20 °C Rethymno, GR
29/10/2020

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

Θυμάμαι τον Γιάννη Χαλκιαδάκη

-Σκόρπιες μνήμες από βιώματα, μαρτυρίες και αναφορές

Μου έχει συμβεί άλλες δυο φορές να στερεύουν οι λέξεις όταν θέλω να κάνω μια αναφορά. Πρώτα με τη Φανή Παπαδουράκη, έπειτα με τη Μαρία Τσιριμονάκη και τώρα με το Γιάννη Χαλκιαδάκη. Κι όμως νοιώθω την ανάγκη με αφορμή τα δέκα χρόνια από την αναχώρησή του να καταθέσω μερικές μνήμες. Μα από πού να βάλω αρχή;

Ξαφνικά διαπιστώνω ότι πολλές από τις προσωπικότητες που έζησα μου γνώρισαν τον Γιάννη Χαλκιαδάκη που κανένας δεν γνώρισε, κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί, κανένας δεν κατάφερε να αξιολογήσει.

Θυμάμαι το ύφος του όταν του ζητούσα να μου μιλήσει για τα παιδικά του χρόνια. Χανόταν στη σκέψη του και μετά από αρκετές παύσεις μου έλεγε για το παιδί του παπα-Μανόλη και της πρεσβυτέρας Αγάπης που από νήπιο έμαθε να μοιράζεται τα πάντα. Ακόμα και το χώρο που τους αναλογούσε στο μικρό σπιτικό τους για να κοιμηθούν τα αδέλφια πλάι πλάι. Όπως συνέβαινε σε τόσες παραδοσιακές οικογένειες του χωριού.

Σ’ αυτά τα στρωσίδια που έπεφτε κάθε βράδυ, αργούσε να τον πάρει ο ύπνος. Προσπαθούσε να φανταστεί τον εαυτό του να διασχίζει λεωφόρους και να περιφέρεται σε στενά μεγαλουπόλεων που από τα βιβλία μονάχα ήξερε.

Αυτά τα βιβλία ήταν το πάθος του από μικρός. Και μια φορά για να αποκτήσει μερικά, πραγματικά βιβλία, έβαλε τον εαυτό του στη μεγαλύτερη δοκιμασία που μπορεί να αντέξει ένα μικρό παιδί. Δεν υπολόγιζε τη βάσανο ο Γιάννης Χαλκιαδάκης αν επρόκειτο να πετύχει έναν υψηλό στόχο.

Είχε από μικρός μάθει να σέβεται και να ζει με αξιοπρέπεια. Κλασικό παράδειγμα όταν σε καιρό μεγάλης πείνας έφεραν στον πατέρα του το «χερικάρη» παπά ένα σακούλι αλεύρι.

Πόση χαρά έκαναν όλα τα παιδιά και πόσα όνειρα για τις λιχουδιές που θα τους έκανε σίγουρα, με το αλεύρι αυτό, η χρυσοχέρα μάνα.

Κι όμως ο παπα-Μανόλης το επέστρεψε ευγενικά στον επίδοξο δωρητή. Δεν διαπραγματευόταν με κανένα, τον τρόπο που ασκούσε τα ιερατικά του καθήκοντα. Έκλαψε κι ο Γιάννης με τ’ αδέλφια του αλλά δεν ξέχασε ποτέ στη μετέπειτα ζωή του το νόημα της χειρονομίας αυτής, που αρχικά ήταν τόσο οδυνηρή για μια οικογένεια που έμαθε να ζει με στερήσεις.

Τα χρόνια ήταν δύσκολα. Ο Γιάννης και ο Στέλιος έδειχναν να παίρνουν τα γράμματα θα έπρεπε να προχωρήσουν. Με ποιες δυνατότητες; Ο παπα-Μανόλης βρέθηκε σε απόγνωση.

Κι όμως εκείνο το περίφημο «ναι γέροντα» και η γλυκιά πάντα υποταγή στη συζυγική θέληση της πρεσβυτέρας έπεισαν τον αγαθό λευίτη να κάνει το μεγάλο βήμα.

