10 °C Rethymno, GR
28/11/2020

ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΣΠΑΝΙΑ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ

Επιφανείς Ρεθεμνιώτες στα χρόνια της Αναγέννησης

-Διακρίθηκαν και στις Τέχνες και στα Γράμματα

Είχε το Ρέθυμνο πολλές προσωπικότητες των Γραμμάτων και Τεχνών. Κάποιους θυμόμαστε μόνο όταν τυχαίνει να περνάμε από οδό που φέρει το όνομά τους. Αν τύχει δηλαδή να τους ξέρουμε.

Σε μια τυχαία αναζήτηση εντοπίσαμε λεπτομέρειες από τη ζωή κάποιων από αυτούς.

Ας κάνουμε λοιπόν μια μικρή αναδρομή αναδεικνύοντας μερικές από τις μορφές αυτές με στοιχεία που υπάρχουν σε έγκριτες επιστημονικές πηγές, ξεκινώντας από τον Νικόλαο Βλαστό.

Ο Νικόλαος Βλαστός γεννήθηκε γύρω στα μέσα του 15ου αιώνα και καταγόταν από πλούσια οικογένεια ευγενών της Κρήτης. Το 1480 πήγε στη Βενετία όπου γνωρίστηκε και συνδέθηκε με βαθιά φιλία με τον εκδότη και τυπογράφο Άλδο Μανούτιο και με τον επίσης τυπογράφο Ζαχαρία Καλλιέργη, ενώ ήταν διαχειριστής της περιουσίας της Άννας Νοταρά. Σε συνεργασία με τον τελευταίο κατασκεύασε καινούρια τυπογραφικά στοιχεία στα οποία οι τόνοι ήταν ενωμένοι με τα γράμματα. Για το μοντέλο των τυπογραφικών αυτών στοιχείων η Βενετική Γερουσία, ύστερα από αίτηση του Βλαστού, τού χορήγησε ένα είδος διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Το πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε στο τυπογραφείο του Βλαστού και του Καλλιέργη ήταν το Ετυμολογικόν Μέγα κατά αλφάβητον (8 Ιουλίου του 1499), για το οποίο εργάστηκαν 6 χρόνια και αποτέλεσε το εκτενέστερο μεσαιωνικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας. Η έκδοση του εν λόγω λεξικού ήταν πολυτελέστατη και σε ορισμένα αντίτυπα οι ξυλογραφίες του εξώφυλλου ήταν τυπωμένες με αληθινό χρυσάφι. Στην αρχή του λεξικού υπάρχει σημείωση σύμφωνα με την οποία η έκδοση του έγινε με την οικονομική συμβολή της Άννας Νοταρά, κόρης του Λουκά Νοταρά. Ένα αντίτυπο του Ετυμολογικού υπάρχει στη Βιβλιοθήκη της Βουλής και δωρήθηκε από τον Κωνσταντίνο Σάθα. Στο τυπογραφείο τους εργάζονταν μόνο Κρητικοί, κι ανάμεσά τους ήταν ο Μάρκος Μουσούρος, ο Ιωάννης Ρώσος κι ο Αρσένιος Αποστόλης.

Στις 26 Οκτωβρίου του 1499 Βλαστός και Καλλιέργης προχώρησαν στην έκδοση του έργου Σιμπλίκιου Μεγάλου Διδασκάλου υπόμνημα εις τας δέκα κατηγορίας του Αριστοτέλους και την επόμενη χρονιά στην έκδοση δύο ακόμα ελληνικών συγγραμάτων: το Υπόμνημα εις τας πέντε φωνάς από φωνής Αμμωνίου μικρού του Ερμείου και το Γαληνού Θεραπευτικής μεθόδου, Λόγος πρώτος. Μετά την εκδόση του έργου του Γαληνού δεν υπάρχει καμία πληροφορία για εκδοτική δραστηριότητα του Βλαστού με τον Καλλιέργη.

