19 °C Rethymno, GR
27/10/2020

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ

«Η Επανάσταση του Θερίσου και η μάχη του Ατσιπόπουλου»

Του ΘΗΣΕΑ ΤΣΙΑΤΣΙΚΑ

Στις 2 του περασμένου Αυγούστου, 115η επέτειο της μάχης των επαναστατών του Θερίσου στο Ατσιπόπουλο με ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις, πραγματοποιήθηκε στον εξωτερικό χώρο του τοπικού Πολιτιστικού Συλλόγου η επίσημη παρουσίαση του νέου βιβλίου – αφιερώματος του Γεωργίου Εμμ. Περπιράκη, επίτιμου σχολικού συμβούλου Π.Ε. και σοβαρού ερευνητή και συγγραφέα της τοπικής ιστορίας. Κατά κοινή ομολογία όσων είχαμε την τύχη να παρευρεθούμε επρόκειτο για μια εξαιρετικά επιτυχημένη εκδήλωση από κάθε άποψη και μια πρωτότυπη βιβλιοπαρουσίαση με έντονο το βιωματικό στοιχείο αλλά και με επιστημονική προσέγγιση από τους ομιλητές.

Από τον τίτλο του βιβλίου γίνεται σαφές ότι το θέμα διαπραγμάτευσης είναι η Επανάσταση του Θερίσου (Μάρτιος – Νοέμβριος 1905) ως σημαντικό ιστορικό γεγονός με γενικότερες συνέπειες στη μετέπειτα εξέλιξη των αγώνων του κρητικού λαού για την ένωση με την Ελλάδα. Στα πλαίσια της Επανάστασης εντάσσεται οργανικά η μάχη στο Ατσιπόπουλο με εξέταση των αιτίων που την προκάλεσαν αλλά και του αντίκτυπο που είχε τόσο στην Κρήτη όσο και, κυρίως, στην Ελληνική κοινή γνώμη μέσα από τη δημοσιότητα που πήρε στα αθηναϊκά μέσα ενημέρωσης. Ότι αυτή είναι συνειδητή προγραμματική επιδίωξη του συγγραφέα φαίνεται και στο παρακάτω απόσπασμα από την σύντομη αλλά περιεκτική εισαγωγή του: «Έτσι, η μάχη δεν παρουσιάζεται ως ένα αυστηρά μεμονωμένο ιστορικό γεγονός, αλλά αντιθέτως συνδέεται με το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, όπως αυτό διαμορφώθηκε από την αρχή που εκδηλώθηκε η Επανάσταση του Θερίσου».

Βασικός σκοπός της συγγραφής αυτού του σύντομου (136 σελίδες μαζί με τους δύο προλόγους, του Νικολάου Παπαδάκη και της Δέσποινας Αγγελιδάκη, και το παράρτημα) αλλά πολύ σημαντικού βιβλίου είναι η μελέτη των συνθηκών και των αιτίων που προκάλεσαν την Επανάσταση, του ρόλου και των αλληλοσυγκρουόμενων επιδιώξεων των Μεγάλων Δυνάμεων που τον Μάρτιο του 1897 διακήρυξαν την «αμετάκλητον απόφασιν να εξασφαλίσωσι την πλήρη αυτονομία της Κρήτηςαπό την Κυριαρχίαν του Σουλτάνου», καθώς και του τρόπου διακυβέρνησης του Πρίγκιπα Γεωργίου, Ύπατου Αρμοστή της Κρητικής Πολιτείας, που τον έφερε σε σύγκρουση με τον μεγάλο πρωταγωνιστή της Επανάστασης Ελευθέριο Βενιζέλο. Και όλα αυτά σε μια ταραγμένη και πυκνή σε γεγονότα εποχή, με τον λαό της Κρήτης διχασμένο σε Πριγκηπικούς και Βενιζελικούς, το Ελληνικό κράτος συχνά αμήχανο ή και αναγκασμένο από τη γενικότερη διεθνή κατάσταση και τη δική του αδυναμία απέναντι στο αίτημα της Επα­νάστασης για την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, ιδίως μετά τη δεινή ήττα του 1897.

Το βιβλίο είναι δομημένο σε τρία άνισα σε έκταση αλλά και σε σπουδαιότητα μέρη ως προς το βασικό θέμα που διαπραγματεύεται ο συγγραφέας.

Το πρώτο μέρος, με τίτλο «Το Ατσιπόπουλο», αποτελεί στην πραγματικότητα εισαγωγή στο κυρίως θέμα, αφού, εκτός από την περιγραφή της γεωγραφικής θέσης της κωμόπολης, τη διαμόρφωση του εδάφους και τη κοινωνική διαστρωμάτωση των κατοίκων της, τη διαρκή και σημαντική συμμετοχή τους στις αλλεπάλληλες επαναστάσεις, αναφέρεται και σε πρόδρομα ιστορικά γεγονότα που υπερβαίνουν το στενό τοπικό ενδιαφέρον και προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση που οδήγησε τελικά στην Επανάσταση του Θερίσου. Τελειώνει με την «Αποβίβαση του ρωσικού στρατού στο Ρέθυμνο», ο οποίος θα πρωταγωνιστήσει στην πρόκληση και τη διεξαγωγή της μάχης του Ατσιπόπουλου.

Το Δεύτερο μέρος τιτλοφορείται «Κρητική Πολιτεία» και καλύπτει τα γεγονότα από την άφιξη του Πρίγκιπα Γεωργίου ως Ύπατου Αρμοστή της Κρήτης και τον τρόπο διακυβέρνησής του που προκάλεσε τη διαφωνία του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και την τελική ρήξη η οποία οδήγησε στην Επανάσταση.

Το τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου, με τον τίτλο «Η Επανάσταση του Θερίσου», βρίσκεται στο επίκεντρο της συγγραφικής προσπάθειας του Γ. Περπιράκη. Δεν είναι χωρίς σημασία το ότι καταλαμβάνει περισσότερο από τα δύο τρίτα των σελίδων του βιβλίου ούτε η εξαντλητική έρευνα και συχνή παρουσία των ιστορικών πηγών, η διασταύρωση και η αξιολόγησή τους προκειμένου να εξακριβωθούν τα γεγονότα και οι αιτίες που τα προκάλεσαν, να αναζητηθεί και να αποτιμηθεί η δράση και τα κίνητρα εκείνων των προσώπων που διαδραμάτισαν ρόλο στις εξελίξεις καθώς και των Μεγάλων Δυνάμεων που σε μεγάλο βαθμό επηρέασαν αποφασιστικά την έκβασή της.

Στο μέρος αυτό του βιβλίου του ο συγγραφέας έχει να αντιμετωπίσει μια σειρά προβλημάτων στην προσπάθειά του να δώσει με συνθετικό τρόπο μια πλήρη και έγκυρη ιστορικά αφήγηση γεγονότων, τόσο στο επίπεδο της επαναστατικής δράσης και της κυβερνητικής αντίδρασης, όσο και στο επίπεδο των διπλωματικών και παρασκηνιακών ενεργειών ανάμεσα στην κυβέρνηση του πρίγκιπα Αρμοστή – που σταδιακά παραμερίζεται και υποκαθίσταται από τους Προξένους των Δυνάμεων- και τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη της Επανάστασης Ελευθέριο Βενιζέλο. Συγχρόνως επιχειρείται η ανίχνευση των κινήτρων και των στόχων της κάθε πλευράς των αντιμαχομένων και η ερμηνεία των αποφάσεων και των αποτελεσμάτων που αυτές παράγουν, ενώ ο φακός εστιάζεται ιδιαίτερα στο ρόλο που διαδραματίζουν οι Ατσιπουλιανοί, που από την πρώτη μέρα συμμετείχαν ενεργά στην επανάσταση, και στο τίμημα που πλήρωσαν και με αίμα για τη δράση τους. Συστηματικότερα και πιο αναλυτικά αναπτύσσονται όσα προηγήθηκαν της μάχης στο Ατσιπόπουλο και όσα διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκειά της. Αξίζει να επισημανθεί στο σημείο αυτό ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε ο συγγραφέας τη διαφορετική εκτίμηση για τα πραγματικά αίτια που οδήγησαν στην υποχώρηση και στην ήττα των επαναστατών από τα ρωσικά στρατεύματα και τους χωροφύλακες, αφήνοντας μάλιστα και πέντε νεκρούς στο πεδίο της μάχης, από τη μια μεριά του Κ. Μάνου και του Διευθυντή της Αστυνομίας Θερίσου Εμμ. Παπαδερού, οι οποίοι και είχαν λάβει μέρος- εκόντες άκοντες- στη μάχη επικεφαλής 70 επαναστατών, και του Ελευθερίου Βενιζέλου από την άλλη. Οι πρώτοι θεωρούν την μεγάλη αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων ως βασική αιτία της ήττας, ενώ ο Βενιζέλος, σε επιστολή του, η οποία και δημοσιεύτηκε στον Αθηναϊκό τύπο, υποστηρίζει ότι η μόνη αιτία ήταν η έλλειψη Πυρομαχικών. Ο συγγραφέας, ενώ φαίνεται να δικαιώνει την εκτίμηση των πρώτων, αναγνωρίζει παράλληλα τη σκοπιμότητα της θέσης του Αρχηγού της επανάστασης, η οποία την περίοδο εκείνη δοκιμάζεται από την έλλειψη οικονομικών πόρων και πολεμοφοδίων και είναι επείγουσα ανάγκη να εξασφαλιστούν με κάθε τρόπο από την ελεύθερη Ελλάδα.

Σημαντική θέση στο βιβλίο κατέχει ο διπλωματικός αγώνας του Βενιζέλου να επιτύχει την καλύτερη δυνατή συμφωνία, όταν έγινε ολοφάνερο ότι ο πρωταρχικός διακηρυγμένος σκοπός της Επανάστασης, η ένωση δηλαδή της Κρήτης με την Ελλάδα, για τον οποίο δεν έτρεφε ο ίδιος ψευδαισθήσεις από την κήρυξής της ακόμα, ήταν ανέφικτος κάτω από τις δυσμενείς διεθνείς συνθήκες της περιόδου, ενώ υπήρχε και μεγάλος κίνδυνος πραγματικού εμφυλίου πολέμου.

Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου που αναφέρεται στα αποτελέσματα της Επανάστασης του Θερίσου, ο Γ. Περπιράκης αποδεικνύει για μια ακόμη φορά την κριτική και συνθετική ιστορική του ικανότητα, την αντικειμενικότητα και την ευστοχία στη συναγωγή των συμπερασμάτων του. Εκφράζει επίσης τεκμηριωμένα τον δικαιολογημένο θαυμασμό του για τον μεγαλύτερο πολιτικό άνδρα της Νεότερης Ελλάδας. Στο απόσπασμα από το βιβλίο του, που παραθέτω κλείνοντας το σύντομο βιβλιοκριτικό κείμενό μου, δίνεται από τον συγγραφέα, με επιγραμματικό τρόπο, η σημασία που είχε η Επανάσταση του Θερίσου για την ανάδειξη και εδραίωση σε πανελλήνιο επίπεδο της προσωπικότητας του Ελευθερίου Βενιζέλου: «Ακόμη, αναγνω­ρίστηκαν οι ηγετικές και διπλωματικές του ικανότητες και θεωρήθηκε ως η ανερχόμενη πολιτική φυ­σιογνωμία. Το Θέρισο εδραίωσε τη φήμη του Βενιζέλου στην Ελλάδα, όπου θεωρήθηκε φορέας νέων ιδεών και κυρίως νέων πολιτικών μεθόδων. Αναγνωρίστηκε από όλους ο πραγματισμός του, η διαπραγματευτική του δεινότητα και η νεωτεριστική πολιτική του σκέψη. Ήταν ένας ηγέτης οραματιστής αλλά και συγχρόνως πραγματιστής, επαναστάτης αλλά και συντηρητικός».