13 °C Rethymno, GR
20/04/2021

ΑΠΟ  ΤΟΥΣ ΠΡΥΤΑΝΕΙΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Λυκούργος Καφφάτος: Ο ασυμβίβαστος υπέρμαχος του Ρεθύμνου

-Είχε μεταβάλει το ΒΗΜΑ σε προπύργιο της Δημοκρατίας

Λέγεται πως τρεις πένες δυναμικές σημάδεψαν τη δημοσιογραφία του Ρεθύμνου. Ο Λυκούργος Καφφάτος, ο Μανόλης Καλαϊτζάκης και ο Γιάννης Χαλκιαδάκης.

Για το Λυκούργο Καφφάτο θα γράψουμε σήμερα για να γνωρίσουν οι νεότεροι έναν δημοσιογράφο με αμείλικτη και ασυμβίβαστη πένα, που με την εφημερίδα του το «Βήμα» υπερασπιζόταν με σθένος τα συμφέροντα του Ρεθύμνου.

Είχε άποψη και την υποστήριζε με πάθος αδιαφορώντας για τις συνέπειες, αυτές που σημάδεψαν τη δύση της ζωής του.

Γεννήθηκε το 1892. Ανήκε στη χαρισματική εκείνη πλευρά των ανθρώπων που από νωρίς δείχνουν πως διαθέτουν μια ιδιαιτερότητα χαρακτήρα. Και στη μετέπειτα πορεία του απέδειξε πως ο δημοσιογράφος γεννιέται δεν γίνεται.

Υποστήριζε πάντα εξωκομματικά τα τοπικά ζητήματα του Ρεθύμνου.

Σύμφωνα με τον επιφανή λόγιο και ιστορικό ερευνητή του τόπου μας κ. Γιάννη Παπιομύτογλου, ο Λυκούργος Καφφάτος πριν από το «Βήμα» εξέδωσε τον Απρίλη του 1915 την εφημερίδα «Πρωία».

Η Εφημερίδα εντοπίστηκε στο αρχείο του Γεωργίου Χατζηγρηγοράκη και δικαίωσε την απόφαση του ιδρυτή των «Ρεθεμνώτικων Νέων» Γιάννη Χαλκιαδάκη να εμπιστευθεί το αρχείο στον τότε διευθυντή της Δημόσιας Βιβλιοθήκης.

Ο κ. Παπιομύτογλου με την εμπειρία που τον διακρίνει μελέτησε και αξιολόγησε το αρχείο, έτσι που να μην αποτελεί μια δωρεά άνευ σημασίας, αλλά μια σπουδαία πηγή για τον ερευνητή.

Από την εφημερίδα «Πρωία» έχουν διασωθεί μόνο τρία φύλλα. Εκτός από την «Πρωία» εξέδωσε την εφημερίδα «Δράσις» (1910-1911) μαζί με τον άλλο μεγάλο της Ρεθεμνιώτικης εφημεριδογραφίας τον Στυλιανό Εμμ. Καλαϊτζάκη. Για την εφημερίδα αυτή έχει δημοσιεύσει και μια ενδιαφέρουσα μελέτη ο κ. Παπιομύτογλου και στην ιστοσελίδα του.

Ενώ όμως η «Δράσις» αποτέλεσε το κύκνειο άσμα του Στυλιανού Καλαϊτζάκη για τον Λυκούργο Καφφάτο υπήρξε το εφαλτήριο για να διακριθεί στο χώρο της δημοσιογραφίας. Από εκεί ξεκίνησε να υπηρετεί τον τοπικό τύπο με ακλόνητη αφοσίωση και συγκινητική αυταπάρνηση.

Μια χρονιά σταθμός

Το 1915 είναι μια χρονιά σταθμός για τη ζωή του Λυκούργου. Ιδρύει την εφημερίδα «Βήμα», που θα δεθεί με το όνομά του και θα αποτελεί ένα έντυπο κύρους επί σειρά ετών.

Θα κρατήσει την εφημερίδα για 50 χρόνια μέχρι το 1958 που την παραδίδει ιδιοκτησιακά στον γιο του Βαγγέλη.

