25 °C Rethymno, GR
14/06/2021

ΗΤΑΝ Ο ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΓΕΝΙΤΣΑΡΩΝ

Ιωάννης Τάταρης – Γεώργιος Μιχ. Γαβριλάκης:Από τους σημαντικούς χαΐνηδες του Κέντρους

Μυγδαλιές που βιάζονταν να φέρουν την άνοιξη της λευτεριάς και οι χαΐνηδες του Κέντρους.

Από τις θρυλικές μορφές ο Ιωάννης Τάταρης ή Ταταράκης από το Γερακάρι, γνωστός και ως Τουρκομάχος. Και δεν ήταν εύκολο εκείνα τα χρόνια να πάρει κάποιος αυτό τον τίτλο. Γιατί εκτός από τους Τούρκους στρατιωτικούς κινδύνευαν και από τους συγγενείς των σκοτωμένων.

Γεννήθηκε το 1850, στο εύανδρο κερασοχώρι του Κέντρους με τη μακραίωνη παράδοση και τους μεγάλους αγώνες για την ανεξαρτησία.

Ήταν κοντός στο ανάστημα αλλά σύμμετρος και με αρμονικά χαρακτηριστικά, αφάνταστα τολμηρός και γενναίος. Επόμενο να είναι στο «μάτι του κυκλώνα». Οι Τούρκοι αυτούς τους χαρακτήρες τους σκιάζονταν κι ας έδειχναν αδιάφοροι.

Ο ήρωας ανατράφηκε με πέντε αδέρφια και τρεις αδελφές. Από μικρό παιδί έδειχνε να «πνίγεται» ανασαίνοντας τον αέρα της σκλαβιάς.

Έτσι νεότατος ζώστηκε τ’ άρματα και δεν έβλεπε την ώρα να δώσει διέξοδο στη φλόγα της ψυχής του και να δει την Κρήτη ελεύθερη.

 Με άλλους Χαΐνηδες βοήθησε να απαλλαγεί το σκλαβωμένο Κέντρος από Τούρκους αιμοβόρους που έκαναν αβίωτη τη ζήση των Κρητικών.

Στην επανάσταση του 1878, σε ηλικία 28 χρόνων ρίχτηκε με ψυχή σε κάθε μάχη. Μαζί του ανδραγάθησαν και οι αδερφοχτοί του -είχε αρκετούς- Γαβριήλ Κρυοβρυσανός από τον Άγιο Βασίλειο, Νικόλαος Φωτάκης από το Αποδούλου, Κωνσταντίνος Ζουμπουλάκης από το Τυμπάκι και ο αδελφός του Δημήτρης.

Στη διάρκεια της επανάστασης ο Γιάννης έσφαξε στη Μέση τον περιβόητο Τουρκογερακαριανό Μουσταφά Γρίβα, τιμωρώντας τα φρικτά του εγκλήματα σε βάρος των αθώων υπόδουλων.

Αυτός ήταν κουνιάδος του Κατσαναλή άλλου περιβόητου Τούρκου, φόβητρου των Ρωμιών.

Ο Γιάννης είχε μπει στο σπίτι του αιμοβόρου Τούρκου στη Μέση τον έσυρε σχεδόν έξω και σκότωσε στις 6 Αυγούστου 1878.

Αυτό δεν το συγχώρησε ο γαμπρός του Αλή Κατσιανός κι έβαλε σκοπό να πάρει εκδίκηση για τον φόνο του αδελφού της γυναίκας του. Αυτός όμως έμελε να κάνει θρυλικό το όνομα του Ταταρογιάννη, που έμεινε σαν το «Αγρίμι του Κέντρους».

Ο Κατσαναλής είχε γίνει φόβος και τρόμος με τις θηριωδίες του. Στην επανάσταση του 1866 είχε ξεπεράσει κάθε όριο αγριότητας σκοτώνοντας χριστιανούς σε ενέδρες, ερημώνοντας χωριά, καταστρέφοντας εκκλησιές. Ήταν μισητός ακόμα και από τους ομοεθνείς του. Αυτή η γενική απαξίωση τον έκανε περισσότερο θηριώδη. Και πλήρωναν τα απωθημένα του ανυπεράσπιστοι Ρωμιοί. Βασικά τον ενδιέφερε η οικογένεια του Τάταρη. Κι έψαχνε αφορμή για να χτυπήσει προκαλώντας τους με κάθε τρόπο.

