30 °C Rethymno, GR
11/07/2020

ΤΗΝ ΤΡΙΕΤΙΑ 2017-20129 ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ ΞΕΕ

Επενδύσεις τριών δισ. ευρώ για την ανακαίνιση και αναβάθμιση των ελληνικών ξενοδοχείων

- Η Κρήτη είναι η δεύτερη περιφέρεια της χώρας μετά το Νότιο Αιγαίο με τον μεγαλύτερο αριθμό ξενοδοχείων σε ποσοστό 16%

Σε επενδύσεις τριών δισ. ευρώ προχώρησαν την τελευταία τριετία οι Έλληνες ξενοδόχοι με στόχο την αναβάθμιση και ανακαίνιση των μονάδων τους, προκειμένου να βελτιώσουν τις παρεχόμενες υπηρεσίες και να προσελκύσουν περισσότερους και μεγαλύτερου εισοδηματικού επιπέδου επισκέπτες. Μέσα σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον οι επιχειρηματίες δαπανούν χρήματα με στόχο να βελτιώσουν τις εγκαταστάσεις υποδοχής και φιλοξενίας επισκεπτών ανά τον κόσμο εκσυγχρονίζοντας και αναβαθμίζοντας τις ξενοδοχειακές τους μονάδες.
Αυτό προκύπτει από την ετήσια έρευνα για την ξενοδοχειακή αγορά, με τίτλο: «Εξελίξεις στα βασικά μεγέθη της ελληνικής ξενοδοχείας 2019», που διενήργησε το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων για λογαριασμό του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου της Ελλάδας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, την 3ετία 2017-2019 οι Έλληνες ξενοδόχοι δαπάνησαν περίπου 3 δισ. ευρώ (1 δις. ανά έτος) για ανακαίνιση και αναβάθμιση των ξενοδοχείων τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι για τα πεντάστερα ξενοδοχεία δαπανήθηκαν 847.445923 ευρώ, για τα τετράστερα 1.253.060.478, για τα ξενοδοχεία τριών αστέρων 491.681.,800 ευρώ, για τα ξενοδοχεία δυο αστέρων 253.037400 και για τις μονάδες με ένα αστέρι 49.101.641. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Κρήτη είναι η δεύτερη περιφέρεια της χώρας μετά το νότιο Αιγαίο με τον μεγαλύτερο αριθμό ξενοδοχείων σε ποσοστό 16%.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έρευνα από το 2000 καταγράφεται σταθερή αναβάθμιση του ξενοδοχειακού δυναμικού.
Συγκεκριμένα το 2000 τα ξενοδοχεία 5 αστέρων αποτελούσαν μόλις το 6% του συνολικού ξενοδοχειακού δυναμικού. Το 2019 το ποσοστό των 5αστερων ξενοδοχείων έχει ανέλθει στο 21% περίπου του συνολικού ξενοδοχειακού δυναμικού.
Ταυτόχρονα μειώνεται και το ποσοστό των ξενοδοχείων που ανήκουν στις 2 χαμηλότερες κατηγορίες. Από 44,6% το 2000, σε 28,3% το 2019.
Σε ότι αφορά την απασχόληση στα ελληνικά ξενοδοχεία αυξήθηκε κατά 4,2% τον Μάιο και κατά 1,3% τον Αύγουστο του 2019, σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του 2018. Σύμφωνα με την έρευνα για κάθε 2,5 νέα δωμάτια δημιουργείται 1 θέση εργασίας. Το 2019 συνολικά από τα ξενοδοχεία ζητήθηκαν 21.821 θέσεις εργασίας, από τις οποίες καλύφθηκαν οι 15.852 (73%). Η Κρήτη διατηρεί και στους απασχολούμενους στον κλάδο του τουρισμού τη δεύτερη θέση μεταξύ των περιφερειών της χώρας με ποσοστό 16% των εργαζομένων της να δραστηριοποιείται στον ξενοδοχειακό κλάδο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την έρευνα η εποχικότητα του ελληνικού τουρισμού όχι μόνο δεν μειώθηκε το 2019, αλλά εξακολουθεί και παραμένει υψηλή, όπως αποτυπώνεται στις διανυκτερεύσεις σε ξενοδοχειακά καταλύματα. Μάλιστα το 4μηνο Ιουν.-Σεπτ. 2019 έφτασε το 71% από 68% που ήταν την αντίστοιχη περίοδο του 2018.
Οι εκτιμήσεις των ξενοδόχων για τα βασικά τους μεγέθη το 2020 είναι ότι θα παραμείνουν στα ίδια επίπεδα, με ποσοστά από 50%-65%. Ενώ το ¼ περίπου των ερωτηθέντων δήλωσε ότι για το 2020 περιμένει αύξηση στην τιμή, την πληρότητα και τον τζίρο του.