Ο Γιάννης ήρθε στο Ρέθυμνο ανεβασμένος στο υποζύγιο του παπα-Γιάννη Μακρή που επέμενε να τον φέρει πανέτοιμο για τις εξετάσεις του. Το πρώτο πράγμα που έκανε εντύπωση στο μικρό χωριατόπουλο, μόλις βρέθηκε μπροστά στο επιβλητικό κτίριο του γυμνασίου, ήταν ο περίεργος όπως του φάνηκε τίτλος «Οίκος Παιδείας». Κι αυτό ήταν και το θέμα της έκθεσης που κλήθηκε να γράψει λίγο αργότερα στις εισαγωγικές του εξετάσεις.

Γελούσε μάλιστα αργότερα όταν θυμόταν τους συμμαθητές του που αναρωτιόταν ποιος ήταν αυτός ο… Νίκος παιδείας και γιατί έλειπε το νι!!!

Δύσκολα χρόνια

Κάπου όμως έπρεπε να μένει με τον αδελφό του μετά την εισαγωγή με επιτυχία στο Γυμνάσιο.

Τα οικονομικά ωστόσο του παπα-Μανόλη δεν επέτρεψαν παρά μια μίζερη κάμαρη στη Μεσαμπελίτισσα που το ενοίκιο δεν ήταν ιδιαίτερα ακριβό.

Κάτι έπρεπε να τρώνε τα παιδιά.

Αυτό το βάρος σήκωνε με συγκινητική αυτοθυσία η πρεσβυτέρα Αγάπη. Ετοίμαζε το καλάθι ανελλιπώς με τα τρόφιμα για να τα στείλει με όποιο τρόπο εύρισκε στα παιδιά της. Κι όταν δεν εύρισκε έπαιρνε τον δρόμο από τις Ατσιπάδες για τη χώρα με όποιο καιρό. Κάποτε μάλιστα κινδύνεψε σε μια κακοκαιρία αλλά ποτέ δεν δείλιασε.

Μετά το Γυμνάσιο ο Γιάννης Χαλκιαδάκης αποφάσισε να δώσει στην Ακαδημία για δάσκαλος. Και πάλι τα κατάφερε. Είχε τότε η Ακαδημία Ηρακλείου διευθυντή τον περίφημο Μπουρλώτο. Η κόρη του Χρυσούλα, η σπουδαία εκείνη γυναίκα που κρατούσε επί σειρά ετών την πολιτιστική ζωή του Ηρακλείου στα υψηλότερα επίπεδα, που γνώρισε ποτέ η πόλη, έζησε από κοντά το Γιάννη Χαλκιαδάκη. Κι είχε να μου διηγηθεί πολλά γι’ αυτόν. Ιδιαίτερα για τις ευαισθησίες του. Μια φορά μάλιστα δεν δίστασε να δώσει σε κάποιον το πανωφόρι του. Κι όταν δικά του πρόσωπα του ζήτησαν εξηγήσεις προφασίστηκε πως το είχε …ξεχάσει κάπου.

Κάποτε του μετέφερα αυτή την πληροφορία κι εκείνος βιάστηκε να αλλάξει κουβέντα.

– Τι μου θυμίζεις είπε. Είχα νοικιάσει ένα δωμάτιο πάνω από ένα φούρνο και δεν κατάλαβα παγωνιά σε όλη τη διάρκεια των σπουδών μου.

Έτσι ανάλαφρα θέλησε να μου περάσει και τις μνήμες που του είχα ζητήσει από τη μάχη της Κρήτης. Γέλαγε μάλιστα με την ψυχή του όταν μου περιέγραψε την απόφαση να ακολουθήσει ένα καπετάνιο, 16 χρόνων ήταν, για να πολεμήσει στη Μάχη της Κρήτης.

Κι έπειτα σοβάρεψε γιατί είχε φέρει στη μνήμη του εικόνες τραγικές αλλά και ντροπής, όπως το πλιάτσικο στα μαγαζιά της πόλης μετά τους βομβαρδισμούς. Και το δέος που τον είχε καταλάβει όταν αποφάσισε να θάψει μια γυναίκα που είχε σκοτωθεί στο ύψος της κλινικής Δασκαλάκη. Εκείνες τις στιγμές που ο πόλεμος σκότωνε τις ευαισθησίες και τις προκαταλήψεις ο Γιάννης Χαλκιαδάκης έμαθε τι σημαίνει αγώνας για να υπερασπιστείς τα δίκαιά σου.

Όταν εντάχθηκε στην Αντίσταση είχε το καθήκον να μεταφέρει τρόφιμα στους αντάρτες, όπως μου επιβεβαιώνουν μαρτυρίες και on camera.

Είναι πάντως άξιο αναφοράς ότι από νωρίς είχε κάνει μετερίζι του το δημοσιογραφικό λόγο.

Σε ένα βράχο καθόταν κι έγραφε την «Ελευθερη Κρητη». Κι η χαρά του ήταν να τελειώνει στην ώρα τους πύρινα άρθρα που ξεσήκωναν το λαό και κρατούσαν ψηλά το φρόνημά του.

Εκτός έδρας

Αν και είχε τελειώσει με άριστα την Ακαδημία το καθεστώς της εποχής δεν του επέτρεψε να διδάξει από έδρας. Είχαν γίνει γνωστά τα φρονήματά του. Δεν είχε επομένως καμιά θέση στην εκπαίδευση. Τι έπρεπε να κάνει; Πάντως ούτε που του πέρασε ποτέ από το νου να δηλώσει υποταγή. Αυτό που δεν απαιτούσε παρά μια υπογραφή, αυτή τη διαδικασία που θα είχε τελειώσει σε μερικά δευτερόλεπτα, δεν μπορούσε ούτε να τη διανοηθεί.

Μια λύση επαγγελματικής αποκατάστασης έδωσε και πάλι η θυσία του παπα-Μανόλη που με τα χρήματα από την πώληση ενός ζώου και μερικών οκάδων λαδιού έστειλε το γιο του στην Αθήνα να κάνει τις αναγκαίες προμήθειες για τη λειτουργία ενός βιβλιοπωλείου.

Ο προμηθευτής εντυπωσιάστηκε με την αποφασιστικότητα του νέου που είχε μπροστά του. Δεν του είχε ξανατύχει πελάτης να του εξομολογείται την πλήρη του άγνοια γύρω από το αντικείμενο μετά να βγάζει από την τσέπη του και να του δίνει μερικά διπλωμένα χαρτονομίσματα με την παράκληση να του διαθέσει εμπόρευμα.

Εκτιμώντας την όλη στάση του νέου ο προμηθευτής, από τα μεγαλύτερα ονόματα στην αγορά, κάθισε με υπομονή και του εξήγησε τους κωδικούς και τον τρόπο της συνεργασίας τους για να οργανώσει σωστά το βιβλιοπωλείο του.

Ο Γιάννης Χαλκιαδάκης έφυγε πανευτυχής από τη συνάντηση. Επιτέλους το όνειρό του γινόταν πραγματικότητα. Σε λίγο θα άνοιγε το δικό του βιβλιοπωλείο.

Μια μικρή αδιαθεσία του θύμισε ότι δεν είχε βάλει μπουκιά στο στόμα του σε όλο τα ταξίδι. Βρήκε ένα γαλακτοπωλείο και κάθισε αλλά πάνω που κάλεσε το γκαρσόν να του φέρει ένα ρυζόγαλο, αντιλήφθηκε, με τρόμο, ότι δεν είχε στην τσέπη του ούτε δεκάρα. Δεν έχασε την ψυχραιμία του. Επέστρεψε στον προμηθευτή και του ζήτησε ίσα ίσα τα χρήματα για να φάει κάτι. Ήταν κι αυτό στο χαρακτήρα του Γιάννη Χαλκιαδάκη. Συζητούσε το πρόβλημά του χωρίς να εκλιπαρεί με ίσες καθαρές κουβέντες.

Φιλολογικό σαλόνι

Στο βιβλιοπωλείο του όλα πήγαιναν μια χαρά. Από τους πιο τακτικούς του πελάτες ο Γυμνασιάρχης ο Αντζολετάκης. Από τον Γιάννη Χαλκιαδάκη μάθαινε για όλες τις νέες εκδόσεις. Δεν άργησαν να κάνουν στέκι το βιβλιοπωλείο αυτό κι άλλοι πολλοί άνθρωποι των Γραμμάτων Φιλολογικό σαλόνι είχε γίνει με τον καιρό το κατάστημα. Πνεύμα δημιουργικό ο Γιάννης Χαλκιαδάκης πρόσθεσε στην επιχείρηση κι ένα μικρό τυπογραφείο.

Ποτέ δεν ξέχασε όμως τις δικές του ταλαιπωρίες. Και δεν άφησε ποτέ παιδί πολυφαμελίτη να μείνει χωρίς τετράδιο και άλλα σχολικά είδη.

Λέγεται ότι κάποτε πήγε ένας πατέρας και του ζήτησε τη βοήθειά του να δίνει στο παιδί του σχολικά είδη και όταν μπορέσει να τον πληρώσει. Δεν τα κατάφερε ποτέ. Το παιδί τέλειωσε το σχολείο, έγινε επιστήμονας με υποτροφίες και μάλιστα από τους επιφανέστερους καθηγητές ιατρικής. Και μια μέρα ζητά να συναντήσει τον Γιάννη Χαλκιαδάκη κι επιμένει να του πληρώσει εκείνο το παλιό χρέος. Ο Γιάννης Χαλκιαδάκης τον κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του, όπως το συνήθιζε, και του είπε:

– Καλά κράτα τα λεφτά σου και μόλις βρω το τεφτέρι μου θα σε ειδοποιήσω.

Τεφτέρι που δεν κράτησε ποτέ κι ούτε θυμόταν ποιος του χρωστούσε. Ο πλούτος των αισθημάτων του τον έκανε να αισθάνεται και να συμπεριφέρεται σαν άρχοντας.

Όσο για τα κοινά ποτέ δεν τον άφησαν αδιάφορο. Ο Γιώργης Αγγελιδάκης, ο επιστήθιος φίλος και συναγωνιστής του, ο Ευάγγελος Δασκαλάκης, άλλος επίσης υπέρμαχος της Δημοκρατίας τον τράβηξαν κοντά τους κι έτσι με βρέθηκε στον Δήμο. Εκεί έφθασε να γίνει και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου.

Ήταν από τις ευλογημένες μέρες του Ρεθύμνου. Αποτελούσε και ο Γιάννης Χαλκιαδάκης μέλος της ομάδας των συμπολιτών που ανέβαιναν στην Αθήνα και διεκδικούσαν για το Ρέθυμνο με την πολύτιμη πάντα συμβολή του Γιώργη Βογιατζάκη.

Κι ήρθαν τα μεγάλα πολιτικά γεγονότα της δεκαετίας του 1960. Τότε όλες οι δημοκρατικές δυνάμεις της πόλης ένωσαν τη φωνή τους ζητώντας από το Γιάννη Χαλκιαδάκη μια εφημερίδα να τους εκφράζει. Έτσι ιδρύθηκαν τα «Ρεθεμνιώτικα Νέα».

Ο Χαλκιαδάκης άρχισε να δείχνει σε όλο της το μεγαλείο τη γενναιότητα της δημοσιογραφικής του πένας. Κι αυτό που ανακάλυψα σε μια μελέτη των πρώτων εκείνων φύλλων της εφημερίδας μου αποκάλυψε και άλλη μια πτυχή του χαρακτήρα του. Έπαιρνε πάνω του κάθε άρθρο που δεν έφερε υπογραφή για να μην έχει συνέπειες ο συντάκτης του. Αρκεί βέβαια να αντιπροσώπευε τη γραμμή της εφημερίδας που ήταν πάντα ο αγώνας για το Ρέθυμνο και η Δημοκρατία.

Η χούντα των συνταγματαρχών από τις πρώτες μέρες προσπάθησε να τον υποτάξει. Κι όταν δεν τα κατάφερε του ανταπέδωσε με διώξεις, φυλακίσεις και κλείσιμο της εφημερίδας την ασυμβίβαστη στάση του.

Ούτε κι έτσι όμως δεν υπέστειλε τη σημαία των ιδεών του. Από τους πρώτους ήταν στη σύναξη που έγινε στο Αγιασμάτσι με την παράτολμη απόφαση. Να γίνει απαγωγή του βασιλιά Κωνσταντίνου που θα ερχόταν για τις εκδηλώσεις του Αρκαδίου για να υποχρεωθούν οι συνταγματάρχες να επαναφέρουν τη δημοκρατία.

Τελικά δεν έγινε κάτι τέτοιο. Αντίθετα είχε και ο Χαλκιαδάκης την τύχη των υπολοίπων συντρόφων του και κάτι παραπάνω. Εκτός από τα βασανιστήρια στο Ηράκλειο για να αποκαλύψει και άλλα στοιχεία της ομάδας του, ήταν από τους ελάχιστους που η ποινή του δεν είχε αναστολή. Έμεινε και στη φυλακή, αλλά πάντα χωρίς να σκύψει σε κανένα το κεφάλι.

Είναι γνωστό στους παλιούς Ρεθεμνιώτες ότι μεγάλος πολιτικός παράγων πήγε κάποτε στο γραφείο του -τρόπος του λέγειν γραφείο- ένα παράπηγμα απέναντι από τα μετέπειτα γραφεία στη Χατζηγρηγοράκη που λειτουργούσε και σαν τυπογραφείο           με σκοπό να του ζητήσει υποστήριξη με το αζημίωτο φυσικά.

– Περάστε έξω ήταν η απάντηση του Χαλκιαδάκη.

Ο Γιάννης Χαλκιαδάκης ευτύχισε να δημιουργήσει και να ανοίξει δρόμους σε πολλούς βασικούς τομείς ανάπτυξης του τόπου. Ήταν από τους πρώτους εκείνους Ρεθεμνιώτες που πήραν το μεγάλο ρίσκο για να ξεκινήσει η τουριστική ανάπτυξη του τόπου.

Δεν υπήρξε πολιτιστικός φορέας, με ιδιαίτερη συμπάθεια στο Λύκειο Ελληνίδων, που να μην είχε υποστήριξη.

Θεωρώ πως η μεγαλύτερη ικανοποίησή του ήταν η μεταλαμπάδευση των ιδεών και των αξιών του στα παιδιά του. Είχα την ευκαιρία πολλές φορές να ακούσω την ικανοποίησή του για τις προόδους τους, για τη συνέχεια της δικής του προσπάθειας, χωρίς ποτέ να το δείξει περισσότερο.

Ο Γιάννης Χαλκιαδάκης δεν κατάφερε ποτέ να καθίσει στην έδρα του δασκάλου. Κατάφερε όμως να εμπνεύσει και να διδάξει πολλούς από μας που ευτυχήσαμε να εργαστούμε κοντά του. Κι είχαμε έναν πατέρα κι είχαμε ένα φύλακα άγγελο σε κάθε μας δύσκολη στιγμή.

Μπορεί κάποιες φορές να άστραφτε και να βροντούσε όταν κάτι στην εφημερίδα δεν προχωρούσε σωστά. Μα ήταν πάντα πρόθυμος ακόμα και να ζητήσει συγγνώμη όταν ο θυμός τον παρέσυρε.

Έτσι τα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» έγιναν οικογένειά μας. Κι έτσι εξακολουθούμε να τα αισθανόμαστε ανάβοντας πάντα ένα κερί στη μνήμη του κυρίου Γιάννη, που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ.