18 °C Rethymno, GR
10/05/2021

ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

Η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών θεωρεί αναντικατάστατη την δια ζώσης εκπαίδευση

*Αποτιμούν αρνητικά σχεδόν όλες τις παραμέτρους τις τηλεκπαίδευσης.

Η τηλεκπαίδευση δεν μπορεί να αντικαταστήσει σε καμία περίπτωση την δια ζώσης εκπαίδευση.Είναι ένα «αναγκαίο κακό»στο τοπίο που έχει δημιουργήσει η υγειονομική κρίση  ωστόσο οι μαθητές επιθυμούν το σχολικό τους περιβάλλον,την τάξη του σχολείου τους,την προσωπική επαφή με τους εκπαιδευτικούς και τους συμμαθητές τους,για την διδασκαλία των μαθημάτων τους.

Οι μαθητές στην συντριπτική τους πλειοψηφία  (88%) τάσσονται υπέρ της δια ζώσης διδασκαλίας θεωρώντας την αναντικατάστατη από κάθε άποψη,σε αντίθεση με την τηλεκπαίδευση την οποία αποτιμούν αρνητικά (12%)βρίσκοντας πως έχει περισσότερα μειονεκτήματα από πλεονεκτήματα.

Αυτό προκύπτει από έρευνα η οποία εκπονήθηκε    κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2021 στο πλαίσιο του Ομίλου «Μαθητικό Περιοδικό ΠΕΙΡΑmaganizo», με ερωτώμενους τους μαθητές του Πειραματικού Λυκείου Ρεθύμνου Παν/μιου Κρήτης.

Είναι χαρακτηριστικές οι αρνητικές παρατηρήσεις των μαθητών ως προς την τηλεκπαίδευση όπως διαπιστώνεται από την έρευνα: η συμμετοχή τους  ήταν μειωμένη, η διδακτέα ύλη όχι τόσο κατανοητή, η αξιολόγηση σε μεγάλο βαθμό διαβλητή, ο φόρτος εργασίας μεγαλύτερος.Στα βασικά μειονεκτήματα επίσης,οι μαθητές προσθέτουν τα προβλήματα που βιώνουν,όπως:αβεβαιότητα, άγχος, εκνευρισμό και αδράνεια, κούραση και έλλειψη ουσιαστικής αλληλεπίδρασης.

Σκοπός της έρευνας ήταν να αποτυπώσει:

Α)  τις διαφορετικές όψεις της τηλεκπαίδευσης (ποσοτικές και ποιοτικές)

 Β) τις συνθήκες διεξαγωγής του μαθήματος (σε σχέση και με τη σύγχρονη και με την ασύγχρονη μορφή της εξ αποστάσεως διδασκαλίας)

 Γ) τις επιπτώσεις της τηλεκπαίδευσης, όπως τις βίωσαν οι μαθητές.

Στην έρευνα συμμετείχαν περίπου οι μισοί από τους μαθητές του σχολείου (συνολικά καταγράφηκαν 125 απαντήσεις μαθητών). Οι ερωτήσεις διαμορφώθηκαν από τους μαθητές του Ομίλου σε συνεργασία με τις υπεύθυνες εκπαιδευτικούς, και τα αποτελέσματα αναλύθηκαν και σχολιάστηκαν από τους συγκεκριμένους μαθητές κατά τη διάρκεια των τηλεσυναντήσεων που πραγματοποιήθηκαν.