Επίσης ο Βλαστός ασχολήθηκε και με την καλλιγραφία. Το 1484 αντέγραψε χειρόγραφο το οποίο σήμερα υπάρχει (με το αρ.2939) στην Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι.

Σύμφωνα με τον Φιρμέν-Ντινό ο Νικόλαος Βλαστός πρέπει να πέθανε μεταξύ 1500, που τυπώθηκε η τελευταία έκδοση στο όνομά του, και το 1509 οπότε επανεμφανίστηκε μόνος ο Καλλιέργης ως εκδότης. Πιθανότερο όμως είναι ότι πέθανε μετά το 1514, καθώς σύμφωνα με το Ημερολόγιο του Μαρίνου Σανούδου στις 11 Μαρτίου του 1514 κληρονόμησε ως πληρεξούσιος της Άννας Νοταρά ένα μέρος της περιουσίας της. Φαίνεται λοιπόν ότι ζούσε στη Βενετία τουλάχιστον μέχρι εκείνη τη χρονιά. Το τυπογραφείο όμως διαλύθηκε γύρω στο 1500. Το τυπογραφικό υλικό από το τυπογραφείο του το χορήγησε σε έναν τυπογράφο από τη Φλωρεντία, τον Ιούντα, με αντάλλαγμα να μνημονεύεται το όνομά του στις φλωρεντινές εκδόσεις.

Εμμανουήλ Τζάνε Μπουνιαλής

Ο Εμμανουήλ Τζάνε Μπουνιαλής ήταν ζωγράφος αγιογράφος. Με την προσωπικότητά του έχει ασχοληθεί ο κ. Κωστής Ηλ. Παπαδάκις σε μια αναφορά που έχει όλα τα χαρακτηριστικά διατριβής.

Σε Αναγεννησιακό Φεστιβάλ επίσης επί νομαρχίας Βασιλικής Μόσιαλου είχε επιμεληθεί ένα λεύκωμα με έργα του μεγάλου αγιογράφου ο κ. Μάνος Τσάκωνας. Αυτό το λεύκωμα έκανε αίσθηση όταν κυκλοφόρησε γιατί ο Εμμανουήλ ήταν άγνωστος στους περισσότερους. Και όπως ήταν φυσικό έγινε ανάρπαστος.

Ο Εμμανουήλ Τζάνε Μπουνιαλής ανήκε σε γνωστή οικογένεια του Ρεθύμνου και ήταν ευπαίδευτος. Εκτός από ζωγράφος, ήταν στιχουργός και συγγραφέας ιερών ακολουθιών. Ήταν έγγαμος, αλλά, καθώς χήρεψε νωρίς δεν άφησε απογόνους. Αδελφοί του ήταν ο ποιητής του «Κρητικού Πολέμου» Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής και ο ζωγράφος Κωνμσταντίνος Τζάνες.

Το 1636 χρονολογείται το παλαιότερο σωζόμενο έργο του. Πρόκειται για την άψογη, από κάθε άποψη εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνα, η οποία εκτίθεται στο Μουσείο Κορρέρ της Βενετίας και φέρει την υπογραφή του «Ποίημα Εμμανουήλ ιερέως του Τζάνε». Το ίδιο έτος ήταν ήδη δόκιμος ζωγράφος και είχε χειροτονηθεί ιερέας. Όταν άρχισε ο Κρητικός Πόλεμος ήταν ακόμα στην Κρήτη και μάλλον έφυγε από την πατρίδα του μετά την κατάληψη του Ρεθύμνου από τους Οθωμανούς το 1646.