Ένα δισ. ευρώ επενδύουν ετησίως οι Έλληνες ξενοδόχοι για αναβάθμιση και ανακαίνιση των κτιριακών εγκαταστάσεων τους ενώ για κάθε 2,5 δωμάτια δημιουργείται μια νέα θέση εργασίας. Αυτό προκύπτει από έρευνα που διενήργησε το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων για λογαριασμό του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου της Ελλάδας.

Ο τουριστικός κλάδος αναδεικνύεται για την ελληνική οικονομία βραχίονας επενδυτικής ανάπτυξης και κύριος εργοδότης της, όπως τονίστηκε από τα μέλη του ΙΤΕΠ, με αφορμή την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της έρευνας.

Ειδικότερα, όπως έδειξε η έρευνα με τίτλο: «Εξελίξεις στα βασικά μεγέθη της ελληνικής ξενοδοχίας 2019», που παρουσιάστηκε χθες στην Αθήνα, κάθε χρόνο οι ξενοδόχοι στην Ελλάδα πραγματοποιούν δαπάνες περίπου 1 δισ. ευρώ για την ανακαίνιση και αναβάθμιση των μονάδων τους (τελευταία τριετία). Όπως σχολίασε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του ΞΕΕ, κ. Αλέξανδος Βασιλικός, «δεν γνωρίζω άλλο κλάδο της ελληνικής οικονομίας που σε κανονική ροή χρονιάς διοχετεύσει στην αγορά 1 δισ. ευρώ ετησίως».

Τον μεγαλύτερο όγκο επενδύσεων, την τελευταία τριετία, συγκεντρώνουν τα τετράστερα ξενοδοχεία (1,25 δισ. ευρώ) και ακολουθούν τα πεντάστερα (847 εκατ. ευρώ) και τα τριάστερα (491 εκατ. ευρώ).

Συγκεκριμένα την τριετία 2017-2019 για τα πεντάστερα ξενοδοχεία δαπανήθηκαν 847.445923 ευρώ, για τα τετράστερα 1.253.060.478, για τα ξενοδοχεία τριών αστέρων 491.681.,800 ευρώ, για τα ξενοδοχεία δυο αστέρων 253.037400 και για τις μονάδες με ένα αστέρι 49.101.641.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Κρήτη είναι η δεύτερη περιφέρεια της χώρας μετά το νότιο Αιγαίο με τον μεγαλύτερο αριθμό ξενοδοχείων σε ποσοστό 16%.

Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έρευνα, από το 2000 καταγράφεται σταθερή αναβάθμιση του ξενοδοχειακού δυναμικού.

Ειδικότερα, το 2000 τα ξενοδοχεία 5 αστέρων αποτελούσαν μόλις το 6% του συνολικού ξενοδοχειακού δυναμικού. Το 2019 το ποσοστό των 5αστερων ξενοδοχείων έχει ανέλθει στο 21% περίπου του συνολικού ξενοδοχειακού δυναμικού.

Ταυτόχρονα μειώνεται και το ποσοστό των ξενοδοχείων που ανήκουν στις 2 χαμηλότερες κατηγορίες. Από 44,6% το 2000, σε 28,3% το 2019.

