19 °C Rethymno, GR
28/11/2020

ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΔΑΜΑΝΑΚΗ

«Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες – Απ’ όσα θυμούμαι για τους Έλληνες της Διασποράς»

Του ΘΗΣΕΑ ΤΣΙΑΤΣΙΚΑ

Ο τίτλος του βιβλίου με τη μεταφορική του λειτουργία και τη διακειμενική παραπομπή στην Ομηρική Οδύσσεια, αλλά και στην Καβαφική Ιθάκη, μας προϊδεάζει για κάποιο περιπετειώδες «ταξίδι» αφηγημένο με πρόθεση λογοτεχνικής γραφής.

Με τον υπότιτλο προσδιορίζεται με σαφήνεια τόσο το θέμα του βιβλίου, όσο και ο τρόπος διαπραγμάτευσής του: υποκειμενικά βιωμένες εμπειρίες του συγγραφέα για τους Έλληνες της διασποράς φιλτραρισμένες με τη διεργασία της ανάμνησης.

Καθώς ο συγγραφέας, στα πλαίσια πάντα της βασικής θεματικής του, συμπαραθέτει κείμενα περισσότερο ή λιγότερο αυτοβιογραφικά σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση με άλλα, όπου ο ίδιος αποσύρεται στο παρασκήνιο παραχωρώντας το λόγο σε κάποιο από τα πρόσωπα – ήρωες για να αφηγηθούν οι ίδιοι τη δική τους ιστορία ή ακόμα και την ιστορία κάποιου άλλου προσώπου, προκύπτει το πρόβλημα της ειδολογικής κατάταξης του βιβλίου. Ο ίδιος, στην τετρασέλιδη και εξαιρετικά κατατοπιστική εισαγωγή του βιβλίου του, αναρωτιέται αν πρόκειται για αυτοβιογραφία ή απομνημονεύματα, για να παρακάμψει τελικά το πρόβλημα χωρίς να δώσει μια μονοσήμαντη απάντηση. Συγχρόνως όμως μας εισάγει στο προσωπικό του εργαστήριο αποκαλύπτοντάς μας τόσο τα κίνητρα και τους βασικούς στόχους του εγχειρήματός του όσο και τη μέθοδο, τους αφηγηματικούς τρόπους και τη δομή του βιβλίου του. Και το κάνει με τρόπο αναλυτικό και τόσο εύστοχα, που δικαιολογημένα θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί αν δεν είναι ματαιοπονία να επιχειρηθεί μια διαμεσολάβηση ανάμεσα στο βιβλίο του και τον αναγνώστη. Μια καταφατική απάντηση όμως θα παραγνώριζε το γεγονός ότι είναι άλλο πράγμα οι επιδιώξεις του κάθε συγγραφέα, ρητά ή όχι διατυπωμένες, και ενδεχομένως άλλο αυτό που τελικά προσλαμβάνει ο αναγνώστης. Αν κάνουμε αυτή την παραδοχή, ίσως δεν είναι εντελώς περιττά όσα στη συνέχεια θα αναπτυχθούν. Φυσικά αντανακλούν τη δική μου αναγνωστική εμπειρία και δεν υποχρεώνουν κανέναν άλλον. Ελπίζω ωστόσο ότι, πέρα από το πληροφοριακό τους μέρος, μπορεί να προσφέρουν κάποιους τρόπους ανάγνωσης σε μελλοντικούς αναγνώστες κεντρίζοντας συγχρόνως το ενδιαφέρον τους για άμεση επαφή με τα κείμενα του βιβλίου.