Τον Απρίλιο του 1648, βρίσκεται στην Κέρκυρα, όπου συνεργαζόταν με τον επίσης πρόσφυγα του Κρητικού Πόλεμου γνωστό ζωγράφο Φιλόθεο Σκούφο. Στην Κέρκυρα, όπου έμεινε τουλάχιστον ως το τέλος του 1654, συνδέθηκε με το λόγιο Κρητικό ιερομόναχο Καλλιόπιο Καλλιέργη, ο οποίος ήταν εφημέριος στο ναό των Αγίων Ιάσωνος και Σωσιπάτρου. Ζωγράφισε τότε ο Τζάνες πολλές εικόνες για το ναό. Τον Μάρτιο του 1658 βρίσκεται στη Βενετία, όπου και παρέμεινε ως το θάνατό του. Το 1660 εξελέγη εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου, θέση που κράτησε, με μικρά διαλείμματα, έως το 1685.

Η τεχνοτροπία του Τζάνε ποικίλλει ανάλογα με τα πρότυπα από τα οποία εμπνέεται. Οι μορφές που ακολουθούν υστεροβυζαντινά πρότυπα είναι επίπεδες, δισδιάστατες. Ο όγκος δηλώνεται με διαδοχικά ανοιχτότερα γεωμετρικά του ίδιου ή συμπληρωματικού χρώματος, που δεν συγχέονται. Οι φωτισμένες επιφάνειες έχουν μια μεταλλική ανταύγεια. Συχνά τα υφάσματα είναι διάστικτα από νευρώδεις λευκές βούλες. Ανάλογη πτυχολογία συναντά κανείς στην Παντάνασσα του Μυστράς γύρω στο 1428. Στις εικόνες όμως που ο Ρεθυμνιώτης ζωγράφος ακολουθεί δυτικά πρότυπα, η πτυχολογία είναι ρευστή, με βαθμιαία μετάβαση από το φως στη σκιά. Ως προς δε τα γυμνά μέρη, ο Τζάνες ακολουθεί παλαιολόγεια πρότυπα. Συνήθως ολόκληρη η φωτισμένη επιφάνεια καλύπτεται από αμέτρητες λευκές πινελιές, πολλές φορές εναλλάξ έντονες και αμυδρές, με αποτέλεσμα η σχεδίαση των όγκων να γίνεται με καλλιγραφική διάθεση.

Ο Εμμανουήλ Τζάνες, είναι ιδιαίτερα ικανός στη λεπτολόγο απόδοση των ιταλικών πολυτελών υφασμάτων και των κεντημάτων. Το ίδιο συμβαίνει και στα πρόσωπα που ζωγραφίζει, δίνοντας έμφαση σε μορφολογικά ή ανατομικά χαρακτηριστικά, όπως η διάταξη της κόμης ή οι φλέβες αντίστοιχα. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του διακρίνεται από τη στέρεη δομή των συνθέσεων, τη σταθερότητα του σχεδίου, την δεξιοτεχνία στην απόδοση της λεπτομέρειας και την προσεκτική επιλογή των χρωμάτων.

Υπολογίζεται ότι έχουν σωθεί πάνω από εκατό έργα του και πάνω από τα μισά φέρουν και χρονολογία. Ο Τζάνες υπογράφει χρησιμοποιώντας πάντα τις λέξεις χειρ ή ποίημα, το όνομα Εμμανουήλ, το επώνυμο Τζάνες ή Ζάνες, μερικές φορές και την ιδιότητα του ιερέως, και σπανίως το παρωνύμιο Μπουνιαλής και τον τόπο καταγωγής του. Ένα χρόνο όμως πριν πεθάνει, στην τελευταία γνωστή εικόνα του, υπογράφει πόνος γηραιού πρεσβυταίρου εμμανουήλου ρηθυμναίου του λεγομένου Μπουνιαλή.

Μάρκος Μουσούρος

Ο Μάρκος Μουσούρος ενώ σε πηγές επίσημες αναφέρεται ως Ρεθύμνιος τελευταία νεότεροι ερευνητές τον θέλουν γεννηθέντα στο Χάνδακα.

Γεννήθηκε στα 1470 και πέθανε 24 Οκτωβρίου 1517 στο Ηράκλειο.

Ο πατέρας του ήταν πλούσιος έμπορος. Σπούδασε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, στο Χάνδακα. Ο ίδιος αναφέρει ότι είχε δάσκαλο τον ελληνομαθέστατο κληρικό Αριστόβουλο Αποστόλη. Είναι άγνωστο πότε ακριβώς έφτασε στην Ιταλία. Το 1486 πήγε στη Φλωρεντία, όπου σπούδασε δίπλα στον Ιανό Λάσκαρι, διευθυντή τότε της περίφημης Λαυρεντινής Βιβλιοθήκης, μαθαίνοντας γρήγορα λατινικά κι ιταλικά.

Όταν ο Λάσκαρις εστάλη από τον Λαυρέντιο των Μεδίκων στην Ανατολή για την αναζήτηση χειρογράφων (1491-1492) όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, τότε ο Μουσούρος ίσως τον ακολούθησε και βρέθηκε για λίγο στην Κρήτη.

Ο θάνατος του Λαυρεντίου (1492) και η γαλλική εισβολή (1494) φαίνεται ότι ανάγκασαν τον Μουσούρο να φύγει από τη Φλωρεντία και να εγκατασταθεί στη Βενετία. Εκεί γνώρισε μια λαμπρή καριέρα ως καθηγητής ελληνικών και ως βοηθός και επιστημονικός συνεργάτης στο τυπογραφείο του φιλέλληνα λόγιου Άλδου Μανούτιου. Πήγε και πάλι στην Κρήτη πριν από το τέλος του 1495 και γύρισε στη Βενετία πριν τον Σεπτέμβριο του 1497. Το 1500, ύστερα από σύσταση του Μανούτιου, πήγε στο Κάρπι, μια κωμόπολη κοντά στη Φεράρα και δίδαξε ελληνικά και λατινικά στο δούκα Αλμπέρτο Πίο, σύντομα όμως επέστρεψε στη Βενετία, όπου δίδαξε αρκετές φορές στη Νέα Ακαδημία, μια εταιρία που είχε ιδρυθεί εκεί από λόγιους για την προαγωγή των ελληνικών. Εκτιμώντας τις εξαιρετικές του ικανότητες, η Βενετική Γερουσία του απένειμε το 1503 το αξίωμα Publica Graecarum Literarum Officina, δηλαδή του Λογοκριτού επ’ αμοιβή για τα ελληνικά βιβλία που εκδίδονταν στη Βενετία και στις κτήσεις της και των οποίων το περιεχόμενο έπρεπε να είναι σύμφωνο με τη θρησκεία και την ηθική. Διατήρησε το αξίωμα αυτό μέχρι το 1516.

Το 1504 διορίστηκε καθηγητής της ελληνικής γλώσσας στη Βενετία και δύο χρόνια αργότερα στην Πάντοβα. Ήταν τόσο δημοφιλής καθηγητής που προσέλκυε μαθητές από πολλές χώρες της Ευρώπης. Το 1509 επέστρεψε, μετά τη γαλλική εισιβολή στην Πάντοβα, στην πρωτεύουσα του Βένετο όπου το 1512, ύστερα από την επανίδρυση της έδρας των ελληνικών, έγινε ξανά καθηγητής. Και πάλι η διδασκαλία ελληνικών του είχε τέτοια απήχηση, που κάποιοι ονόμασαν τότε τη Βενετία «Νέα Αθήνα». Εκεί συνέχισε τη συνεργασία με τον Άλδο, εκδίδοντας σπουδαία έργα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Όμως το Φλεβάρη του 1515 πέθανε ο αγαπημένος του συνεργάτης κι εκδότης. Το 1516 τον κάλεσε στη Ρώμη ο πάπας Λέων Ι’ για να βοηθήσει τον παλιό του δάσκαλο και φίλο Ιανό Λάσκαρι στην οργάνωση του Ελληνικού Γυμνασίου και στη διδασκαλία των ελληνικών σ’ αυτό. Στη Ρώμη έγινε και ιερέας και διορίσθηκε από τον πάπα επίσκοπος Ιεράπετρας Κρήτης και αργότερα Μονεμβασίας. Δεν πρόφτασε όμως να πάει εκεί αφού πέθανε, ύστερα από δίμηνη ασθένεια (υδρωπικία σύμφωνα με τον Κων. Σάθα) στις 25 Νοεμβρίου το 1517, μόλις 47 χρονών.

Δύο επιγράμματα του Μουσούρου δημοσιεύτηκαν στο ποίημα του Μουσαίου «Τα καθ’ Ηρώ και Λέανδρον», που είναι ίσως η πρώτη έκδοση του τυπογραφείου του Άλδου, τυπωμένη πιθανότατα περί το 1495. Από το τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου εκδόθηκαν, το 1497 το Dictionarium graecum copiosissimum με επίγραμμα του Μουσούρου, το 1498, με επιστασία του Έλληνα φιλολόγου, εννέα κωμωδίες του Αριστοφάνη και το 1499, σε δύο τόμους το έργο Έλληνες Επιστολογράφοι, που περιελάμβανε επιστολές που αποδίδονται σε εικοσιέξι κλασικούς και πρώιμους χριστιανούς συγγραφείς. Το 1499 διέκοψε προσωρινά τη συνεργασία με τον Άλδο για να βοηθήσει το νεοϊδρυθέν και βραχύβιο αλλά εξαιρετικό ελληνικό τυπογραφείο της Βενετίας, των συμπατριωτών του Νικολάου Βλαστού και Ζαχαρία Καλλέργη, που εξέδωσε το Μέγα Ετυμολογικόν (1499) με πρόλογο του Μουσούρου, τον Γαληνό (1500) κ.ά. Με τη διάλυση του τυπογραφείου των Βλαστού-Καλλέργη, ο Άλδος αγόρασε τα αποθέματα των εκδόσεών τους και προσέλαβε τους έμπειρους κρητικούς τυπογράφους του, καθώς και τον Ιωάννη Γρηγορόπουλο, παιδικό φίλο του Μουσούρου, ως αρχιδιορθωτή.

Ακολούθησε η έκδοση δεκαεπτά τραγωδιών του Ευριπίδη των οποίων την έκδοση επιμελήθηκε και πάλι ο Μουσούρος (1503-1504). Συνεργάστηκε με τον Δημήτριο Δούκα για την έκδοση του δίτομου έργου των Ελλήνων Ρητόρων (1508-1509), όπου υπάρχει εγκώμιο του Άλδου για τον Μουσούρο που συνδύαζε, όπως γράφει, την ελληνική και λατινική παιδεία. Το 1512 ο Μανούτιος και ο Μουσούρος εξέδωσαν τη γραμματική των ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά και τον Σεπτέμβριο του 1513 τον Πίνδαρο (σε πρώτη έκδοση), τον Ισοκράτη (σε δεύτερη) και τις επιστολές του Κικέρωνα. Τον Σεπτέμβριο του 1513 ο Μουσούρος εκδίδει το σημαντικότερο έργο του: τα Άπαντα του Πλάτωνα με αφιέρωση στον πάπα Λέοντα Ι. Το κείμενο, φιλολογικά αποκατεστημένο, δεν ήταν τότε γνωστό στη Δύση παρά μόνο από τη λατινική μετάφραση του M. Ficino. Το 1515 η Βενετική Γερουσία παρέδωσε στον Μουσούρο και στον Βενετό λόγιο Μπατίστα Ενιάτσιο οχτακόσια χειρόγραφα του Βησσαρίωνα για να τα ταξινομήσουν. Με αυτά τα χειρόγραφα δημιουργήθηκαν τα πρώτα τμήματα της Μαρκιανής βιβλιοθήκης. Την ίδια χρονιά ο Μουσούρος εξέδωσε στη Φλωρεντία, από το τυπογραφείο του Βερνάρδου Τζιούντα, τα Αλιευτικά του Οππιανού και το 1516 δεκαέξι λόγους του Γρηγόριου του Ναζιανζηνού και τον Παυσανία με αφιέρωση στον Ιανό Λάσκαρι.

Ο Μπεργαδής

Για τον ποιητή Μπεργαδή (Bragadin) γνωρίζουμε ακόμα λιγότερα.Ανήκε σε εξελληνισμένη οικογένεια Βενετών του Ρεθύμνου. Στο ποίημά του «ο Απόκοπος», ο ποιητής διηγείται ότι στο όνειρό του κυνήγησε ένα ελάφι (ψυχαναλυτικό σύμβολο του ερωτικού πόθου, κατά τον Κεχαγιόγλου), ανέβηκε σε ένα δέντρο(το δέντρο της ζωής), και πως έμεινε ώρες εκεί τρώγοντας μέλι από μια κυψέλη(η γλύκα της ζωής). Όλο αυτό το διάστημα δύο ποντικοί, ένας άσπρος και ένας μαύρος (η συνεχής εναλλαγή ημέρας και νύχτας), ροκάνιζαν το δέντρο μέχρι που αυτό έπεσε κάτω. Ο αφηγητής καταλήγει στο στόμα του Δράκου-Άδη, χωρίς σαφή διάκριση Παράδεισου και Κόλασης (όπως ο νεοελληνικός Άδης των δημοτικών τραγουδιών). Αρχίζει εκεί διάλογος με νεκρούς που καταλήγει σε φυγή του επισκέπτη προς τον απάνω κόσμο. Ο Μπεργαδής έχει συλλάβει με σπάνια ένταση το παροδικό φαινόμενο της ζωής και στο σκοτεινό κόσμο της ανυπαρξίας αντιπαραθέτει τη μαγευτική ομορφιά του φυσικού κόσμου και την ανυποψίαστη γοητεία της ανθρώπινης καθημερινότητας.

Δανιήλ Φουρλάνος

Ο Δανιήλ Φουρλάνος γεννήθηκε στο Ρέθυμνο στις αρχές του 16ου αιώνα. Σπούδασε οκτώ χρόνια φιλοσοφία, νομική και ιατρική επιστήμη στην Πάδοβα της Ιταλίας και έλαβε διδακτορική δάφνη και στις τρεις.

Μετά τις σπουδές του επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου επί αρκετό διάστημα εξάσκησε την ιατρική, αλλά αποδήμησε ξανά για πολιτικούς λόγους στην Βενετία. Δίδαξε εκεί φιλοσοφία σε διάφορους ευγενείς. Διορίστηκε στη συνέχεια καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, όπου και δίδαξε μέχρι τον θάνατό του.

Ο Φουρλάνος υπήρξε διακεκριμένος λόγιος και ιατρός της εποχής του, με ευρωπαϊκή αναγνώριση και ακτινοβολία. Ο Γ. Ζαβίρας αναφέρει ότι ο σύγχρονος του Φουρλάνου Κων. Ζερβός σε επιστολή του προς τον Κρούσιο, γράφει για τον Ρεθύμνιο λόγιο τα εξής: «Ο Φουρλάνος είναι έν τε τη ιατρική και φιλοσοφία τα μάλιστα εξησκημένος». Παραλλήλως, ο Φουρλάνος υπήρξε και αξιόλογος συγγραφέας.

Απεβίωσε το 1596.

Πηγές:

ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Κωστή Ηλ. Παπαδάκη: Δυο Ρεθεμνιώτες αγιογράφοι (Ρεθεμνιώτικες Αναδρομές)

Εφημερίς Πατρίς: Σημαντικοί Κρήτες (Απρίλιος 2009)