Η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε με τις κοσμογονικές πολιτειακές και κοινωνικές μεταβολές. Και το τυπογραφείο που ήταν και το γραφείο του Λυκούργου δεχόταν όλες τις επιπτώσεις από τους δυσαρεστημένους «δορυφόρους» καθεστώτων που ενοχλούνταν τα μέγιστα από τις θαρραλέες φωνές, όπως του Καφφάτου. Και αμέτρητες φορές στοιχεία, χαρτιά και έπιπλα γίνονταν ένα κουβάρι από τους θρασύτατους εισβολείς που ήθελαν να επιβάλουν το νόμο του τραμπουκισμού.

Ο Λυκούργος δεχόταν στωικά και χωρίς να δείξει μεταμέλεια τις επιθέσεις αυτές κι όταν συνερχόταν από τα χτυπήματα έπιανε να μαζεύει και πάλι γράμμα γράμμα τα στοιχεία για να πάρουν τη θέση τους στο συνθετήριο και μετά έπιανε την πέννα με περισσότερη τόλμη και δύναμη ψυχής.

Οι προοδευτικές του ιδέες ήταν που ενοχλούσαν και ιδιαίτερα το μεταξικό καθεστώς, που προτίμησε να τον εξορίσει για να ησυχάσει από την σκληρό κριτική που ασκούσε στην πολιτική του. Η κυκλοφορία της εφημερίδας κάτω από τις συνθήκες αυτές σταμάτησε κατά τις περιόδους 1924-1928, 1936-1939 και 1941-1944. Είναι ακριβώς τις περιόδους των δικτατοριών Παγκάλου και Μεταξά. Η τελευταία περίοδος ήταν του πολέμου που όλα είχαν νεκρώσει περιμένοντας τη λευτεριά.

Η δυναμική της πένας του είχε γίνει γνωστή και στον αθηναϊκό τύπο. Ήταν αμέτρητες οι προτάσεις που είχε δεχθεί ο Λυκούργος να σταδιοδρομήσει στην Αθήνα με τους πιο δελεαστικούς όρους.

Κοντά στο Ρέθυμνο και τα προβλήματά του

Εκείνος όμως επέμενε να μείνει στο Ρέθυμνο. Ήταν δεμένος με την πόλη αυτή. Δεν άντεχε να μείνει μακριά της και να την αφήσει στο έλεος συνθηκών. Στο κάτω της γραφής είχε καταφέρει να κόψει το δρόμο σε μεγάλο βαθμό εκείνων που στήριζαν τα συμφέροντά τους στα δικά τους σχέδια αδιαφορώντας αν καταδικαζόταν η πόλη στην απόλυτη μιζέρια.

Ο Λυκούργος Καφφάτος ένοιωθε βαρύ το βάρος της ευθύνης. Κι έτσι μόνο οι συνέπειες του θάρρους του εμπόδιζαν την έκδοση της εφημερίδας.

Περιττό να προσθέσουμε και τις άλλες δελεαστικές προτάσεις των πολεμίων του πριν προβούν στη λήψη μέτρων. Μα ο Λυκούργος «δεν χαμπάριαζε» ούτε από επαίνους και εφήμερες τιμές, ούτε από φοβέρες. Ήθελε να ζει με αξιοπρέπεια υπηρετώντας τα πιστεύω του και μόνον αυτά.

Κι αυτές τις αξίες μεταλαμπάδευσε στα παιδιά του.

Πηγή ιστορικών πληροφοριών

Η συνεργασία του με τον Μιχαήλ Μυρ. Παπαδάκι είναι καθοριστικής σημασίας για την τοπική ιστορία.

Ο αξέχαστος σπουδαίος ιστοριοδίφης δημοσιεύει στην εφημερίδα το «Βήμα» εξαιρετικής σπουδαιότητας κείμενα. Εκεί βλέπουμε λεπτομερές ρεπορτάζ για το πρώτο καρναβάλι που αργότερα συμπληρώθηκε με τη χαρακτηριστική φωτογραφία του πρώτου άρματος, που διέσωσε ο αξέχαστος Μανός Αστρινός.

Στην εφημερίδα αυτή δημοσιεύτηκαν κείμενα από το ιεροδικείο που μετέφραζε ο «Τουρκογιώργης», μέρος των οποίων αξιοποίησε επίσης ο Γιάννης Παπιομύτογλου με την περίφημη έκδοσή του «Έγγραφα Ιεροδικείου Ρεθύμνης (17ος-18ος αιώνας), που επιμελήθηκε ο ίδιος. Ήταν μια έκδοση της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ρεθύμνης (Ρέθυμνο 1995), στη μνήμη του Λυκούργου Καφφάτου.

Από τον Μάρτιο του 1931 ως το Φεβρουάριο του 1933 το «Βήμα» δημοσίευε καθημερινά τα έγγραφα αυτά που προέρχονταν από το αρχείο του Ιεροδικείου Ρεθύμνης.

Όλα τα έγγραφα δημοσιεύονταν στην δεύτερη σελίδα της εφημερίδας στη στήλη «Από τα περασμένα-Μεταφράσεις εκ του τουρκικού». Συνολικά δημοσιεύτηκαν 382 μεταφράσεις.

Σύμφωνα με το Γιάννη Παπιομύτογλου την ιδέα για τη μετάφραση και δημοσίευση των εγγράφων είχε προφανώς ο Λυκούργος Καφφάτος, ο οποίος πρώτος αντιλήφθηκε την αξία του αρχείου και τη σημασία της μετάφρασης στην ελληνική γλώσσα.

Την πληροφορία για το ποιος ήταν ο μεταφραστής μας διασώζει ο Μιχαήλ Μυρ. Παπαδάκις, όπως του τη μετέφερε ο Καφφάτος. Πρόκειται για τον Τουρκοκρητικό Ρεθεμνιώτικης καταγωγής Εσάτ Σιδεράκη, του περίφημου Τουρκογιώργη (στον οποίο είχαμε κάνει αφιέρωμα).Ήταν αυτός που για την αγάπη μιας χριστιανής Ρεθεμνιωτοπούλας και προκειμένου να αλληλογραφεί μαζί της είχε μάθει να γράφει και να διαβάζει ελληνικά. Ο «Τουρκογιώργης», όπως ακουγόταν έζησε στο Ρέθυμνο κατά τη δεκαετία 1925-1935.

Άνθρωπος της παρέας

Σαν άνθρωπος ο Λυκούργος Καφφάτος ήταν ένας έξοχος χιουμορίστας με τη σημασία που δίνουν οι Άγγλοι στον όρο αυτό. Είχε πάντα μια κεφάτη διάθεση με άκακη ειρωνεία.

Αξιαγάπητος από τους φίλους του συμμετείχε στις υπέροχες εκείνες παρέες που έδιναν στο Ρέθυμνο ζωντάνια με το κέφι και τις ιδέες τους να «κλέψουν» μια του χάρου.

Αναφέρομαι στις παρέες που έχει τραγουδήσει και ο υπέροχος στίχος του βάρδου του Ρεθύμνου Γιώργη Καλομενόπουλου.

Αυτή μάλιστα η άκακη ειρωνεία έκανε εκείνους που εθίγοντο από το σχόλιο να γελάνε με την καρδιά τους διαβάζοντας τα «σχολιανά» τους. Γιατί ήταν εμφανής η πρόθεση και όλοι το σέβονταν αυτό.

Η υγεία του πέρασε από πολλά σκαμπανεβάσματα. Οι ταλαιπωρίες που υπέστη δημιούργησαν αρκετά προβλήματα στον ασυμβίβαστο δημοσιογράφο.

Η αρχή του τέλους της αγωνιστικής πορείας του γράφτηκε μετά τον πόλεμο. Αν και δεν αναφέρεται πουθενά «για το φόβο των Ιουδαίων» φαίνεται ότι τον έφερε κοντά στο θάνατο μια ακόμα επίθεση από πολέμιους της πέννας του. Είδε το χάρο με τα μάτια του και δεν ανένηψε ποτέ. Μια δύσπνοια δεν του επέτρεπε να γράφει όπως παλιά. Αναγκάστηκε να δώσει τη σκυτάλη σε μια ακόμα ασυμβίβαστη πέννα του Ρεθύμνου το δικηγόρο Νικόλαο Ανδρουλιδάκη από τις μεγάλες μορφές του τόπου. Ένα μεγάλο αγωνιστή που γνώρισε και τη φρίκη των γερμανικών στρατοπέδων.

Ο Λυκούργος δεν ένοιωσε ποτέ απαλλαγμένος από το «μικρόβιο» της δημοσιογραφίας. Κι όταν ένοιωθε την ανάγκη να τον πνίγει υπαγόρευε κείμενα που δεν χρειάζονταν υπογραφή, γιατί οι αναγνώστες του τα αναγνώριζαν αμέσως. Ποιος δεν αναγνωρίζει μια τόσο μοναδική γραφή.

Είχε καταφέρει να πλησιάσει πολύ την τοπική κοινωνία. Να ξέρει εκ των έσω τα κοινωνικά προβλήματα και να παίρνει θέση.

Φύση δημοκρατική δεν εννοούσε, γιατί έπειτα από όσα συνέβησαν το 1965, οι αγωνιστές της Δημοκρατίας δεν έθεταν ευθέως καθεστωτικό ζήτημα, αφού το είχε θέσει ο λαός στην ψυχή του. Κι αφού δεν μπορούσε να γράψει υπαγόρευσε στο γιο του τρία άρθρα που άφησαν εποχή. Αυτά με τον τίτλο «Καθεστωτικό» δημοσιεύτηκαν 24, 25 και 26 Αυγούστου του 1965 στο «Βήμα». Ήταν το κύκνειο άσμα του.

Ήταν 14 ολόκληρα χρόνια αυτά που πέρασε ο Λυκούργος Καφφάτος μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Μοναδική του παρηγοριά η γυναίκα του και τα παιδιά του που με συγκινητική αφοσίωση του παραστέκονταν και τον παρηγορούσαν με την αγάπη και τη στοργή του. Ήταν και οι φίλοι του που του γέμιζαν τις άδειες ώρες του με την κεφάτη παρουσία τους. Έτσι τον βρήκε ο θάνατος.

Πέθανε στις 3 του Νοέμβρη του 1965.

Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε έντονη συγκίνηση στην τοπική κοινωνία. Η προσέλευση για τον τελευταίο αποχαιρετισμό είχε πάρει τις διαστάσεις λαϊκού προσκυνήματος. Ώρες πριν την κηδεία κόσμος συνέρρεε για να τον αποχαιρετήσει.

Με πάνδημη συμμετοχή έγινε η κηδεία του και τιμές απέδωσε η Φιλαρμονική του Δήμου. Το φέρετρο κρατούσαν φίλοι του νεκρού και μικρά κορίτσια ακολουθούσαν με κάνιστρα γεμάτα λουλούδια. Ήταν μια επιβλητική πομπή που ξεκίνησε από την οικία του Λυκούργου στην οδό Μελισσινού, κατέληξε στο Μητροπολιτικό Ναό όπου εψάλη η νεκρώσιμη ακολουθία χοροστατούντος του Μητροπολίτη Λάμπης και Σφακίων Ισιδώρου συμπαρασταστούμενου από όλο τον ιερό κλήρο. Το μεγάλο δημοσιογράφο αποχαιρέτησε ο επιστήθιος φίλος του Νίκος Ανδρουλιδάκης, στον οποίο ο Λυκούργος είχε εμπιστευθεί την εφημερίδα του, όταν δεν ήταν πια σε θέση λόγω προβλημάτων υγείας να διευθύνει. Μια ωραία νεκρολογία δημοσίευσε και ο Κώστας Αντωνάκης.

Η είδηση της αναχώρησης του Λυκούργου Καφφάτου προκάλεσε συγκίνηση και στο δημοσιογραφικό κόσμο όπως διαπιστώνουμε διαβάζοντας τον τοπικό τύπο.

Μνημειώδης η νεκρολογία του Μανώλη Καλαϊτζάκη που αξίζει να αναφερθεί ότι την υπαγόρευσε τηλεφωνικά γιατί τότε λόγω σπουδών απουσίαζε από το Ρέθυμνο. Ένα κείμενο που αποτελεί μνημείο γραφής.

Αποκαλούσε τον Λυκούργο Καφφάτο «Πρύτανη της Δημοσιογραφίας» και το εννοούσε.

Αυτός ήταν ο Λυκούργος Καφφάτος που έγραψε τη δική του ιστορική πορεία στον τόπο με το «Βήμα», την εφημερίδα που της είχε δώσει το μεγάλο κύρος της ασυμβίβαστης πέννας του.