Ακολουθεί η παρουσίαση και ο σύντομος σχολιασμός των απαντήσεων που δόθηκαν από τους συμμετέχοντες στην έρευνα:

 

Α.Ποσοτικές και ποιοτικές όψεις της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης

 

Συνθήκες διεξαγωγής της διδασκαλίας 

Η παιδαγωγική –διδακτική πρακτική που κυριάρχησε ήταν αυτή του μονολόγου, σύμφωνα με το 80% περίπου των ερωτηθέντων, ενώ μόλις το 11% απάντησε ότι η διεξαγωγή του μαθήματος κατά τη διάρκεια της τηλεκπαίδευσης είχε περισσότερο διαλογικό χαρακτήρα σε σχέση με τη διά ζώσης διδασκαλία. Αναφορικά με την ομαδοσυνεργατική μέθοδο διδασκαλίας, το 40%  θεώρησε ότι η χρήση της περιορίστηκε κατά την εξ αποστάσεως εκπαίδευση.Οι παραπάνω διαπιστώσεις μπορούν να εξηγηθούν λόγω της έλλειψης άμεσης επικοινωνίας μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων.

Παρατηρήθηκε επίσης από το 85%  των ερωτηθέντων ότι η συμμετοχή τους στη διδακτική διαδικασία μειώθηκε κατά το χρονικό διάστημα της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, γεγονός που θα μπορούσε να αποδοθεί στην ψυχοπνευματική και σωματική κόπωση την οποία προκαλεί η πολύωρη έκθεση στην οθόνη του υπολογιστή ή του κινητού τηλεφώνου, αλλά και στα προβλήματα σύνδεσης (π.χ. κακή ποιότητα ήχου) τα οποία αντιμετώπιζαν κάποιοι μαθητές.

Αναφορικά με την προφορική ή γραπτή αξιολόγηση των μαθητών σε συνθήκες τηλεκπαίδευσης, ένα μεγάλο ποσοστό (53%)  πιστεύει ότι  δεν μπορεί να είναι αντικειμενική και αδιάβλητη και ότι ενδέχεται να προκαλέσει περαιτέρω μορφωτικές ανισότητες (45%). Θετική απάντηση στην αντικειμενικότητα της εξ αποστάσεως αξιολόγησης δόθηκε μόνο από το 15% των ερωτηθέντων.

Στην ερώτηση πόσο καλύπτεται η διδακτέα ύλη μέσω της τηλεκπαίδευσης σε σχέση με τη διά ζώσης διδασκαλία, πολλοί μαθητές(33%) απάντησαν ότι είναι λιγότερη σε έκταση και η συντριπτική πλειοψηφία(85 %) ότι είναι λιγότερο κατανοητή.

Οι μισοί περίπου από τους μαθητές (52%)  θεωρούν ότι η εικόνα που διαμόρφωσαν γι΄αυτούς οι διδάσκοντες κατά τη διάρκεια της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης επιδεινώθηκε σε μεγάλο βαθμό, γεγονός που αποδίδεται στην έλλειψη ενδιαφέροντος και συμμετοχής από πλευράς τους. Αρκετοί επίσης (30%) σημείωσαν ότι, κατά την άποψή τους, η μαθησιακή εικόνα τους δε διαφοροποιήθηκε, ενώ το 18% απάντησε ότι άλλαξε προς το καλύτερο.

Παραπάνω από τους μισούς ερωτηθέντες (59%) υποστήριξαν ότι η απουσία τεχνικών προβλημάτων θα βοηθούσε στη βελτίωση της συμμετοχής τους. Το 28% δήλωσε ότι θα κινητοποιούνταν περισσότερο αν οι κάμερες παρέμεναν ανοικτές, το 30% αν η τηλεκπαίδευση διαρκούσε μικρότερο χρονικό διάστημα και το 42% αν οι ανατιθέμενες εργασίες ήταν περισσότερες.

Το 48,8% των συμμετεχόντων στην έρευνα συμφώνησε ότι οι ψηφιακές γνώσεις των καθηγητών ήταν τέτοιες που ούτε δυσχέραναν ούτε και διευκόλυναν τη διεξαγωγή του μαθήματος, ενώ το 28% δήλωσε ότι οι τεχνικές τους γνώσεις δεν ήταν τόσο επαρκείς.

Όσον αφορά στο θέμα του κατάλληλου τεχνικού εξοπλισμού, αρκετοί  απάντησαν ότι δεν είχαν ιδιαίτερα προβλήματα, το ίδιο και για τα θέμα της συνδεσιμότητας. Επεσήμαναν όμως ότι δεν έλειψαν οι περιπτώσεις που αντιμετώπισαν προβλήματα λειτουργικά, κυρίως με την ποιότητα του ήχου, με την ποιότητα σύνδεσής τους στο διαδίκτυο και  με τη διαχείριση της πλατφόρμας της ασύγχρονης εκπαίδευσης (eclass).

Β. Επιπτώσεις της τηλεκπαίδευσης

Οι μαθητές βίωσαν διαφορετικά συναισθήματα κατά την διάρκεια της τηλεκπαίδευσης, θετικά και αρνητικά.Το αίσθημα της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας κυριαρχεί στο 65% των ερωτηθέντων, ενώ ακολουθεί το άγχος (60%), ο εκνευρισμός (58%) και η αδράνεια (48%). Αναφέρθηκαν, ωστόσο, και ποσοστά θετικών συναισθημάτων, όπως η αυτοπεποίθηση, το αίσθημα προστασίας (περίπου 10%) και η δημιουργικότητα ( 7%).

 

Αναφορικά με τα προβλήματα υγείας που ενδεχομένως προέκυψαν λόγω της πολύωρης έκθεσης στην οθόνη του υπολογιστή ή του κινητού τηλεφώνου, η πλειοψηφία απάντησε ότι δεν ανέκυψε κάποιο πρόβλημα τέτοιου είδους. Αξιοσημείωτο όμως είναι ότι σχεδόν οι μισοί μαθητές (53%) θεωρούν ότι αντιμετώπισαν πρόβλημα εξάρτησης από την οθόνη.

Σύμφωνα με τους περισσότερους μαθητές, η σημαντικότερη αντιξοότητα πού αντιμετώπισαν κατά την περίοδο της τηλεκπαίδευσης ήταν η δυσκολία συγκέντρωσης, σε  ποσοστό 88%, αναμενόμενο και λογικό, καθώς στο ενδοοικογενειακό περιβάλλον  υπάρχουν περισσότεροι περισπασμοί και προκλήσεις από ό,τι στη σχολική αίθουσα. Το  66 %  των ερωτηθέντων εστιάζει στα προβλήματα οργάνωσης και διάκρισης του προσωπικού/ελεύθερου από τον εργασιακό χρόνο. Ο πολύωρος εγκλεισμός οδηγεί σε ανία και  μονοτονία, με αποτέλεσμα η κάθε μέρα να είναι ίδια με την προηγούμενη και να τη χαρακτηρίζει η επίπονη ρουτίνα. Τα προβλήματα στη χρήση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας έρχονται τρίτα στην ιεράρχηση (62%), ενώ ακολουθούν τα προβλήματα άγχους (56%),  κόπωσης (51%) και αυτοελέγχου (46%).


Στην ερώτηση κατά πόσον οι μαθητές βίωσαν κάποιο περιστατικό παρενόχλησης κατά τη διάρκεια των τηλεμαθημάτων, το μεγαλύτερο ποσοστό απάντησε αρνητικά (84%) και σε σχέση με τους ίδιους προσωπικά και με τους συμμαθητές τους και τους εκπαιδευτικούς. Παρόλα αυτά, εντοπίζεται ένα μικρό ποσοστό που επισημαίνει ότι συνέβησαν τέτοια περιστατικά (1,6 % για τον εαυτό τους, 12% για συμμαθητή τους και 7,2% για εκπαιδευτικούς του σχολείου).Επίσης, η παράνομη είσοδος τρίτων κρίθηκε μέτρια έως ελάχιστη, καθώς το φαινόμενο αυτό περιορίστηκε στις πρώτες μέρες λειτουργίας της τηλεκπαίδευσης.

 

Γ. Γενική αποτίμηση της τηλεκπαίδευσης 

 

Πλεονεκτήματα

Τα πλεονεκτήματα της τηλεκπαίδευσης, με τη σειρά που παρατέθηκαν από τους ερωτηθέντες,  είναι η άνεση του σπιτιού, η αποφυγή μετακινήσεων και η αύξηση του ελεύθερου χρόνου, χωρίς να λείπουν και οι απαντήσεις ότι η τηλεκπαίδευση δεν είχε κανένα θετικό χαρακτηριστικό.

Μειονεκτήματα

Η πλειονότητα αντιμετώπισε τα ακόλουθα προβλήματα : αδυναμία συγκέντρωσης ( λόγω περισπασμών από άλλες εφαρμογές και ενασχολήσεις και ελλιπούς κινητοποίησης), προβλήματα συνδεσιμότητας, έλλειψη επικοινωνίας με συμμαθητές και απομόνωση : οι παράγοντες αυτοί επέδρασαν αρνητικά στην ψυχολογία,  στην επιθυμία για μάθηση και στην αυτοπεποίθηση των μαθητών. Αρκετοί έκαναν λόγο και για μείωση του ελεύθερου χρόνου, πράγμα που ίσως οφείλεται στη δυσκολία διάκρισης του «εργάσιμου» χρόνου  από τον ελεύθερο.

Τέλος, παραπάνω από τους μισούς των ερωτηθέντων (53%) αναγνωρίζουν ότι η τηλεκπαίδευση αυξάνει τις ανισότητες  μεταξύ μαθητών, δημιουργεί προβλήματα στην αλληλεπίδραση καθηγητών – μαθητών αλλά και των μαθητών μεταξύ τους και θέτει εμπόδια στην ομαλή κοινωνικοποίησή τους.

Αποτιμώντας την τηλεκπαίδευση ως εναλλακτική μορφή εκπαίδευσης και  συγκρίνοντάς την με τη δια ζώσης, η συντριπτική πλειοψηφία αναγνώρισε την πρωτοκαθεδρία της δεύτερης (88%) με μόλις το 12% των ερωτηθέντων να διαφωνεί.

    Συμπερασματικά, διαπιστώνουμε ότι η πλειονότητα των μαθητών αποτίμησε αρνητικά σχεδόν όλες τις παραμέτρους τις τηλεκπαίδευσης. Χαρακτηριστικά, παρατήρησαν ότι η συμμετοχή τους  ήταν μειωμένη, η διδακτέα ύλη όχι τόσο κατανοητή, η αξιολόγηση σε μεγάλο βαθμό διαβλητή, ο φόρτος εργασίας μεγαλύτερος. Αβεβαιότητα, άγχος, εκνευρισμός και αδράνεια, κούραση και έλλειψη ουσιαστικής αλληλεπίδρασης κυριαρχούν στο νέο τοπίο, εκμηδενίζοντας τα όποια μικρά πλεονεκτήματα της τηλεκπαίδευσης. Εν κατακλείδι, οι μαθητές αναγνώρισαν ότι η διά ζώσης διδασκαλία είναι αναντικατάστατη και ότι η ποιότητά της δεν μπορεί να συμβαδίσει με αυτήν της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης.

  • Οι υπεύθυνες καθηγήτριες του Ομίλου «ΠΕΙΡΑ-magazino»: Μαρία Πολάκη- Φιλόλογος, Αναστασία Δεικτάκη- Κοινωνιολόγος
  • Οι μαθητές του Ομίλου : Καρυδάκη Γεωργία, Κόνδυλα Σωτηρία, Μαμαλάκη Ευαγγελία, Ξενικός Νικόλαος, ΠουζίκοβαΝτιάνα, ΧυσοτότσιΜέτο, Αναγνώστου Δημήτριος, Αποστολάκη Αριστέα, Βίλα Γιοάνα, Δαφνομήλη Μαρία, Δαφνομήλη Σοφία, Παπαγιαννάκη Άννα, Περάκη Ελένη, Σαριδάκη Δανάη.