ εξετάζει και αυτή την παράμετρο. Από τα ευρήματα του Ταμείου προκύπτει πως η αποτελεσματικότητα της αγοράς εργασίας στην ΕΕ μειώθηκε γενικά μετά την οικονομική κρίση και βελτιώθηκε ελαφρά τα τελευταία χρόνια.

Ωστόσο, αυτό δεν ίσχυσε για χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Λιθουανία, η Ρουμανία, η Ισπανία, η Βουλγαρία και η Σλοβενία , όπου η αποτελεσματικότητα της αγοράς εργασίας συνέχισε να επιδεινώνεται.