Ο Μιχάλης Δαμανάκης ξεκινά την αφήγησή του από τη στιγμή που, με το πτυχίο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας στην τσέπη και άνεργος, αποφασίζει να μεταναστεύσει στη Γερμανία ως ανειδίκευτος εργάτης. Έτσι από την πρώτη στιγμή στο επίκεντρο του βιβλίου του βρίσκεται το θέμα της Μετανάστευσης, την οποία αρχικά βιώνει ως βιομηχανικός εργάτης, στη συνέχεια ως δάσκαλος σε ελληνικό σχολείο και φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας με βασικό αντικείμενο τη Διαπολιτισμική Παιδαγωγική και, τέλος, ως ερευνητής και καθηγητής σε γερμανικά πανεπιστήμια. Είναι μια περίοδος με έντονες εμπειρίες από τη ζωή και τα προβλήματα των μεταναστών από τη μια μεριά και από την άλλη σκληρούς προσωπικούς αγώνες για τη διαμόρφωση της επιστημονικής του συγκρότησης και ανέλιξης αλλά και για την απόφαση που έμελλε να σφραγίσει τη μετέπειτα πορεία της ζωής του, αφού, καθώς γράφει ο ίδιος, «προς το τέλος των σπουδών μου στη Γερμανία αποφάσισα να κάνω τη ζωή των μεταναστών και προπάντων την εκπαίδευση των παιδιών τους έργο ζωής».

Τέλος στη μεταναστευτική του περίοδο έδωσε μια άδικη και ουσιαστικά ρατσιστική απόφαση του Υπουργού Παιδείας του Κρατιδίου της Κάτω Σαξονίας να διορίσει καθηγητή σε κενή θέση Πανεπιστημίου όχι τον ίδιο, που ήταν πρώτος στη σχετική λίστα, αλλά το δεύτερο που ήταν Γερμανός. Αυτή την τραυματική εμπειρία του ο Μ. Δαμανάκης την διατυπώνει με την δραστική λογοτεχνική παρομοίωση για τον Υπουργό που «ως άλλος ‘Κύκλωπας’, αποφάσισε να με ‘κατασπαράξει’ ».

Στο βιβλίο του, που είναι δομημένο σε έξι κεφάλαια, όσα ως τώρα πολύ περιληπτικά αναφέρθηκαν αποτελούν το περιεχόμενο των τριών πρώτων κεφαλαίων, τα οποία τιτλοφορούνται: Η απόφαση και το ταξίδι, Η συνέχεια του ταξιδιού, Μετανάστευση στη Γερμανία. Με τη μέθοδο του εγκιβωτισμού αναφέρεται αναδρομικά στα βιώματα και τις αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια στο χωριό, στο Γυμνάσιο του Ρεθύμνου, στην Παιδαγωγική Ακαδημία και στο στρατό. Την πρώτη αυτή ενότητα του βιβλίου, όπου πλεονάζει το αυτοβιογραφικό στοιχείο, θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε προπαρασκευαστική, καθώς τότε διαμορφώθηκαν οι όροι και οι συνθήκες που συγκρότησαν την προσωπικότητά του και εξασφάλισαν τις προϋποθέσεις για να πραγματοποιήσει αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε «έργο ζωής». Αυτά τα δεκαέξι χρόνια που κράτησε η περίοδος της μετανάστευσης στη Γερμανία ήταν, καθώς γράφει ο ίδιος κλείνοντας το τρίτο κεφάλαιο, ένα «ταξίδι με Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, αλλά και με πλούσιες εμπειρίες και κατασταλαγμένη γνώση. […] Συνεργάστηκα με φωτισμένους πανεπιστημιακούς δασκάλους, από τους οποίους έμαθα να δουλεύω επιστημονικά και προπάντων μυήθηκα στην ακαδημαϊκή τάξη, δεοντολογία και ηθική. Σ’ αυτή τη χώρα έμαθα να σκέφτομαι πραγματολογικά και διαπολιτισμικά και να οργανώνω τη ζωή μου ορθολογικά. Θα μπορούσε, λοιπόν κανείς να συμπεράνει ότι ήταν ένα ‘ταξίδι’ με την Καβαφική έννοια της λέξης».

Το τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου έχει τον τίτλο Βιώνοντας την Ιστορία. Είναι αρκετά σύντομο και θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε παρένθετο, καθώς παρεμβάλλεται ανάμεσα στην περίοδο της μετανάστευσης και εκείνη κατά την οποία η συστηματική πανεπιστημιακή ενασχόληση με το θέμα της Παιδείας των Ελλήνων της Διασποράς πραγματοποιείται με κέντρο το Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων αρχικά και, κυρίως, του Ρεθύμνου στη συνέχεια. Και το θέμα άλλωστε τώρα έχει μετατοπιστεί από τη μετανάστευση στη συνένωση των δύο Γερμανιών μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου και τις δυσμενείς επιπτώσεις που είχε αυτή στους Ανατολικογερμανούς . Κοινωνιολογικά ασκημένος και με ευαίσθητες τις κεραίες του ο Μ. Δαμανάκης βιώνει από κοντά πολύ έντονα τα γεγονότα με την αίσθηση της ιστορικής τους σημασίας. Καθώς και ο ίδιος ομολογεί «Για αρκετό χρόνο πίστευα ότι το θέμα αυτό δεν είχε θέση στο παρόν πόνημα. Όμως οι σχετικές αναμνήσεις αναδύονταν κατά καιρούς μέσα από τη μνήμη μου και μου υπενθύμιζαν ότι δεν θα μπορούσαν να μείνουν έξω από τα, ας πούμε , απομνημονεύματά μου».

Το πέμπτο κεφάλαιο, με τον τίτλο Ελληνική Ομογένεια, καλύπτει τις 78 από τις 231 σελίδες του βιβλίου, το ένα τρίτο του δηλαδή. Αυτό ως ένα βαθμό μπορεί να εξηγηθεί από την ποικιλία των επιμέρους θεμάτων και την πολυπρισματικότητα θεώρησής τους που απορρέουν από την ευρύτητα του τίτλου. Ο σημαντικότερος όμως λόγος που το καθιστά όχι μόνο το εκτενέστερο αλλά και το σημαντικότερο από κάθε άποψη είναι το γεγονός ότι εμπεριέχει τα κείμενα με τα βιώματα, τις εμπειρίες και τους προβληματισμούς του συγγραφέα «τα χρόνια υλοποίησης του Προγράμματος, ή αλλιώς του Έργου ‘Παιδεία Ομογενών’ και δεν νοούνται χωρίς αυτό», καθώς ο ίδιος γράφει στο εισαγωγικό μέρος του κεφαλαίου.

Μέσα από τα είκοσι εφτά κείμενα και τις πολύ περισσότερες σύντομες ή και κάπως εκτενέστερες αφηγήσεις προσώπων Ελλήνων τη διασποράς όλων των ηπείρων ανοίγεται μπροστά μας ένας ολόκληρος ελληνικός κόσμος με τις ιδιαιτερότητές του, τα όνειρα και τους καημούς του, τα προβλήματα και τις επιτυχίες του, τον διαφορετικό τρόπο που βιώνει – ανάλογα με τον τόπο, τον χρόνο και τον βαθμό ενσωμάτωσής του στην καινούρια του πατρίδα- την ταυτότητά του και αυτοπροσδιορίζεται ή ετεροπροσδιορίζεται εθνικά. Για μας τους αναγνώστες που οι σχετικές γνώσεις είναι, λιγότερο ή περισσότερο, ελλιπείς ως ανύπαρκτες όλα αυτά είναι μια πραγματική αποκάλυψη που διευρύνει αφάνταστα τους ορίζοντες της εθνικής μας αυτογνωσίας. Συγχρόνως όμως είναι και μια πηγή αναγνωστικής συγκίνησης και απόλαυσης, καθώς η βιωματική πρόσληψή της δεν είναι πρωτογενής αλλά προέρχεται από κείμενα γραμμένα από τον συγγραφέα του βιβλίου. Όσο κι αν τα πρόσωπα αφηγούνται την δική τους το καθένα «μικροϊστορία», αυτή φτάνει σε μας αφού πρώτα περάσει από το καμίνι της δικής του αφηγηματικής επεξεργασίας. Μπορεί τα πρόσωπα και τα γεγονότα να είναι πραγματικά, καθώς ο ίδιος αναφέρει, η αφήγησή τους όμως είναι δική του. Άλλωστε σε κάποιες περιπτώσεις η συγγραφική παρέμβαση και επεξεργασία φτάνει μέχρι τη λογοτεχνική δημιουργία ηρώων που συγκεντρώνουν γνωρίσματα διαφορετικών προσώπων. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι αναμνήσεις του είναι καταγραμμένες σε ημερολόγια που κρατούσε. Όλα όμως αυτά αποτελούν την πρώτη ύλη για τα κείμενά του, στα οποία σίγουρα είναι ενσωματωμένη και η βιωμένη εμπειρία των χρόνων που μεσολάβησαν ανάμεσα στην εποχή που αυτά συνέβησαν και σ’ αυτήν της συγγραφής του βιβλίου.

Παρότι ο τρόπος γραφής και το ύφος των κειμένων έχουν έντονο το υποκειμενικό στοιχείο και η γλώσσα γραφής τους απομακρύνεται από την αυστηρή μονοσημία του επιστημονικού λόγου και αποκτά την ευκαμψία και την πολυσημία της λογοτεχνικής λειτουργίας της, η θεματική είναι στην πραγματικότητα η ίδια που απασχολεί τον Μ. Δαμανάκη και στις επιστημονικές του μελέτες. Μερικά από αυτά είναι το θέμα του θανάτου και της ταφής «στον ξένο τόπο» που δύσκολα το διαχειρίζονται οι μετανάστες της πρώτης γενιάς, η γυναικεία μετανάστευση και «οι νύφες», η γενική τάση των μεταναστών αναζητούν πρωτοπόρους ομοεθνείς κατοίκους της νέας τους πατρίδας, το θέμα της ταυτότητας και ο διαφορετικός τρόπος που την βιώνουν αλλά την εργαλειοποιούν κάποτε. Κεντρική θέση καταλαμβάνει βέβαια το μεγάλο θέμα της εκπαίδευσης της ομογένειας, όπως αυτή είχε οργανωθεί από τις ελληνικές κοινότητες της διασποράς με την ίδρυση εκπαιδευτηρίων που κατάφεραν να προσαρμόζεται στις μεταβολές των συνθηκών και όχι μόνο να επιβιώνουν αλλά και να αυξάνουν το κύρος και την εμβέλειά τους πέρα από τα στενά όρια των Ελλήνων της διασποράς, στην Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία και την Αφρική. Κυρίως όμως προβάλλεται η μεγάλη προσπάθεια υλοποίησης του Προγράμματος για την Παιδεία των Ομογενών, του οποίου προΐσταται ο συγγραφέας του παρόντος βιβλίου και για το οποίο συνεργάζονται πανεπιστημιακοί από την Ελλάδα και τη διασπορά, κρατικοί παράγοντες αλλά, με το ένα ή τον άλλο τρόπο, εμπλέκονται και οι κοινοτικοί και εκκλησιαστικοί παράγοντες, οι οποίοι συμπαρίστανται κατά κανόνα χωρίς να λείπουν βέβαια και περιπτώσεις ανταγωνισμών που δημιουργούν προβλήματα και πικρίες.

Εκτός από τη θεματική, θα μπορούσε να υποστηριχτεί βάσιμα πως και η σκοπιά θεώρησης παραμένει η ίδια. Εκείνο που μεταβάλλεται τώρα είναι ο τρόπος προσέγγισης και τα μέσα που χρησιμοποιούνται. Καθώς ο συγγραφέας αποδεσμεύεται από την αυστηρή επιστημονική διαπραγμάτευση, αφήνει ελεύθερο το χώρο στη βιωματική προσέγγιση, δίνοντας τη δυνατότητα στα πρόσωπα της αφήγησής του να εκφράσουν με τρόπο συγκινησιακά φορτισμένο τη βίωση καταστάσεων που απορρέουν από τη θέση τους ως μεταναστών ή, γενικότερα, ως Ελλήνων της διασποράς. Αυτό έχει ως συνέπεια να αντιδρά με παρόμοιο τρόπο και ο αναγνώστης, να ταυτίζεται συχνά με αυτούς συναισθητικά και να διευρύνει έτσι τον ορίζοντα των εμπειριών του κατακτώντας συγχρόνως καινούριες γνώσεις και κατανοώντας καλύτερα τον κόσμο τους.

