16 °C Rethymno, GR
16/06/2021

Η «απελευθέρωση» των πατεντών στα εμβόλια ως υγειονομική αναγκαιότητα και αναπτυξιακή ευκαιρία

Η ανθρωπότητα εδώ και μήνες βιώνει μια τραγική αντίφαση. Ενώ προχώρησε πολύ γρήγορα η ανακάλυψη και έγκριση ασφαλών και αποτελεσματικών εμβολίων κατά του SARS-CoV-2,η εμβολιαστική κάλυψη του παγκόσμιου πληθυσμού είναι πολύ χαμηλή και αυτό ευνοεί μεταλλάξεις του ιού και οδηγεί σε υγειονομικές τραγωδίες όπως στην Ινδία. Ο βασικός λόγος γι’ αυτή την κατάσταση είναι ότι, λόγω του κερδοσκοπικού καθεστώτος προστασίας της πατέντας, δεν αξιοποιείται η παραγωγική δυνατότητα της παγκόσμιας φαρμακοβιομηχανίας (σήμερα κατά την Oxfam είναι περίπου στο 40%), με αποτέλεσμα την τεράστια ανισότητα στην πρόσβαση των φτωχών χωρών στα νέα εμβόλια, την απαράδεκτη καθυστέρηση στα εμβολιαστικά προγράμματα των χωρών της ΕΕ και την ανάπτυξη φαινομένων «εμβολιαστικού εθνικισμού» και έλλειψης στοιχειώδους διεθνούς αλληλεγγύης μπροστά σε μια φονική πανδημία. Η ανακήρυξη από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) του εμβολίου ως παγκόσμιο δημόσιο αγαθό και ο στόχος της έγκαιρης και, κυρίως, ισότιμης ανοσοποίησης των λαών της Γης μέσω του προγράμματος Covax, έχουν ναρκοθετηθεί. Όχι για τεχνικούς λόγους, όχι επειδή δεν επαρκεί η πρώτη ύλη -όπως σπεύδουν να μας πείσουν οι CEO των πολυεθνικών- αλλά επειδή μέχρι τώρα οι μεγάλες χώρες δεν προστάτευαν τη Δημόσια Υγεία αλλά ένα μοντέλο παραγωγής και διάθεσης φαρμάκων που αποδείχθηκε ανίκανο να ανταποκριθεί σε μια συνθήκη πρωτοφανούς υγειονομικής κρίσης. Όσοι, όπως ο Τσίπρας, ο ΣΥΡΙΖΑ, η Ευρωπαϊκή Αριστερά, ο ΠΟΥ, άνθρωποι της Υγείας, των επιστημών και της κοινωνίας των πολιτών, προέβαλαν την ανάγκη ριζικής αλλαγής πλαισίου στη διεθνή φαρμακευτική αγορά με αιχμή την «απελευθέρωση» των πατεντών, χλευάστηκαν και αγνοήθηκαν.

Μέχρι που ήρθε ο Μπάιντεν να αλλάξει το σκηνικό. Και τώρα όλοι αναγκάστηκαν να συζητήσουν μια όντως ριζοσπαστική ιδέα που δημιουργεί βάσιμα την ελπίδα ότι θα μπορέσουν να καλυφθούν πιο γρήγορα και χωρίς διακρίσεις οι εμβολιαστικές ανάγκες των επόμενων φάσεων της πανδημίας. Αρκεί φυσικά η Ευρώπη και οι συντηρητικές κυβερνήσεις της (μεταξύ αυτών και η ελληνική) να στηρίξουν αυτή την πρωτοβουλία και να μην μείνουν οι μόνες στο κόσμο που θα υπερασπίζονται τα «ιερά και τα όσια» των big pharma.

Αν λοιπόν, έστω και τώρα, δεν συνειδητοποιηθεί ότι σε μια πανδημία δεν υπάρχουν υγειονομικά σύνορα και ότι αν δεν είμαστε όλοι εμβολιασμένοι και ασφαλείς δεν μπορεί να είναι κανένας ασφαλής, τότε η ευκαιρία θα χαθεί. Αν δεν καταλάβουμε ότι δεν μπορεί να υπάρξει «Ευρώπη-φρούριο» απέναντι στο ιό την ώρα που στις άλλες ηπείρους «επωάζονται» λόγω έλλειψης εμβολίων μεταλλαγμένα στελέχη του, τότε δεν θα έχουμε βγάλει κανένα συμπέρασμα από την πανδημία.

Το στοίχημα πλέον είναι η ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών και ο υπερεθνικός σχεδιασμός παρεμβάσεων που θα καταστήσουν την πρόταση Μπάϊντεν υλοποιήσιμη. Έχοντας επίγνωση ότι δεν μπορεί να δώσει άμεση λύση αλλά ότι δημιουργεί προϋποθέσεις ριζικής αντιμετώπισης του δομικού προβλήματος της ισότιμης πρόσβασης των ανθρώπων όλου του κόσμου στα νέα εμβόλια και φάρμακα. Γιατί προφανώς θα χρειαστούν αναμνηστικές δόσεις για όσους έχουν ήδη εμβολιαστεί και τροποποιημένα εμβόλια για τις νέες μεταλλάξεις που εμφανίζονται, και είναι βέβαιο ότι θα ανακαλύπτονται συνεχώς αποτελεσματικότερα φάρμακα με συγκεκριμένες ενδείξεις χορήγησης σε ασθενείς με covid-19.

Υπάρχει όμως και μια παράμετρος σ ’αυτές τις εξελίξεις, που δεν πρέπει να υποτιμήσουμε. Η αλλαγή πλαισίου στο θέμα της πατέντας, να δώσει τη δυνατότητα και την ευκαιρία στην εγχώρια φαρμακοβιομηχανία να επενδύσει -με την ανάλογη κρατική υποστήριξη- στη σύγχρονη βιοτεχνολογία και στην προοπτική παραγωγής εμβολίων νέας γενιάς κατά του SARS-CoV-2 και στην Ελλάδα. Αυτό είναι μια μεγάλη πρόκληση για τις ελληνικές εταιρείες παραγωγής φαρμάκων, οι οποίες μπορούν να κινηθούν πέραν των πολιτικών σκοπιμοτήτων και να εκπονήσουν ένα ρεαλιστικό και βιώσιμο σχέδιο εταιρικών συμπράξεων και παραγωγικής ανασυγκρότησης της εγχώριας φαρμακευτικής βιομηχανίας, που θα υιοθετηθεί από την Πολιτεία και θα δημιουργήσει προστιθέμενη αξία στη χώρα, θα ενισχύσει τις εξαγωγές, θα προσφέρει νέες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και θα συμβάλλει στην αντιστροφή του brain drain.