12 °C Rethymno, GR
06/04/2020

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΕΝΑ ΚΑΙ ΠΛΕΟΝ ΑΙΩΝΑ

Η «μεγάλη» γρίπη το φθινόπωρο του 1918 θέριζε και στο Ρέθυμνο

Και ο γιατρός Παπαβασιλείου στην πρώτη γραμμή έσωζε ζωές

Το φθινόπωρο του 1918 ήταν από τα τραγικότερα που έζησε το Ρέθυμνο. Ο πόλεμος μαίνεται. Οι γονείς που έχουν παιδιά στο μέτωπο ζουν μέρες φρικτής αγωνίας. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά ήρθε και η γρίπη να δώσει τη χαριστική βολή.

Ήταν η πανδημία που έμεινε στην ιστορία σαν «Ισπανική γρίπη» και είχε σαν αποτέλεσμα το θάνατο 100 εκατομμυρίων ανθρώπων ή κατ’ άλλους υπολογισμούς 50-60 εκατομμυρίων ανθρώπων.

Ο ιός μεταπήδησε από τα πτηνά στον άνθρωπο και στη συνέχεια άρχισε να απλώνεται με αστραπιαία ταχύτητα. Θεωρείται πιθανόν η γρίπη αυτή να προήλθε από την Άπω Ανατολή αλλά έμεινε με την ονομασία που ξέρουμε, επειδή οι πρώτες αναφορές προήλθαν από τον Τύπο της Ισπανίας, η οποία δεν συμμετείχε στον πόλεμο.

Ο θάνατος επερχόταν από οξύ φλεγμονώδες πνευμονικό οίδημα, αιμορραγική πενυμονίτιδα ή πνευμονία με οξύ αιμορραγικό οίδημα. Παρατηρούνταν κυάνωση του δέρματος ιδιαίτερα γύρω από το πρόσωπο στο στόμα, στο λαιμό και στα δάκτυλα.

Τα πρώτα κρούσματα εκδηλώθηκαν στη Γαλλία τον Απρίλιο του 1918 ανάμεσα στα βρετανικά συντάγματα που στάθμευαν στη Ρουέν και στο Βιμερέ. Καθώς μετακινούνταν τα στρατεύματα μετακινείτο και η ασθένεια. Έτσι το Μάιο επεκτάθηκε σε όλη τη Γαλλία και στην Ιταλία, τη Μεγάλη Βρετανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στη Γερμανία εισήλθε με τους αιχμαλώτους που είχε συλλάβει.

Οι εικόνες στις περιοχές που είχαν πληγεί ήταν εφιαλτικές. Δεν ήξεραν πια πώς να μεταφέρουν τους νεκρούς. Παιδιά μεταφέρονταν μέσα σε σκάφες και κοφίνια, παλικάρια πάνω σε σκάλες και πόρτες.

Καλοκαίρι του 1918 η γρίπη έφθασε στην Ελλάδα και το πρώτο κρούσμα εντοπίστηκε στην Πάτρα. Ενοχοποιήθηκαν γι’ αυτό πακέτα συσκευασμένου καπνού που έφτασαν από Θεσσαλονίκη. Ο διευθυντής του καπνοκοπτηρίου Πάτρας και ορισμένοι εργάτες που ήταν παρόντες στο άνοιγμα της παραλαβής νόσησαν και δυο από αυτούς πέθαναν.

Η εξάπλωση ήταν ραγδαία και τα κρούσματα πολλαπλασιάζονταν με επίκεντρο τη Μακεδονία.

Η έλλειψη επαρκούς ενημέρωσης εκείνη την εποχή δεν έδωσε τις διαστάσεις του προβλήματος, άρχισε να παρουσιάζει ύφεση εκεί προς το φθινόπωρο. Είχε ανακοινωθεί πως βρέθηκε και το φάρμακο αλλά επιστημονικοί κύκλοι έσπευδαν να διαψεύσουν.

