20 °C Rethymno, GR
03/06/2020

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΚΑΛΛΕΡΓΗ

Εφτά παραμύθια από έναν κόσμο που φεύγει

Εκυκλοφόρησε πρόσφατα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο λαογραφικού περιεχομένου, τα «7 Κρητικά Παραμύθια», από τον διακεκριμένο συμπολίτη δικηγόρο Κωστή Ι.Γ. Καλλέργη, γνωστό και για τα ωραία στιχουργήματά του. Είναι δημιουργήματα του πατέρα του, του κυρ Γιώργη από τη Λούτρα.

Με την έκδοση αυτή ο Κωστής Καλλέργης ετέλεσε το καλύτερο πνευματικό μνημόσυνο προς τους γεννήτορές του και γενικότερα προς την οικογένειά του, εκπληρώνοντας ένα χρέος που έχομε όλοι μας. Αλλά, πέρα απ’ αυτό, η έκδοση των 7 παραμυθιών έχει και άλλη πολύπλευρη αξία, με ευρύτερη βαρύτητα που μας αφορά όλους: Διασώζει ψήγματα πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου μας.

Εδώ και αιώνες, αν όχι χιλιετίες, οι άνθρωποι σε όλους τους λαούς ικανοποιώντας την ενδιάθετη ανάγκη τους για επικοινωνία με τους συνανθρώπους τους και μαζί για προσωρινή φυγή από την πραγματικότητα, που κλιμακωνόταν από ανιαρή και κουραστική μέχρι ανησυχητική ή επικίνδυνη, απελευθέρωναν τη φαντασία τους και δημιουργούσαν πλασματικούς κόσμους στους οποίους ευκαιριακά αφηνόταν αμέριμνοι.

Μακρινά βασίλεια, βασιλόπουλα, βασιλοπούλες, μάγοι, μάγισσες, νεράιδες, δράκοι, μαγικά ζώα και αντικείμενα, εξωπραγματικές μεταμορφώσεις, μυστηριώδη δάση, βουνά και θάλασσες, υπερφυσικές ενέργειες, αφύσικες αντιδράσεις, ένας κόσμος ανύπαρκτος στη Φύση, αλλά υπαρκτός και θελκτικός στη σκέψη των μελών της συνάθροισης. Η αντίληψη «Κατέω το πώς είναι ψόμα, μα μ’ αρέσει» αναφέρεται από τον Καζαντζάκη, αλλά έχει πολύ ευρύτερη διάδοση, ίσως παγκόσμια. Και ακόμη ο ύψιστος χαρακτηρισμός της ομορφιάς ενός πράγματος ή μιας κατάστασης αποδίδεται με το επίθετο «παραμυθένιος», που σημαίνει «χωρίς δέσμευση από τα όρια της πραγματικότητας, υπερφυσικός».

Εδώ τώρα θα ρωτήσει κανείς: Και τι σημασία έχει για μας σήμερα η φαντασία του κυρ Γιώργη του Καλλέργη, του τσαγκάρη από τη Λούτρα;

Έχει και πολύ μεγάλη μάλιστα. Η έκδοση αυτή δεν αφορά έναν πολυδιαβασμένο στοχαστή, αλλά ένα απλό άνθρωπο του λαού και αφ’ ενός μαρτυρεί πλούσιο υπόβαθρο λαϊκής σοφίας και μαζί πλήρη αντίληψη του κοινωνικού αισθήματος, στο οποίο απευθύνεται και το ικανοποιεί, και αφ’ ετέρου διασώζει ένα πνεύμα, ένα ήθος κι ένα στοιχείο κοινωνικής συνοχής που σήμερα τρεμοσβήνει. Ο κόσμος αλλάζει ταχύτατα, ιδιαίτερα τον τελευταίο αιώνα, όπως διαπιστώνουμε εμείς οι ογδοντάρηδες.

Εγώ νεαρός πρόφτασα κι έκανα χωράφι με το ξυλάλετρο, το ησιόδειο αλέτρι, που διατηρούσε ακόμη την αρχαία ονοματολογία: Αλέτρι < ἂροτρον, έχερη < ἐχέτλη, παρούθια < παρώτια, σταβάρι < ἱστοβοεύς – ἱστοβοάριον, ζυγός < ζυγόν, ζεύλα < ζεύγλα, υνί < ὕνις, σφήνα < σφήν κλπ. Αργότερα, στα όρια της ζωής μου, έγινε μεταλλικό, μετά μηχάνημα σκαπτικό και τρακτέρ αναρίθμητων τύπων. Αλλάζει ραγδαία τόσο το φυσικό όσο και το ανθρωπογενές περιβάλλον, αλλάζουν οι άνθρωποι, το αξιακό τους σύστημα, οι μεταξύ τους σχέσεις, η ίδια η δομή της ύπαρξης και της νόησης και της βιολογίας τους, που συντήκεται τώρα με ηλεκτρονικές συσκευές. Ένας ολόκληρος κόσμος με διαδρομή χιλιετιών χάνει τη ζωτικότητά του και φθίνει, ενώ ένας νέος κόσμος με ακραία δυναμική και σφρίγος απλώνεται και τον αντικαθιστά σε παγκόσμια κλίμακα. Δεν είναι αβάσιμη η σκέψη ότι ο νέος αυτός κόσμος, ο πανίσχυρος και ορμητικός, είναι περισσότερο τεχνολογικός παρά ανθρώπινος, ότι διαμορφώνει τους ανθρώπους λιγότερο ανθρώπινους και περισσότερο αυτόματες μηχανές. Φαίνεται να βιώνομε σήμερα τη μεγαλύτερη μετάλλαξη στην Ιστορία της Ανθρωπότητας, την επιβολή της τεχνητής νοημοσύνης επί της φυσικής.

Αυτή δείχνει να είναι η δυναμική της εξελικτικής πορείας των ανθρώπινων πραγμάτων σήμερα και συνεπάγεται εντελώς νέες συνθήκες ζωής, σχέσεων, συνεργασίας, καινούριο αξιακό σύστημα, που μικρή σχέση έχει με το παραδοσιακό ήθος, αυτό που ξέραμε από τον συγκερασμό του αρχαίου ελληνικού, του ρωμαϊκού και του χριστιανικού πνεύματος. Ο συνάνθρωπος δεν είναι πια «ο πλησίον», είναι μακρινός, αν δεν είναι και δυνάμει αντίπαλος, και η εξαλλαγή αυτή καλύπτεται από σχεδιασμένες θεατρίστικες προσφορές. Το φαίνεσθαι αντικαθιστά το αυθεντικό είναι.

Οι σημερινοί άνθρωποι εντασσόμαστε στον νέο αυτό κόσμο, αλλά δεν ξεχνούμε και τον απερχόμενο. Και έχομε καθήκον να συλλέξομε και να αποτυπώσομε όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία του από όλους τους τομείς και τις εκφάνσεις του και να τα διασώσομε. Ίσως τα παιδιά μας και κυρίως οι επόμενες γενιές, κουρασμένες από την ξηρότητα και τη μονομέρεια του τεχνολογικού πολιτισμού, να αναζητήσουν τις ρίζες τους και να εντρυφήσουν στα κατάλοιπα παλαιότερων φάσεων της ανθρώπινης εξέλιξης, αναζητώντας τη δροσιά της ανθρώπινης ύπαρξης και ζωής. Ας διευκολύνομε το Παρελθόν να στείλει ανθρώπινα μηνύματα στο Μέλλον.

Δεν πρέπει να χάνεται τίποτε, τα πάντα, γλώσσα, ήθος, αντικείμενα, μορφές ζωής, σχέσεις και συνήθειες, όλα πρέπει να αποθησαυρίζονται και να διασώζονται για τις μέλλουσες γενιές.

Αυτή κατά η γνώμη μου είναι η βαθύτερη σημασία και η αξία της έκδοσης του Κωστή Καλλέργη.

Θα κλείσω το Σημείωμα αυτό με δυο ειδικότερες παρατηρήσεις: Η μια είναι ότι το ευτυχισμένο τέλος των Εφτά Παραμυθιών χαλαρώνει την ένταση των ακροατών και καθησυχάζει την αγωνία τους για τις περιπέτειες των ηρώων του παραμυθιού. Χωρίς να το υποψιάζεται, νομίζω, ο κυρ Γιώργης θυμίζει τη δομή της αρχαίας τραγωδίας και «τήν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

Η άλλη παρατήρηση αφορά το «Γλωσσάρι» που συμπληρώνει την έκδοση. Είναι πολύ σημαντικό σε μια εποχή που κάτι κινείται για την αξιολόγηση της αυθεντικής Κρητικής Διαλέκτου και τη διάσωσή της, επειδή αποτυπώνει ένα λεξιλογικό θησαυρό. Θα προσθέσω μόνο ότι τη λέξη «απολλυμάροι (οι) = πεθαμένοι» τη λένε ασφαλώς στα Κάτω Μέρη μ’ αυτή την έννοια και ο κυρ Γιώργης λέγοντάς την ανταποκρινόταν στο κοινό γλωσσικό αίσθημα. Εξ ου και η γραφή της παραπέμπει στο αρχαίο ρήμα απόλλυμι.

Υπάρχει παράλληλα όμως άλλη μια εκδοχή, που η αφετηρία της απαντά σε μια παλιά βλαστήμια: «Διάλε τσ’ αποθαμένους του και τσ’ απομεινάρους του», που παραπέμπει στον αντίχριστο τόσο τους αποθαμένους όσο και αυτούς που απέμειναν (τους ζωντανούς) του αποδέκτη της βλαστήμιας. Στο Αμάρι παλιότερα τραγουδούσαν χιουμοριστικά:

Διάλε τσ’ απονειμάρους μου οφέτος κι αν αφήσω

παρά να βρω να παντρευτώ για θα παραλοήσω.

Παρατηρητέα η ευφημιστική μετάθεση των φθόγγων μ -ν σε ν – μ.

Και στον Αϊ Βασίλη το «Ανεζηνιό», θησαυροφυλάκιο της τοπικής διαλέκτου, γράφει «απομεινάρους», στις σελίδες 73 και 90, ενώ στη σελ. 79 γράφει «απονειμάρους», επιβεβαιώνοντας την πλαστικότητα της Κρητικής Διαλέκτου.

Μακάρι να ακολουθήσουν πάρα πολλές «σωστικές» εκδόσεις σαν αυτή του Κωστή Καλλέργη.