Αφορμή το κλήμα

Μια μέρα ο πατέρας του Τάταρη διαπίστωσε πως ένα κλήμα από το σώχωρο του Κατσαναλή είχε «αγκαλιάσει» μια κερασιά στο κτήμα του και δεν την άφηνε να δέσει καρπό.

Άνθρωπος θαρραλέος κι αυτός τόλμησε να συστήσει στον Τούρκο να κόψει το κλήμα κι ήταν αμαρτία να μένει χωρίς καρπό η κερασιά. Μόλις το άκουσε ο θηριώδης Τούρκος έγινε «…Τούρκος». Ήταν με τα καλά του ο Ρωμιός που έκανε την κερασέ του καλλιά από το κλήμα του; Και τον προειδοποίησε:

«Ετσά και μου ξανακάμεις λόγο για τουτονά θα κόψω όι τη (γ)κερασέ μόνο τα τζάρικά σου…». Και πάνω στην ώρα που ο πατέρας Τάταρης έμεινε να κοιτάζει τον Τούρκο απορώντας με το θράσος του, φάνηκε ο Γιάννης που ήταν σε γειτονικό σώχωρο κι ανησύχησε από τη φασαρία.

Άκουσε τις φωνές κι έκανε το βήμα του πιο γρήγορο να δει τι συμβαίνει. Και μόνο στη θέα του ο Τούρκος φάνηκε να «βάζει την ουρά στα σκέλια». Δεν έχασε βέβαια το υπεροπτικό του ύφος, ωστόσο φάνηκε να κατεβάζει τους τόνους. Ακόμα κι αυτόν τον τρόμαζε κατά βάθος ο Τούρκος. Ήξερε να φυλάγεται.

Το είπε και το έκανε

Ο Γιάννης πλησίασε και έχοντας πια καταλάβει την αφορμή της σύγκρουσης είπε στον αγά πως επειδή το δίκιο είναι με το μέρος της οικογένειας, αν δεν κόψει αυτός το κλήμα θα το κόψει ο ίδιος και ας πάει να του ζητήσει το λόγο. Άφρισε ο Τούρκος μα δεν τον έπαιρνε εκείνη τη στιγμή να βγάλει άχνα. Ένας ο πατέρας, ο Γιάννης κι ο αδελφός του ο Γιώργης (Τσουτσουδογιώργης) που ήταν από την αρχή παρών στο συμβάν, τρία άτομα και ψυχωμένα δεν ενθάρρυναν τον Κατσαναλή για περαιτέρω «νταηλίκια».

Έδωσε τόπο στην οργή επειδή κάτεχε καλά πως ο Ταταρογιάννης δεν το είχε και πολύ να του αδειάσει την πιστόλα του στο κορμί του. Έτσι ανώδυνα έληξε το επεισόδιο εκείνο.

Δεν είχαν όμως περάσει τρείς μέρες κι ως το είπε ο Γιάννης έπραξε. Κόβει το ζημιάρικο κλήμα, το δεματιάζει και πετά το δεμάτι στην αυλή του Τούρκου.

Το γεγονός έκανε το Γερακάρι άνω κάτω. Ο Θεός ξέρει με πόσο αίμα θα επιδίωκε ο Κατσαναλής να ξεπλύνει τη ντροπή του από την προσβολή του Ρωμιού. Κι όμως πράμα παράξενο ο άλλος δεν έδειξε τίποτα. Σαν να μην τον αφορούσε το γεγονός.

Ο Ταταρογιάννης δεν ησύχασε. Κατάλαβε την τακτική του εχθρού. Θα περίμενε να ξεχαστεί το συμβάν και μετά θα έβρισκε ευκαιρία να του κόψει το κεφάλι.

Είχε λοιπόν την έγνοια και περίμενε την ευκαιρία να ξεμπερδέψει μια και καλή με τον αιμοβόρο Τούρκο, αφού καταλάβαινε τις προθέσεις του. Και η ευκαιρία δεν άργησε να φανεί:

Μια μέρα ένα χριστιανόπουλο που έκανε θελήματα των Τούρκων στο Ντουκιάνι έτρεξε να του προλάβει πως ο Κατσαναλής θα πήγαινε στο Ρέθυμνο κι ας ήταν καταχείμωνο, αρχές Δεκέμβρη του 1878, για να γλεντήσει με τους φίλους του. Το είχε ανακοινώσει στον τούρκικο καφενέ κι όλα τα μπεγόπουλα είχαν ενθουσιαστεί.

Η δουλειά όμως να καθαρίσει με τον Τούρκο δεν ήταν καθόλου εύκολη. Γι’ αυτό έσπευσε ο Γιάννης να ειδοποιήσει το Γαβριήλ από την Κρύα Βρύση, τον Πάτερο από τη Βισταγή και το Γερώνυμο το Στελιανό από την Παντάνασα και μαζί με τον αδελφό του Δημήτρη στήσανε ενέδρα στον Κατσαναλή, στ’ Αλισάντρου που ήταν πέρασμα για το Ρέθυμνο.

Πρωί πρωί κινήσανε οι Τούρκοι για τη χώρα. Φόρτωσαν το λάδι τους για να πουλήσουν και να έχουν χρήματα να ξοδιάσουν και μόλις είχε φανεί ο ήλιος έφταναν στο σημείο της ενέδρας.

Ο αδερφοκτός Γεώργιος Μιχ. Γαβριλάκης

Όπως προαναφέραμε από τους πιο αγαπημένους αδερφοκτούς του ήρωα ήταν ο Γεώργιος Μιχ. Γαβριλάκης.

Είδε το πρώτο φως της ζωής στην ηρωική Κρύα Βρύση το 1845. Από την πρώτη στιγμή έδειξε πως θα γίνει γενναίος γιατί γεννήθηκε με «προσωπίδα» πολύτιμο φυλαχτό σύμφωνα με τους κώδικες του λαϊκού μας πολιτισμού. Όπως και να το δούμε ο Γαβριλάκης ήταν ξεχωριστός. Λέγεται ότι έπιανε το σημάδι στο φτερό. Τόσο καλός σκοπευτής ήταν. Να τον βοηθούσε το «φυλαχτό» του από την προσωπίδα που με τόση προσοχή του είχε αφαιρέσει η μαμή για να μην επηρεάσει τα μάτια του; Ποιος ξέρει…

Νεαρός ακόμα αναζητούσε παρέα με λεβέντες, γενναιόψυχους ανθρώπους. Βλέπουμε να γίνεται σύντεκνος του καπετάν Πορτάλιου του οποίου βάπτισε παιδί, αλλά να δένεται και με δεσμό αίματος με τον Ταταρογιάννη, το αγρίμι του Κέντρους. Από τους επιστήθιους φίλους του και συναγωνιστής του ήταν και ο Πάτερος.

Μαζί με άλλους Κρυοβρυσανούς βρέθηκε να πολεμά έξω από το Αρκάδι παραμονές του θρυλικού ολοκαυτώματος.

Έκτοτε περιφέρονταν φυγόδικοι. Κάθε λεπτό ήταν η ζωή τους σε κίνδυνο. Αλλά τα όπλα δεν τα παράτησαν.

Μια βροχερή μέρα καθώς ανεβαίνανε από τη Μεσσαρά, μαζί κι ο σκύλος τους ο αχώριστος φοβήθηκαν να περάσουν τον ποταμό που είχε υπερχειλίσει. Λίγο παραπάνω έκανε χωράφι ο Κλημαθιανός παπάς. Οι τρεις χαΐνηδες του ζήτησαν ένα βόδι για να περάσουν απέναντι κι επειδή δεν τους έδωσε, τον υποχρέωσαν να τους περάσει ο ίδιος με την πλάτη του.

Μεγάλη η προσβολή κι ο παπάς τους αφόρισε. Μέχρι να φτάσει ο Γαβριλάκης στο χωριό έπεσε στο κρεβάτι δείχνοντας ετοιμοθάνατος. Τότε αποφάσισαν χωριανοί να πάνε στο Κλήμα και να ζητήσουν την άφεση από τον ιερέα. Εκείνος ήταν αμετάπειστος. Μέχρι που έκαναν παρέμβαση και οι Κλημαθιανοί που δεν είχαν ξεχάσει την ευεργεσία του Γαβρίλη που τους είχε σώσει από τον αιμοσταγή Τούρκο.

Με τα πολλά ο παπάς δέχτηκε. Πήγε στο προσκέφαλο του ετοιμοθάνατου Γαβρίλη και ζήτησε να του φέρουν μια χλωρή κληματόβεργα. Όταν την έφεραν χτυπούσε με αυτή τον ετοιμοθάνατο, λέγοντας μια προσευχή. Και σε κάθε χτύπημα η βέργα «μαύριζε». Μέχρι να τελειώσει η προσευχή η βέργα είχε γίνει ολόμαυρη και ο άρρωστος ήταν στο πόδι.

Από τότε όμως του έμεινε να σχολιάζει:

«Από παπάδες και αγίους λείπε κι άπεχε…».

Η ώρα της τιμωρίας

Εκείνη την ώρα ο Κατσαναλής αναρωτιόταν δυνατά αν θα τους φτάσει το λάδι για να έχουν χρήματα να ξοδέψουν με τις όμορφες.

«Δεν θα προλάβετε»,  φώναξε ο Ταταρογιάννης, προβαίνοντας σαν θεριό της Αποκάλυψης μπροστά τους.

Με τη φωνή ακολούθησαν κι οι σφαίρες. Μια από αυτές χτύπησε στο «αστέρι του κουτέλου» τον Κατσαναλή και τον άφησε στον τόπο. Ένας άλλος Τούρκος σκοτώθηκε και δυο βαριά τραυματισμένοι ξέφυγαν, ένας στου Γιους το Κάμπο κι άλλος προς την Πατσό να ζητήσουν βοήθεια από τους ομοεθνείς τους.

Ο Ταταρογιάννης και οι σύντροφοί του πήρανε τα φορτωμένα ζώα, πέρασαν από τον Άγιο Βασίλη στη Μεσσαρά και τα πούλησαν. Λίγο αργότερα σκότωσαν και τον φοβερό Αμπαδιανό γενίτσαρο, Μπεχλιβάνη Τζιβιτζή στο Κλήμα που δεν άφηνε σε ησυχία τους Έλληνες. Ήταν από τους φοβερότερους χριστιανομάχους και δεν άφηνε σε ησυχία τις κοπέλες. Λέγεται ότι τα νόθα παιδιά του έφταναν από την Αμπαδιά στον Κάμπο της Μεσσαράς.

Ξέροντας ότι είχε εχθρούς παντού, κέρδιζε ζωή ασημώνοντας υποτακτικούς για να προστατεύουν τη ζωή και το βιος του.

Με τέχνασμα έπρεπε να βγει από τη μέση. Προσποιήθηκαν λοιπόν επίσκεψη στο ελαιοτριβείο του στο Κλήμα και τον σκότωσαν πριν προλάβει να αντιδράσει.

Για τον φόνο του Αμπαδιανού Τζιβιτζή, υπάρχουν κι άλλες εκδοχές.

Ο Ιωάννης Χαχαριδάκης αποδέχεται ότι τον Τζιβιτζή σκότωσαν οι Γρηγόριος Σπυριδάκης από τις Μέλαμπες και ο Γαβριήλ Κατεργαράκης που αργότερα κατοίκησε στην Κρύα Βρύση ως Γεβριλάκης. Ήταν βλέπετε, συνηθισμένο να αλλάζουν οι Χαΐνηδες το όνομά τους για να μη συλληφθούν.

Από τον γιατρό και πολιτικό Γεώργιο Ανδρεδάκη από το Βυζάρι, η επιχείρηση απαλλαγής από τον Τζιβιτζή, πιστώνεται στο Νικόλαο Πάτερο, που είχε συγκροτήσει για το σκοπό αυτό αρματωλικό σώμα αποτελούμενο από τον Μελαμπιανό Γρηγόριο Σπυριδάκη, τον Γαβριήλ από την Κρύα Βρύση και το Στυλιανό Δραμιτινό από του Καλογέρου. Ήταν όμως κι αυτοί αδερφοχτοί με τον Ταταρογιάννη.

Όσοι τώρα θεωρούν τον Ταταράκη φονέα του αδίστακτου Αμπαδιανού τεκμηριώνουν τη θεωρία τους στο γεγονός ότι ο Γιάννης είχε αδερφοχτούς τους παραπάνω, αλλά ο ίδιος ποτέ δεν έδρασε υπό διαταγές άλλου. Η ιστορική έρευνα θα διαλευκάνει κάποτε τα γεγονότα.

Γεγονός είναι ότι με τον θάνατό του Τζιβιτζή λυτρώθηκε ο κόσμος και δόξαζε τους ήρωες που τον απάλλαξαν από τέτοιο θεριό.

Οι φόνοι, όπως ήταν φυσικό, ξεσήκωσαν τους Τούρκους κι όταν πια οι ρωμαλέοι Χαΐνηδες ο Δημήτρης και ο Γιάννης Ταταράκης κόντευαν να συλληφθούν κατάφεραν να φτάσουν στην Πίσω Γυαλιά κι από κει κατέφυγαν στον Πειραιά. Ο πρώτος έμεινε εκεί, ο Γιάννης όμως δεν άντεχε. Γύρισε πίσω και συνέχισε να κυνηγά τους Τούρκους μέχρι τον θάνατό του.

Πέθανε στα 47 του χρόνια, πάνω στην ακμή του από περιπνευμονία. Έμεινε όμως στις παρυφές του θρύλου χάρις στα μεγάλα του κατορθώματα. Ο Σπύρος Μαρνιέρος αναφερόταν πολλές φορές σ’ αυτόν. Έχει κάνει σπουδαίες μελέτες γύρω από τον ήρωα σε σημαντικά επιστημονικά περιοδικά όπως ο Κουρήτης. Και μου μιλούσε πολλές φορές και για τον γενναίο αυτό που αποκαλούσε τόσο εύστοχα «Αγρίμι του Κέντρους».

Αμνηστία για να γλιτώσουν

Μετά από επτά χρόνια ταλαιπωρία ακολουθώντας τη μοίρα του φυγόδικου και επικηρυγμένου, βρέθηκε με αμνηστία. Δεν είχαν και καλύτερο τρόπο οι Τούρκοι να απαλλαγούν από τους επικίνδυνους αυτούς Ρωμιούς.

Έτσι βρέθηκε στην Αθήνα όπου του άνοιξαν ένα μπακάλικο κι είχε την υποστήριξη του κρητικού στοιχείου. Η Κρήτη όμως τον καλούσε. Κι αυτός δεν μπορούσε να αντισταθεί.

Γύρισε πίσω. Πλησίαζε τα πενήντα όταν αποφάσισε να δημιουργήσει κι αυτός οικογένεια.

Μια όμορφη κοπέλα ήταν η τυχερή Κόρη του Γιώργη Βαβουράκη (Τζεβρή) η Καδιανή και αδελφή του Γιάννη Βαβουράκη, που διετέλεσε βουλευτής, στάθηκε μια καλή σύζυγος και άξια μητέρα.

Ακόμα και στα συναισθηματικά του όμως ο Γαβρίλης, ήταν ένας χαΐνης. Ενώ η Καδιανή ήταν αρραβωνιασμένη με άλλον, εκείνος την έκλεψε και παρά την αντίδραση των συγγενών της, την παντρεύτηκε και την πήγε στο σπίτι του στα «Μπογιατζίδικα». Μετά έχτισε σπίτι στα «Γαβριλιανά» και εγκαταστάθηκε εκεί.

Με την αγαπημένη το απέκτησαν άξια παιδιά, τη Μαρία σύζυγο Μιχάλη Βαβουράκη και μητέρα του Γιώργη, του Ηλία, και του Διογένη, το Μιχάλη Γαβριλάκη πατέρα του Γιώργη του Δημήτρη, του Γρηγόρη της Κασσιανής και του Γιάννη και τη Βαρβάρα σύζυγο του Μιχάλη Λαγουδάκη (δασκάλου) και μητέρα του Μανόλη, του Γιώργη και του αδικοχαμένου στρατηγού Δήμου Λαγουδάκη.

Πληροφορίες για τον ήρωα πήραμε από τον απόγονό του Δημήτρη Γαβριλάκη, βασιστήκαμε όμως και στην αναφορά που κάνει και ο Εμμ. Γενεράλης (Αυτοβιογραφία) που έχει επιμεληθεί ο κ. Θεόδωρος Πελαντάκης.

Ο Γεώργιος Μιχ. Γαβριλάκης όσα ονόματα κι αν απέκτησε για να ξεφύγει από τους εχθρούς του γένους, παρέμεινε ο ίδιος απροσκύνητος αγωνιστής, που άνοιξε κι αυτός με τον δικό του αγώνα τον δρόμο προς την ελευθερία.

 

Πηγές:

  • Σπύρου Μαρνιέρου: Ιωάννης Τάταρης
  • Εμμανουήλ Γενεράλη «Αυτοβιογραφία» (επιμέλεια Θεόδωρου Πελαντάκη)
  • Γιώργου Μαυροτσουπάκη: «Οι παληοί ά(ν)θρωποι»
  • Συλλογική εργασία Κρύα Βρύση(Ρέθυμνο 2013)
  • Μαρτυρίες Δημητρίου Γαβριλάκη.