Θέριζε στα χωριά μας

Από προφορικές μαρτυρίες αποδεικνύεται ότι η φονική γρίπη έκανε θραύση στα χωριά μας, όπου δυστυχώς δεν υπήρχε καμιά ενημέρωση για την πρόληψη και προστασία στις περιπτώσεις αυτές. Οι συνθήκες μάλιστα ευνοούσαν την εξάπλωση της νόσου, καθώς ούτε χώροι υγιεινής υπήρχαν στα σπίτια αλλά ούτε και άνεση. Στα περισσότερα σπίτια φιλοξενούνταν και τα οικόσιτα, όπου έμεναν και τα μέλη της οικογένειας.

Έπειτα οι άνθρωποι, όντας σκληραγωγημένοι, δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι θα είχε δυσάρεστη εξέλιξη κάποια ενόχληση της υγείας τους. Με βραστάρια και ρακή στην ημερήσια διάταξη και εντριβές με σπίρτο αντιμετώπιζαν τα συμπτώματα. Ότι είχε κληροδοτηθεί από γενιά σε γενιά για τις περιπτώσεις κάθε νόσου. Αν τώρα βάραινε ο ασθενής αυτό εθεωρείτο θέλημα θεού. Με προσευχή και τάξιμο στον προστάτη Άγιο οι οικείοι του περίμεναν να σωθεί ο ασθενής τους. Σ’ ένα θαύμα ήλπιζαν. Και η γρίπη θέριζε.

Ο τύπος και στο Ρέθυμνο κατακλύζεται από πολεμικά ανακοινωθέντα, αφού ο πόλεμος συνεχίζεται, δημοσιεύεται σε συνέχεια η λίστα των ηρωικώς πεσόντων στην μεγάλη μάχη της Δοϊράνης, ζητείται η συνδρομή των κυριών για την αποστολή πλεκτών στο μέτωπο για τις ανάγκες του στρατού μας, αλλά περί γρίπης κουβέντα.

Μια καθησυχαστική αναφορά

Εκεί κατά τον Νοέμβριο δημοσιεύεται στον τοπικό τύπο ανακοίνωση για την πανδημία. Και πάλι όμως δεν έχει ανησυχητικό ύφος. Να ήταν πολιτική της τότε δημοσιογραφικής δεοντολογίας για να μην προκαλείται πανικός στον κόσμο. Μάλλον έτσι θα ήταν.

Αναφέρει σχετικά το φύλλο της «Κρητικής Επιθεώρησης» (8 Νοεμβρίου 1918):

«Η νόσος γρίπη έκανε την εμφάνισή της και εις την πόλη μας. Ευτυχώς όμως η μέχρι τούδε πορεία της αν και εντατική εις εξάπλωσιν ουδεμίαν σοβαράν μορφήν παρουσίασε μεταξύ όλων των προσβληθέντων. Είναι δηλαδή η συνήθης γρίπη άλλων εποχών και ουδέν περιπλέον. Αυτό καθησυχαστικόν δεν πρέπει να μας αφήσει τελείως αμέριμνους περί τον κίνδυνο. Οι αρμόδιοι προληπτικώς ενεργούντες δύνανται να εφαρμόσουν κάθε μέτρον περιστολής κατά της νόσου και κατά της νόσου και περί των οποίων έχουν λάβει γνώσιν εκ των οδηγιών της Κυβερνήσεως και του Ιατροσυνεδρείου Αθηνών.

Μετά ταύτα την απόφασιν διακοπής των μαθημάτων στα σχολεία μας επικροτούμεν και θέλομεν συνάμα όπως η μέριμνα δια την καθαριότητα της πόλεως εκδηλωθεί συναφής και πρωτίστως επιβλητική.

Επείγουσα εγκύκλιος

Παραμονές Χριστουγέννων η κατάσταση φαίνεται πως έχει ξεφύγει. Αυτό γίνεται αντιληπτό από την επείγουσα εγκύκλιο του Νομάρχη Νικολάου Ασκούτση προς Δημάρχους, Ιερείς και Διδασκάλους του νομού με ημερομηνία 22 Δεκεμβρίου 1918.

Η εγκύκλιος τονίζει τις διαστάσεις του προβλήματος με την αστραπιαία εξάπλωση της νόσου και συνιστά ως μέτρα πρόληψης:

Προφύλαξη τις νύκτες κυρίως από το κρύο, να μην κουράζονται πολύ στις εργασίες τους, να περιορίσουν την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, να μην έρχονται σε επαφή με άτομα που έχουν νοσήσει ή νοσούν.

Σαν θεραπεία προτείνεται μόλις αρχίσουν τα πρώτα συμπτώματα ο ασθενής να μένει στο κρεβάτι για 6-7 ημέρες, να βάζει βεντούζες, αν υπάρχει βήχας και υψηλός πυρετός, να είναι κατά προτίμηση «κοφτές», καθημερινές εντριβές με τσικουδιά, κινίνο πρωί βράδυ, αυστηρή δίαιτα σε περίπτωση πυρετού, ή να πίνει ο ασθενής μόνο γάλα, τσάι και ζεστό χυλό και πορτοκαλάδα επίσης ζεστή. Τις ημέρες που θα μένει στο σπίτι για προφύλαξη να μην τρώει τίποτα, παίρνοντας μόνο λίγο ζωμό.

Αν ο πυρετός συνεχίζεται πέραν της τρίτης ημέρας να καλείται επειγόντως γιατρός.

Η εγκύκλιος καλούσε τέλος τους Ρεθεμνιώτες να πειθαρχήσουν στις οδηγίες αυτές για να μην υπάρχουν δυσάρεστες συνέπειες σε όποιον αδιαφορήσει, καθώς η γρίπη δεν αστειεύεται και μπορεί να επιφέρει και το θάνατο ακόμα.

Στο μεταξύ η πόλη είχε νεκρώσει, τα σχολεία είχαν κλείσει με απόφαση της Νομαρχίας επίσης για να περιοριστεί το κακό αλλά η γρίπη εξακολουθούσε να θερίζει.

Μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία

Συγκλονιστική η μαρτυρία του εκλεκτού συμπολίτη μας κ. Λεωνίδα Καούνη.

– Για πολλά χρόνια άκουγες να συζητάνε για τη γρίπη αυτή που είχε αφανίσει κόσμο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια κυρία που είχε έρθει να ετοιμάσει τη νεκρή μητέρα μου για ταφή. Εκείνα τα χρόνια ξέρετε, αναφέρομαι στη δεκαετία του 30, οι γυναίκες έκαναν αυτή τη θλιβερή διαδικασία. Εγώ έφηβος τότε θρηνούσα τη μητέρα μου, συντετριμμένος όσο συνειδητοποιούσα την τραγική απώλεια. Η κυρία βλέποντας το σπαραγμό μου με πλησίασε και μου είπε πως το να θάβει το παιδί τους γονείς είναι μια φυσική συνέπεια. Αυτό που δεν μπορεί να ξεπεραστεί είναι να θάβει γονιός το παιδί του. Κι εκείνη η δόλια, όπως μου είπε στην συνέχεια, είχε δοκιμαστεί σκληρά στη μεγάλη γρίπη, αφού έχασε τα μισά σχεδόν παιδιά της. Είχε κάπου 12 παιδιά. Τραγική λεπτομέρεια είναι ότι η δυστυχής αυτή γυναίκα έχασε κι άλλα παιδιά από φυματίωση αργότερα.

Η συμβολή του γιατρού Παπαβασιλείου

Η έρευνα για τη φονική γρίπη του 1918 στο Ρέθυμνο μας έφερε κοντά σε ένα σπουδαίο γιατρό της εποχής, τον Στυλιανό Παπαβασιλείου. Αυτός προερχόταν από ηρωική οικογένεια και τις πλέον αξιοσέβαστες του τόπου. Ο πατέρας του που διατηρούσε ελαιοτριβείο, παρά το γεγονός ότι είχε μεγάλη οικογένεια δεν δίστασε να σπουδάσει το γιο του που έδειχνε να έχει «χάρισμα». Πράγματι όταν ξεκίνησε τη δραστηριότητά του ως γιατρός, έδειξε τη σπάνια ικανότητα να κάνει απόλυτα ακριβείς διαγνώσεις. Και αυτό ήταν που τον βοήθησε να σώσει πολύ κόσμο. Αναλάμβανε τις πιο δύσκολες γέννες με απόλυτη επιτυχία, ενώ δεν έχασε ποτέ ασθενή ακόμα και αυτούς που νοσούσαν με σπάνιες για την εποχή ασθένειες. Είχε την ευλογία να σώζει και ήταν περιζήτητος. Η περιοχή ευθύνης του ήταν από την Ασή Γωνιά μέχρι την Αγία Γαλήνη.

Η γρίπη του 1918, τον προβλημάτισε αλλά δεν έκαμψε το ηθικό του. Αγόγγυστα έτρεχε όπου τον ζητούσαν για να προσφέρει την πολύτιμη επιστημονική του βοήθεια. Εκείνη την εποχή διατηρούσε και φάρμα με άλογα. Αυτά μόλις που προλάβαιναν να ξεκουραστούν.

Ο γιος του, ο κ. Τάσος Παπαβασιλείου συνταξιούχος σήμερα του ΟΤΕ που μένει στα Ρούστικα, μας είπε για τον πατέρα του ότι σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Είχε τρεις ανθρώπους επιτετραμμένους, να ετοιμάζουν τα φάρμακα που χρειαζόταν για τη νοσηλεία των ασθενών του, δουλεύοντας σε 24ωρη βάση με ελάχιστη ξεκούραση για να προλάβουν τις ανάγκες για φάρμακο των ασθενών. Εκείνη την εποχή οι γιατροί ετοίμαζαν τα φάρμακα για την αγωγή που επέλεγαν να ακολουθήσει ο ασθενής τους. Κι ενώ η γρίπη είχε τρομοκρατήσει τους πάντες ο γιατρός Παπαβασιλείου το μόνο που φοβόταν ήταν τα …ποτάμια και τα ρέματα που λόγω εποχής είχαν φουσκώσει και ήταν απειλή για τον διαβάτη. Κάθε φορά που έπρεπε να τα περάσει έτρεμε η καρδιά του. Κι όμως έκανε κουράγιο και πολεμούσε τον φόβο του αυτό για να μην εγκαταλείψει τους ασθενείς που τον είχαν ανάγκη. Ο Στυλιανός Παπαβασιλείου μέχρι το τέλος της ζωής του ποτέ δεν έδιωξε ασθενή και κυρίως για τους πολυφαμελίτες ήταν άγγελος προστάτης. Ποτέ δεν πήρε χρήματα από φτωχό οικογενειάρχη. Και ακόμα οι παλιοί κάτοικοι της περιοχής τον αναφέρουν με συγκίνηση. Κι όλοι έχουν να θυμηθούν περιστατικά γεμάτα αλτρουισμό και έντονη κοινωνική προσφορά, αισθήματα που κληροδότησε στους απογόνους του.

Οι κάτοικοι των Ρουστίκων μιλάνε με αγάπη για έναν ευγενικό, καλοβαλμένο άνθρωπο, με προθυμία πάντα να απαντά σε κάθε απορία συντοπίτη του να κάθεται σε ένα παγκάκι όταν δεν είχε δουλειά μασώντας καπνό. Ήταν από τις μοναδικές απολαύσεις που επέτρεπε στον εαυτό του. Γιατί πέρα από τον πάσχοντα συνάνθρωπο και την οικογένειά του δεν είχε καμιά άλλη σκέψη. Ανιδιοτελής και δοτικός έμεινε μέχρι το τέλος δίνοντας με το προσωπικό του παράδειγμα την έννοια ενός πραγματικού λειτουργού του Ιπποκράτη. Αν και επιστήμονας ήταν πάντα καταδεχτικός και υποχρεωτικός με κάθε απλό άνθρωπο που σεβόταν κι έδειχνε με κάθε τρόπο το σεβασμό του αυτό.

Για το γιατρό αυτό θα επανέλθουμε, καθώς έχουμε αρκετά ακόμα να αναφέρουμε και για την κοινωνική του δράση αλλά και για τη φιλία του με το Βενιζέλο, που αποδεικνύουν θερμές επιστολές του Εθνάρχη προς αυτόν.

Εγγονός του είναι ο δρ. Δημήτριος Αν. Παπαβασιλείου που διαπρέπει στην Αθήνα, κοσμώντας με το ήθος του την επιστημονική κοινότητα.

Μια ακόμα πανδημία ταλαιπώρησε το Ρέθυμνο το 1929. Μας την ανέφερε ο κ. Λεωνίδας Καούνης στην διάρκεια συνέντευξης για τις επιδημίες και πανδημίες στο Ρέθυμνο.

– Εκείνο το καλοκαίρι μας είπε του 1929 κάναμε όπως κάθε χρόνο οικογενειακώς τις διακοπές μας στο χωριό. Λίγο πριν κατέβουμε μας ειδοποίησαν να μείνουμε ακόμα γιατί μια τρομερή επιδημία θέριζε κυρίως τα παιδιά. Κι έπρεπε να με προστατεύσουν.

Η φονική προέλαση της οστρακιάς

Να θυμίσουμε ότι μια ακόμα φορά έκλεισαν τα σχολεία για δυο βδομάδες στο Ρέθυμνο μέχρι να περάσει η επιδημία της οστρακιάς, ενώ ο τόπος υποδεχόταν το 1920.

Ο Μητροπολίτης Τιμόθεος ανήσυχος για την ασθένεια που είχε πάρει διαστάσεις κάλεσε όλους στο ναό της Αγίας Βαρβάρας για προσευχή και λιτανεία. Οι πάντες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα. Ο Τιμόθεος μετά τη θεία λειτουργία πήρε την εικόνα της Αγίας Βαρβάρας και τη λιτάνευε σε όλη την πόλη ακολουθούμενος από το εκκλησίασμα.

Ο γιατρός Σταμάτης Ρολόγης λειτουργώντας ως επιστήμονας ξεκίνησε πύρινη αρθρογραφία για να ευαισθητοποιήσει την τοπική κοινωνία. Γιατί οι συνθήκες διαβίωσης διευκόλυναν την εξάπλωση επιδημιών. Και η ασθένεια είχε θερίσει ήδη πάνω από 1.000 άτομα.

Όπως ήταν φανερό οι υγειονομικές υπηρεσίες δεν αντιμετώπισαν την επιδημία σωστά από την αρχή. Είχαν όμως ευθύνη και οι πολίτες γιατί έκρυβαν τα περιστατικά σαν να ντρέπονταν που είχαν άρρωστο με οστρακιά στο σπίτι. Παιδιά που θα έπρεπε να απομονωθούν για την ασφάλεια των άλλων πήγαιναν κανονικά σχολείο και έκρυβαν τον πραγματικό λόγο που απουσίαζαν από το μάθημα τα αδέλφια τους.

Είχε συζητηθεί και η περίπτωση μιας ταλαίπωρης χήρας που με τα ορφανά της ανήμερα την Πρωτοχρονιά, γύριζε τα σπίτια και ζητιάνευε, ενώ φαινόταν πάνω στα παιδιά σημάδια της αρρώστιας. Τι να έκανε όμως η δύστυχη, αφού απουσίαζε το κράτος πρόνοιας; Τι να έδινε στα παιδιά της να φάνε χρονιάρα μέρα; Έπιασε λοιπόν τους δρόμους.

Φαίνεται πως αυτή η επιστολή του γιατρού Ρολόγη, έπιασε τόπο γιατί με απόφαση του νομάρχη διετάχθη το κλείσιμο των σχολείων για 13 μέρες μέχρι να περάσει ο άμεσος κίνδυνος περαιτέρω εξάπλωσης της νόσου. Έτσι κι έγινε …Και οι μαθητές ελέω οστρακιάς παρέτειναν τις διακοπές των εορτών εκείνο το Γενάρη του 1920.

Αυτά προς το παρόν για τις πανδημίες γρίπης στο Ρέθυμνο που εντάσσονται στο αφιέρωμά μας για τους γιατρούς το οποίο και συνεχίζεται.

ΠΗΓΕΣ:

Πολιτιστικό Ρέθυμνο

Κρητική Επιθεώρηση (Νοέμβριος Δεκέμβριος 1918)

Μαρτυρίες Λεωνίδα Καούνη, Τάσου Παπαβασιλείου

Ευχαριστίες θερμές στον κ. Σεϊντίν Χατζηλάρη για τη διευκόλυνσή του στην εξασφάλιση φωτογραφικού υλικού.