 

 

Τα πεντάστερα και τετράστερα δημιουργούν τις περισσότερες θέσεις εργασίας

Αντίστοιχα δεδομένα, με ίδιους πρωταγωνιστές όσον αφορά την κατηγορία ξενοδοχείων, προκύπτουν και για την απασχόληση καθώς τα πεντάστερα δημιουργούν περισσότερες θέσεις εργασίας από τα τετράστερα και ούτω καθεξής για τις μικρότερες κατηγορίες ξενοδοχείων.

Ειδικότερα, μία θέση εργασίας δημιουργείται για κάθε 1,5 δωμάτιο πεντάστερου ξενοδοχείου, για κάθε 2 δωμάτια τετράστερου, για κάθε 3,1 τριάστερου, για κάθε 3,6 ξενοδοχείου 2 αστέρων και για κάθε 4,3 μονάδων ενός αστεριού.

Οι πολυτελείς ξενοδοχειακές μονάδες μάλιστα απασχολούν το μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων που προέρχονται από τουριστικές σχολές (32% και 24% αντίστοιχα) με το μέσο όρο στα ελληνικά ξενοδοχεία να ανέρχεται σε μόλις 23%.

Επιπλέον, τα πεντάστερα ξενοδοχεία αναζήτησαν για τη σεζόν του 2019, περισσότερο από κάθε άλλη κατηγορία ξενοδοχείων στην Ελλάδα (σε ποσοστό 49,7%), από 5 έως 7 εργαζομένους, ενώ τα τετράστερα (42,2%) αναζήτησαν σε μεγαλύτερο βαθμό από κάθε άλλο ξενοδοχείο από 3 έως 4 εργαζόμενους.

Η απασχόληση στα ελληνικά ξενοδοχεία αυξήθηκε κατά 4,2% τον Μάιο και κατά 1,3% τον Αύγουστο του 2019 σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του 2018. Το 2019, συνολικά από τα ξενοδοχεία ζητήθηκαν 21.821 θέσεις εργασίας, από τις οποίες καλύφθηκαν οι 15.852 (73%). Η Κρήτη διατηρεί και στους απασχολούμενους στον κλάδο του τουρισμού τη δεύτερη θέση, μεταξύ των περιφερειών της χώρας, με ποσοστό 16% των εργαζομένων της αν δραστηριοποιείται στον τουριστικό κλάδο.

 

Παραμένει το πρόβλημα της εποχικότητας του κλάδου

Την ίδια ώρα διατηρούνται τα δομικά προβλήματα του ελληνικού τουρισμού, όπως, μεταξύ άλλων, η υψηλή εποχικότητά του, καθώς και η υπερσυγκέντρωσή του σε 5 περιφέρειες. Σύμφωνα με το ΙΤΕΠ η εποχικότητα του ελληνικού τουρισμού όχι μόνο δεν μειώθηκε το 2019, αλλά εξακολουθεί και παραμένει υψηλή, όπως αποτυπώνεται στις διανυκτερεύσεις σε ξενοδοχειακά καταλύματα. Μάλιστα το 4μηνο Ιουν.-Σεπτ. 2019 έφτασε το 71% του ετήσιου συνόλου από 68% που ήταν την αντίστοιχη περίοδο του 2018.

Το ΙΤΕΠ, μεταξύ άλλων, διαπιστώνει:

Ø Η μέση πληρότητα των ξενοδοχείων τον Μάιο σε επίπεδο χώρας φαίνεται ότι την τελευταία 2ετία διαμορφώνεται στο 57%-58% και τον Αύγουστο 86%-87%, γεγονός που αντανακλά την έντονη εποχικότητα που εξακολουθεί να παραμένει ένα έντονο ενδημικό πρόβλημα του ελληνικού τουρισμού.

Ø Αναφορικά με την τιμή, το 50% των ξενοδοχείων τον Μάιο διαθέτει τα δωμάτιά του κάτω από 60 ευρώ, ενώ τον Αύγουστο κάτω από 100 ευρώ.

Ø Η απασχόληση στα ελληνικά ξενοδοχεία αυξήθηκε κατά 4,2% τον Μάιο και κατά 1,3% τον Αύγουστο του 2019 σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του 2018.

Ø Το 2019, συνολικά από τα ξενοδοχεία αναζητήθηκαν 21.821 νέες θέσεις εργασίας εκ των οποίων δεν καλύφθηκαν περίπου οι 7.000 θέσεις.

Ø Οι εκτιμήσεις των ξενοδόχων για τα βασικά τους μεγέθη το 2020 είναι ότι θα παραμείνουν στα ίδια επίπεδα, με ποσοστά από 50%-65%. Ενώ το 25% περίπου των ερωτηθέντων δήλωσε ότι για το 2020 περιμένει αύξηση στην τιμή, την πληρότητα και τον τζίρο.

Ø Ο τζίρος των ελληνικών ξενοδοχείων το 2019 παρουσίασε αύξηση 7,3% έναντι του 2018 και διαμορφώθηκε σε 8,7 δισ. ευρώ έναντι 8,1 δισ. ευρώ το 2018, ενώ το μέσο έσοδο ανά δωμάτιο παρουσίασε αύξηση 3,3%.

Ø Τη μεγαλύτερη εξάρτηση από τουρ οπερέιτορς παρουσιάζουν τα πεντάστερα και τα τετράστερα ξενοδοχεία, σε ποσοστά κρατήσεων που φτάνουν το 50,4% και 44% αντίστοιχα (δεν περιλαμβάνονται οι κρατήσεις από ΟΤΑ), ενώ από τις διαδικτυακές κρατήσεις εξαρτώνται περισσότερα τα μικρής κατηγορίας ξενοδοχεία (50% στα καταλύματα ενός αστέρων και 41,5% στα 2 αστέρων). Κατά μέσο όρο η εξάρτηση των ελληνικών ξενοδοχείων από τουρ οπερέιτορς, βάσει ποσοστού κρατήσεων, είναι 34% και από το ιντερνέτ 40,3%.

«Η έρευνα αναδεικνύει την τεράστια συμβολή των ξενοδοχείων της χώρας σε επενδύσεις και απασχόληση, γεγονός που υποδηλώνει τον καταλυτικό ρόλο των ξενοδοχείων στην ελληνική οικονομία», δήλωσε ο πρόεδρος του ΞΕΕ. Ωστόσο, ο κ. Βασιλικός τόνισε ότι, παρότι ανοίγουν νέα ξενοδοχεία, η μεγάλη πλειονότητα των νέων κλινών στην Αθήνα δεν είναι ξενοδοχειακές.

Για το ζήτημα του κορονοϊού, ο πρόεδρος του ΞΕΕ υπογράμμισε ότι σε αυτή τη φάση δεν έχει ουσία να μετράμε τις απώλειες ορισμένων επιχειρήσεων, αλλά να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση ως μια παγκόσμια απειλή, δίνοντας έμφαση στην ενημέρωση, την προετοιμασία και την πρόληψη της εξάπλωσής της. Όπως ανέφερε, ήδη έχουν αποσταλεί σε όλα τα ξενοδοχεία της χώρας οδηγίες ασφαλείας από τον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ).

Υπογράμμισε δε την ανάγκη το εκπαιδευτικό κομμάτι του τουρισμού να συμπορευθεί με το επιχειρηματικό και τις ανάγκες της αγοράς, ώστε να μην υπάρχουν ελλείψεις καταρτισμένων εργαζομένων στα ξενοδοχεία.

Σε ότι αφορά τις εκτιμήσεις των ξενοδόχων για τα βασικά τους μεγέθη το 2020 είναι ότι θα παραμείνουν στα ίδια επίπεδα, με ποσοστά από 50%-65%. Ενώ το ¼ περίπου των ερωτηθέντων δήλωσε ότι για το 2020 περιμένει αύξηση στην τιμή, την πληρότητα και τον τζίρο του.