Στο έκτο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου με τον τίτλο Το Πρόγραμμα για την παιδεία των ομογενών ο χώρος δράσης μετακινείται από τις χώρες της ελληνικής διασποράς στην Κρήτη με κέντρο το μεγάλο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου Ρεθύμνου, όπου πραγματοποιούνταν οι ολομέλειες των συνεδρίων.

Μετά από ένα κείμενο για το «ιστορικό και την οργάνωση» του προγράμματος, ακολουθεί μια σειρά από αφηγήσεις με πρωταγωνιστές μαθητές από τις διάφορες χώρες της «Μεταναστευτικής» και της «Ιστορικής» διασποράς», αλλά και μετεκπαιδευόμενους δασκάλους της ελληνικής γλώσσας, που φιλοξενούνταν στα πλαίσια του προγράμματος. Από τη συνύπαρξη μαθητών ή δασκάλων με διαφορετικές κουλτούρες και γλώσσες προκύπτουν κάποιες ενδιαφέρουσες χαριτωμένες αφηγήσεις. Εξίσου όμως ενδιαφέρουσες είναι και οι αφηγήσεις εκείνες που αφορούν τις παρέες οι οποίες σχηματίζονται στις παρυφές συνεδρίων, ύστερα από έντονη και εξαντλητική εργασία, και λειτουργούν εκτονωτικά, φανερώνοντας στο αναγνώστη και μια άλλη πολύ ανθρώπινη πλευρά τους. Για τα κείμενα αυτά, αλλά και για πολλά από τα προηγούμενα κεφάλαια, θα αφήσω τον ίδιο το συγγραφέα να μας μιλήσει: «Αυτοβιογραφικά, χιουμοριστικά, ειρωνικά και αυτοσαρκαστικά είναι πολλά από τα κείμενα που προηγήθηκαν. Κατά βάθος, όμως, αποτελούν και ένα είδος απολογισμού για ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου, αλλά και έμμεση αποτίμηση τόσο του δικού μου έργου όσο και εκείνου πολλών στενών συνεργατών μου σε σχέση με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, την Ελληνόγλωσση Εκπαίδευση στη Διασπορά».

«Αντί επιλόγου» και σε εντελώς διαφορετικό ύφος ο συγγραφέας κλείνει το βιβλίο του με μια ιστορική αναδρομή για τη μετανάστευση και την ελληνόγλωσση εκπαίδευση της διασποράς από το 1900 μέχρι τα χρόνια προετοιμασίας και εφαρμογής του προγράμματος, στο οποίο ο ίδιος αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του. Κατανοητή και απόλυτα δικαιολογημένη είναι και η έγνοια του για το μέλλον αυτής της μεγάλης υπόθεσης και για τη δημιουργική αξιοποίηση όσων ως τώρα έχουν επιτευχθεί.

Είναι όμως ώρα να κλείσω και εγώ το δικό μου κείμενο, με το οποίο επιχείρησα να φέρω σε επαφή τους αναγνώστες της εφημερίδας με το βιβλίο του Μιχάλη Δαμανάκη, αφού πρώτα τον ευχαριστήσω για την πολύτιμη αναγνωστική εμπειρία που μου χάρισε και τον καλοτυχίσω για το δικό του μεγάλο και επίπονο «ταξίδι» μέσα από το οποίο, παρά τους Κύκλωπες και τους Λαιστρυγόνες που συνάντησε, «πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω».