18 °C Rethymno, GR
20/10/2020

Η εξέλιξη της Ρεθεμνιώτικης κοινωνίας από την Οθωμανική εποχή έως και σήμερα

Ο κοινωνικός χώρος του Ρεθύμνου την Οθωμανική περίοδο

Ολόκληρος ο 19Ος αιώνας βρίσκει το Ρέθυμνο όπως και όλη την Κρήτη, με τους Οθωμανούς να διαφεντεύουν το νησί μας. Οι κρατικοί αξιωματούχοι που ήταν διαπιστευμένοι από την Υψηλή Πύλη διέθεταν σχεδόν απόλυτη εξουσία και μαζί με τη κεντρική διοίκηση καρπώνονταν τα έσοδα από τη βαριά φορολογία του κεφαλικού φόρου και της φορολογίας των εισοδημάτων των δύσμοιρων Κρητών. Την οικονομική εξουσία, που όμως αυτή επεκτείνονταν και σε διοικητική και κοινωνική, διέθεταν οι Οθωμανοί Μπέηδες και Εφέντες, που ήταν οι γαιοκτήμονες και οι κάτοχοι σημαντικών αστικών ακινήτων. Οι Αξιωματούχοι αυτοί, που κάποιοι από αυτούς αποδείχτηκαν πως ήταν και κρυπτοχριστιανοί, όπως ήταν οι Χατζηδάκηδες και οι Κυρίμηδες στο Μυλοπόταμο καθώς και οι Κουρμούληδες στη Μεσσαρά, κατοικούσαν σε οικισμούς με αμιγή μουσουλμανικό ή με ελάχιστο χριστιανικό πληθυσμό, όπως στον Άρδαχτο και το Βαθιακό στην Αμπαδιά, τις Ατσιπάδες, το Τσικαλαριό, τους Έρφους, τον Άγιο Ιωάννη και την Επισκοπή Μυλοποτάμου, το Ρουσσουναύλι, το Νταλαμπέλο και αλλού.

Τα Μοναστήρια

Μεγάλη επίσης περιουσία διέθεταν τα μοναστήρια, όπου οι χριστιανοί πολλές φορές μεταβίβαζαν την περιουσία τους για να την γλυτώσουν από το σφετερισμό της από τους Οθωμανούς που την διεκδικούσαν. Για παράδειγμα αναφέρουμε ότι το πολύ μεγάλο κτήμα «κόκκινο μετόχι» στη περιοχή της Αμνάτου, δωρίθηκε στη Μονή Αρκαδίου από μία Ρεθεμνιώτισσα αρχόντισσα Ενετικής καταγωγής, την Κορμαρόλα, χήρα του πρώτου Γραμματικού και διερμηνέα της Υψηλής Πύλης από το 1669 στη Κρήτη, του Ανδρέα Μηλιώτη, ο οποίος όμως αργότερα υπέπεσε σε δυσμένεια και απαγχονίστηκε το 1692 (Β. Ψιλάκης 1909 και Ν. Σταυρινίδης 1948).

Τα μοναστήρια του Αρκαδίου, του Πρέβελη, της Ατάλης στο Μπαλί, του Αγίου Παντελεήμονα στο Φόδελε, των Αγίων Πατέρων στις Σίσσες, του Δισκουρίου στα Λιβάδια, της Χαλέπας στο Κρυονέρι, των Ασωμάτων στο Αμάρι, διέθεταν δεκάδες χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμης γης αλλά και απέραντες χορτολιβαδικές εκτάσεις. Στα μοναστήρια υπήρχε πληθώρα μοναχών αλλά και κοσμικών, που απασχολούνταν ως εργάτες γης, ποιμένες στα κοπάδια του μοναστηριού, αλλά και στις άλλες τους δραστηριότητες, όπως στους νερόμυλους, στα ελαιοτριβεία, στο φούρνο και στις τραπεζαρίες. Πολύ αργότερα, το 1925 επί κυβερνήσεως Φιλελευθέρων και Αλεξάνδρου Παπαναστασίου, με το νόμο 3345/1925, πολλά μοναστηριακά κτήματα διανεμήθηκαν στους εφέδρους πολεμιστές. Τριανταπέντε χρόνια αργότερα με το νόμο 4149/1961 παραχωρήθηκαν ανεξέλεγκτα δικαιώματα στον οργανισμό διοίκησης μοναστηριακής περιουσίας για εκποιήσεις χιλιάδων στρεμμάτων που πουλήθηκαν σε ιδιώτες.

Η ενδοχώρα

Στην ενδοχώρα του νομού, οι χριστιανοί ήταν κυρίως στη δούλεψη των Μπέηδων των Εφέντων και των άλλων ευκατάστατων Οθωμανών. Οι περισσότεροι από αυτούς διέθεταν κάποιο κλήρο για καλλιέργεια, που μόλις τους έφτανε να παράγουν κάποια προϊόντα για να συντηρούν τις οικογένειές τους. Κάποιες ελάχιστες χριστιανικές οικογένειες που ίσως είχαν και Ενετική καταγωγή είχαν μεγάλες καλλιεργούμενες εκτάσεις και θεωρούνταν «νοικοκύρηδες». Στη δούλεψη των γαιοκτημόνων Οθωμανών, ήταν βέβαια και μουσουλμάνοι που προέρχονταν από φτωχές οικογένειες. Χριστιανοί και μουσουλμάνοι δραστηριοποιούνταν και σαν μικροεπαγγελματίες, όπως μπακάληδες, ράφτες, φουρνάρηδες, τσαγκάρηδες, χαρκιάδες, ξυλουργοί, χασάπηδες, καφετζήδες ή και σε άλλες ασχολίες τόσο στην πόλη του Ρεθύμνου, όσο και στα κεφαλοχώρια του νομού. Τα κεφαλοχώρια αυτά ήταν, το Καστέλι (το Πάνορμο), οι Μαργαρίτες, η Αργυρούπολη, η Επισκοπή, το Σπήλι και ο Φουρφουράς.

Η πόλη του Ρεθύμνου

Στη πόλη αναπτύχθηκε και μια μικρής έως μεσαίας κλίμακας βιοτεχνική δραστηριότητα με μερικά βυρσοδεψεία και πολλά σαπωνοποιεία, όπου αξιοποιούνταν ντόπια προϊόντα. Με το τέλος του 1800 όπου είχαν κορυφωθεί οι εξεγέρσεις των Κρητών και είναι ολοφάνερο πια ότι η Οθωμανική κυριαρχία, όδευε προς το τέλος της, οι Οθωμανοί της ενδοχώρας δέχονταν συνεχείς παρενοχλήσεις αλλά και επιθέσεις από τους επαναστάτες. Πολλοί από αυτούς τους Οθωμανούς γαιοκτήμονες αποφάσισαν να πουλήσουν τη περιουσία τους σε χριστιανούς και να μετακομίσουν στη πόλη του Ρεθύμνου. Η διαμονή τους στη πόλη, τους παρείχε ασφάλεια, αφ’ ενός γιατί η πόλη διέθετε οχυρωματικά τείχη και αφ’ ετέρου υπήρχαν ικανά στρατιωτικά σώματα για να τους προστατεύσουν. Ήδη βέβαια με τις αποφάσεις φιλελευθεροποίησης του Οργανικού νόμου του 1868 αλλά και της Σύμβασης της Χαλέπας του 1878, οι χριστιανοί είχαν πια το δικαίωμα να μπορούν να αποκτήσουν και μεγάλη ακίνητη περιουσία. Τη περίοδο αυτή, τέλη του 1800 αρχές του 1900 άρχισε να δημιουργείται στη πόλη του Ρεθύμνου μια ανώτερη, οικονομικά και κοινωνικά, ολιγομελής τάξη χριστιανών από ορισμένες παραδοσιακές ευκατάστατες αστικές οικογένειες που δραστηριοποιούνταν κυρίως στο εμπόριο αλλά και στη βιοτεχνία.

Η πρώιμη φυγή των πλουσίων Οθωμανών

Οι πιο τολμηροί από αυτούς τούς ευκατάστατους Οθωμανούς, που διέθεταν και περισσότερες πληροφορίες για τις επικείμενες εξελίξεις, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν εντελώς το Ρέθυμνο και την Κρήτη και να μετακομίσουν σε άλλη περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που τους παρείχε περισσότερη ασφάλεια, όπως η Μ. Ασία, η Συροπαλαιστίνη ή και η Αίγυπτος. Η μόνιμη αυτή μετανάστευση των Οθωμανών εντάθηκε ακόμη περισσότερο με την ανακήρυξη της Αυτονομίας της Κρήτης και τον ερχομό του Πρίγκιπα Αρμοστή. Από τα πληθυσμιακά στοιχεία παρατηρείται ότι ο μουσουλμανικός πληθυσμός του νομού ελαττωνόταν συνεχώς τα πρώτα χρόνια του 1900 και η ρυθμός αυτός αυξήθηκε ακόμη περισσότερο μετά το 1913 και την πλήρη ανεξαρτησία της Κρήτης και την Ένωσή της με την ελεύθερη Ελλάδα. Με τις αποχωρήσεις των μουσουλμάνων οι χριστιανοί δραστηριοποιήθηκαν πολύ περισσότερο σε όλο το παραγωγικό φάσμα, ενώ οι εναπομείναντες μουσουλμάνοι περιορίζονταν σε απλούστερες επαγγελματικές δραστηριότητες. Μάλιστα το 1919 για πρώτη φορά εκλέχτηκε χριστιανός Δήμαρχος στη πόλη, ο Μιχαήλ Παπαδάκης που διαδέχτηκε τον μουσουλμάνο Χουσνή Βαγιοκλάκη, αφού η αναλογία χριστιανών -μουσουλμάνων είχε ανατραπεί υπέρ των χριστιανών.

Η ανταλλαγή των πληθυσμών

Οι Οθωμανοί συνέχισαν να εγκαταλείπουν την Κρήτη και το Ρέθυμνο με δική τους πρωτοβουλία έως και το 1922 και τη Μικρασιατική καταστροφή. Μετά την Εθνική αυτή τραγωδία και με τη συμφωνία της Λωζάνης περί του καθορισμού των συνόρων και της ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Ρέθυμνο και όλοι οι υπόλοιποι εναπομείναντες μουσουλμάνοι. Ταυτόχρονα με την απομάκρυνση των μουσουλμάνων, έρχονται για μόνιμη εγκατάσταση οι ξεριζωμένοι Έλληνες από τη Μ.Ασία, οι πρόσφυγες όπως συνήθιζαν να τους αποκαλούν οι ντόπιοι.

Οι νεοφερμένοι Έλληνες, εγκαθίστανται με τον σχεδιασμό και την επίβλεψη των τοπικών κυβερνητικών αρχών στην πόλη του Ρεθύμνου, και στους περιαστικούς του οικισμούς, στα Περιβόλια, στα Μυσσίρια, στο Ξηρό χωριό, στον Πλατανιά και στο Ρουσσοσπίτι.

Στην ενδοχώρα του νομού εγκαταστάθηκαν σε λίγους οικισμούς, όπως στο Άδελε, στη Νέα Μαγνησία, στον Καρνατζέ, στους Έρφους, στα Σκουλούφια και σε κάποια άλλα χωριά. Όλοι τους, προέρχονταν από περιοχές της Μ. Ασίας όπως τη Σμύρνη και τους περιαστικούς της οικισμούς, την Αλλικαρνασό, τη Φώκαια, τη Μαγνησία, που ήταν περιοχές με περισσότερη ανάπτυξη απ’ ότι η Τουρκοκρατούμενη Κρήτη. Έτσι λοιπόν αυτοί ήταν περισσότεροι προοδευμένοι με πλέον σύγχρονες γνώσεις για πιο σύγχρονα επαγγέλματα και για πιο σύγχρονες καλλιέργειες. Για παράδειγμα αναφέρουμε πως η καλλιέργεια της σουλτανίνας που έμελλε να πρωταγωνιστήσει αργότερα στη παραγωγική διαδικασία ολόκληρης της Κρήτης έως και τη δεκαετία του ‘80 ήρθε σαν γνώση από τους Έλληνες της Μ. Ασίας. Επίσης αυτοί μετέφεραν τη τεχνογνωσία για τη κατασκευή του 1ου εργοστάσιου, ιδιωτικού, παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στο Ρέθυμνο, τη λεγόμενη «ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ» στην οδό Μελισσινού.

Η περίοδος του Μεσοπολέμου

Τις δεκαετίες του ‘20 και του ‘30, με την προσπάθεια για την εδραίωση της Ελληνικής Δημοκρατίας με κύριο πρωταγωνιστή τον Ελευθέριο Βενιζέλο, εμφανίζονται στη χώρα μας ικανοποιητικές συνθήκες ασφάλειας και κρατικής ενθάρρυνσης και έτσι επιχειρούνται τα πρώτα δειλά βήματα ανάπτυξης. Ο Νομός Ρεθύμνης συμμετείχε σε αυτή την αναπτυξιακή πορεία, προσπαθώντας να οργανώσει τη γεωργική και τη κτηνοτροφική του παραγωγή πρωτίστως. Η προσπάθειά του αυτή που ήδη είχε αρχίσει να αποδίδει καρπούς, δυστυχώς ανακόπηκε απότομα με την κήρυξη του Β’ παγκόσμιου πόλεμου και τη κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς. Όλοι οι άνδρες που βρίσκονταν στην παραγωγική τους ηλικία στρατεύτηκαν και στάλθηκαν στο μέτωπο και μάλιστα πολλοί από αυτούς δεν ξαναγύρισαν ποτέ πια στο τόπο τους. Έτσι ο παραγωγικός ιστός του νομού μας και ολόκληρου του νησιού μας καταστράφηκε. Η Γερμανική κατοχή διήρκεσε περίπου πέντε χρόνια, που όμως η πραγματική οπισθοδρόμηση της κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης του λαού μας ήταν πολύ μεγαλύτερης διάρκειας. Με τη λήξη του πολέμου οι κάτοικοι του Ρεθύμνου προσπαθούν να ανασυγκροτήσουν το τόπο τους και τη ζωή τους.

Το μεταπολεμικό Ρέθυμνο και η εσωτερική μετανάστευση

Η δεκαετία του ‘50 ήταν η εποχή που δημιουργήθηκαν οι βασικές υποδομές της χώρας μας, από τις οποίες όμως ο νομός Ρεθύμνης εξαιρέθηκε. Δυστυχώς στο νομό μας δεν έγινε κατορθωτό να εκτελεστούν κάποια αξιόλογα έργα, όπως ένα μεγάλο λιμάνι, ή ένα μέτριο αεροδρόμιο αλλά ούτε και σημαντικοί οδικοί άξονες. Την ίδια δεκαετία, του ‘50, αρχίζει να χτίζεται μια πρώτη παραγωγική βάση του νομού, με κύρια χαρακτηριστικά τη παραγωγή γεωργικών προϊόντων, όπως του χαρουπιού, της σταφίδας, του λαδιού και κτηνοτροφικών προϊόντων. Αυτή η αναπτυξιακή προσπάθεια συνεχίστηκε και τη δεκαετία του ‘60. Όμως στα μέσα της δεκαετίας αυτής, εμφανίζεται στο νομό μας αλλά και σε όλη την Κρήτη το μεγάλο ρεύμα της μετανάστευσης τόσο προς το εσωτερικό όσο και προς το εξωτερικό και κυρίως τη Γερμανία. Η εσωτερική αυτή μετανάστευση συντελείται κυρίως από την ενδοχώρα του νομού προς τα αστικά κέντρα της Κρήτης αλλά και προς την Αθήνα και ολόκληρη την Αττική. Είναι η περίοδος όπου αρχίζει να ελαττώνεται ο πληθυσμός των χωριών του νομού, όπου μέσα σε λίγα χρόνια η ελάττωση αυτή παίρνει τη μορφή της εγκατάλειψης έως και της ερήμωσης. Στην κατάσταση αυτή την κύρια ευθύνη τη φέρνουν οι λαθεμένες πολιτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων και βέβαια της δικτατορίας του ‘67. Η ερήμωση των χωριών συνεχίστηκε και την επόμενη δεκαετία του ‘70. Όμως στα τέλη της, αρχίζει να εμφανίζεται η ανάπτυξη του τουρισμού στο νομό ξεκινώντας από τη βόρεια παραλιακή ζώνη και έτσι δημιουργούνται μερικές χιλιάδες θέσεις εργασίας. Αυτό συνεχίζεται και τις επόμενες δεκαετίες του ‘80 και του ‘90 και έτσι ο νομός μπαίνει πια σε μια σοβαρή αναπτυξιακή πορεία. Σημαντικός σταθμός αυτής της πορείας ήταν και η ίδρυση του Πανεπιστημίου στο νομό μας, τέλη τη δεκαετίας του ’70.

Οι ζώνες κατοίκησης αλλάζουν

Ωστόσο η εσωτερική μετανάστευση του πληθυσμού από τη δεκαετία του ‘80, έχει πάρει πια, μιαν άλλη μορφή. Επιτελείται μέσα στα πλαίσια του νομού, όπου ο πληθυσμός και κυρίως οι νέοι άνθρωποι φεύγουν από τα χωριά τους και εγκαθίστανται κυρίως στη πόλη του Ρεθύμνου και τις περιαστικές του περιοχές. Εγκαθίστανται επίσης σε ορισμένα κεφαλοχώρια ή περιοχές με τουριστική ανάπτυξη, όπως το Πέραμα, τη Σκαλέτα, το Σταυρωμένο, το Σφακάκι, τον Πηγιανό κάμπο, τον Αδελιανό κάμπο, το Ατσιπόπουλο, το Γεράνι και το Σπήλι. Επίσης αξιόλογη συγκέντρωση πληθυσμού παρατηρείται και σε ορισμένα τουριστικά θέρετρα, όπως την Αγία Γαλήνη, το Πλακιά, το Πάνορμο και το Μπαλί. Έτσι τα χωριά στην ενδοχώρα του νομού συνεχίζουν να ερημώνουν, παρόλο το μικρό ρεύμα επαναπατρισμού κυρίως αυτών που είχαν μεταναστεύσει στη πρωτεύουσα τη δεκαετία του ‘60 και του ‘70.

Προτιμώτερον: Αμειβόμενοι προλετάριοι από «φτωχά αφεντικά»

Από τη δεκαετία του ‘90, ο νομός έχει μπει σε ένα ρυθμό ανάπτυξης, με μεγάλη αύξηση σε τομείς δραστηριότητας όπως του τουρισμού και του τοπικού εμπορίου και λιγότερο του πρωτογενούς τομέα, δηλαδή της γεωργοκτηνοτροφικής παραγωγής. Στη γεωργική παραγωγή έχουν συμβεί μεγάλες ανατροπές. Τα δύο από τα τρία κύρια παραγόμενα προϊόντα, τα χαρούπια και η σταφίδα, έχουν εγκαταλειφθεί παντελώς. Αντίθετα έχουν ενισχυθεί κατά πολύ το τρίτο κύριο προϊόν, το λάδι, καθώς και τα υπαίθρια κηπευτικά. Η σύνθεση του ενεργού πληθυσμού έχει αλλάξει τρομακτικά ειδικά τις τελευταίες τρείς με τέσσερεις δεκαετίες. Αν εκτιμήσουμε ότι έως και τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 το ποσοστό του ενεργού πληθυσμού του νομού, γυναίκες και άνδρες που απασχολούνταν στον γεωργοκτηνοτροφικό τομέα πλησίαζε το 70% τουλάχιστον, αυτό σήμερα έχει μειωθεί ίσως και κατά το ήμισυ. Αντίθετα έχει αυξηθεί κατά πολύ το ποσοστό που απασχολείται στο τομέα της παροχής υπηρεσιών και αυτό κυρίως οφείλεται στον τουρισμό, στον δημόσιο τομέα και στους πτυχιούχους ελεύθερους επαγγελματίες.

Η αλλαγή στάσης των Ρεθεμνιωτών

Όσον αφορά το μορφωτικό επίπεδο του γενικού πληθυσμού, αν λάβουμε σαν μέτρο σύγκρισης το ποσοστό εκείνων που διαθέτουν απολυτήριο Λυκείου καθώς και πτυχίο Πανεπιστημίου ή Τ.Ε.Ι., μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι έχει υπάρξει τεράστια πρόοδος. Ο νομός Ρεθύμνης έως και τη δεκαετία του ‘70 σίγουρα είχε υψηλή υστέρηση σε αυτό το πεδίο. Η υστέρηση αυτή σχετίζονταν αφ’ ενός με την οικονομική στενότητα των οικογενειών και την αδυναμία τους να ανταπεξέλθουν στα έξοδα σπουδών ενός ή και περισσότερων παιδιών τους, αλλά και με τις στάσεις των κατοίκων κύρια της ενδοχώρας απέναντι στις Πανεπιστημιακές σπουδές. Όμως από τη δεκαετία του ‘80 οι στάσεις αυτές ανατράπηκαν, όπως επίσης άλλαξε και η κλίμακα αξιών για τους Ρεθεμνιώτες. Αυτές οι κοινωνικές τάσεις από τότε βαίνουν συνεχώς βελτιούμενες. Έτσι διαπιστώνουμε τα τελευταία χρόνια ότι καταβάλλεται μια έντονη προσπάθεια των νέων του Ρεθύμνου για την εισαγωγή τους σε Πανεπιστημιακές σχολές και μάλιστα στη προσπάθειά τους αυτή βρίσκουν θερμούς συμπαραστάτες τους γονείς τους.

Η διεύρυνση του κύκλου των πτυχιούχων

Αρχίζει δηλαδή ο κοινωνικός χώρος στο σύνολο του νομού, να αναγνωρίζει την πραγματική αξία των Πανεπιστημιακών πτυχίων και της μόρφωσης, και να αποσυνδέει την ευημερία και την ευτυχία, από την επαγγελματική και την οικονομική επιτυχία! Αυτές οι διαπιστώσεις κρίνονται ως μια ιδιαίτερα αξιέπαινη εξέλιξη και επίσης διαπιστώνουμε ότι ο κύκλος των πτυχιούχων Ρεθεμνιωτών συνεχώς διευρύνεται. Ωστόσο ο νομός μας παρουσιάζει μια υστέρηση, σε σύγκριση με τους άλλους νομούς της Κρήτης, στο επίπεδο της γυμνασιακής και λυκειακής φοίτησης, καθότι από τα στοιχεία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου παρουσιάζεται ένα αυξημένο ποσοστό μαθητικής διαρροής. Δηλαδή παρουσιάζεται αυξημένο ποσοστό των μαθητών του Ρεθύμνου που εγκαταλείπουν και δεν ολοκληρώνουν την αποφοίτησή τους τόσο από το γυμνάσιο όσο και από το λύκειο. Αυτό κρίνεται ως ένα ανησυχητικό φαινόμενο το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί από πλευράς της πολιτείας.

Οι φιλοπρόοδοι Ρεθεμνιώτες

Κλείνοντας την περιήγησή μας αυτή στον κοινωνικό χώρο του Ρεθύμνου, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τη πρόοδο που έχει συντελεστεί τόσο στο επαγγελματικό – παραγωγικό πεδίο όσο και στο αντίστοιχο μορφωτικό – κοινωνικό. Ακόμη με ιδιαίτερη χαρά μας ισχυριζόμαστε πως ο νομός έχει ξεφύγει από το στάσιμο επίπεδο που για δεκαετίες ήταν καθηλωμένος. Αλλά επίσης με χαρά μας τολμούμε να διατυπώσουμε και μια δεύτερη διαπίστωση, ως εξής: Για το Ρέθυμνο, κλείνει συνεχώς η ψαλίδα της πλουτοπαραγωγικής ευημερίας, σε σύγκριση με τους όμορους νομούς μας, των Χανίων και του Ηρακλείου, σύμφωνα με «τη κυκλοφορούσα» εκτίμηση. Δεν είμαστε πια οι φτωχοί συγγενείς των γειτόνων μας!

Συγχρόνως όμως, ως φιλοπρόοδοι όπως πιστεύομε ότι είμαστε οι Ρεθεμνιώτες, ποτέ δεν θα πάψουμε να αγαπούμε τον τόπο μας και να τον θεωρούμε μοναδικό! Επίσης ποτέ δεν θα πάψουμε να αγωνιζόμαστε μέσα από τους θεσμούς, για να αποκτήσει την αξία που του αξίζει, που βέβαια κατά την εκτίμησή μας, ως αυτή μας την επιτυχία θα έχουμε ακόμη αρκετή διαδρομή!