20 °C Rethymno, GR
01/10/2020

ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ

Μάνες της οδύνης και των πέτρινων χρόνων

Η μητρική οργή έγραψε και την πρώτη πράξη αντίστασης μετά τη Μάχη της Κρήτης

H Μάνα είναι πάντα η μοναδική. Άσημη ή διάσημη, άγγελος ή δαίμονας, πλούσια ή φτωχή, μία είναι η μάνα.

Με το σημερινό μας αφιέρωμα λόγω της γιορτής της, θα ήταν καλό να ανατρέξουμε σε κάποιες άλλες μάνες που βίωσαν το απερίγραπτο μαρτύριο να δουν το παιδί τους στα κάτεργα, επειδή διψούσαν για λευτεριά.

Ας θυμηθούμε μερικές από τις τραγικές αυτές μάνες.

Στις 28 Αυγούστου 1941, αιφνιδιάζει το χωριό. Όρος ο φρικτός εκείνος γενίτσαρος των ναζί ο Σούμπερτ με τους άνδρες του, που είχε ήδη αρχίσει να δραστηριοποιείται σπέρνοντας καταστροφή από όπου περνούσε. Στόχος του ήταν να μάθει από τον παπά και τον πρόεδρο του χωριού που έκρυβαν τις λίρες που τους έδιναν οι Άγγλοι που φυγάδευαν. Αυτό ήταν μια φρικτή συκοφαντία και από αυτόν που τους πρόδωσε και που σκεφτόταν, μάλλον, κρίνοντας εξ ιδίων.

Στο διάστημα των συλλήψεων και των ανακρίσεων βρήκε την ευκαιρία η ατρόμητη παπαδιά Ευαγγελία Ξυδάκη να κάψει στο τζάκι σοβαρά στοιχεία από την αντιστασιακή δράση του συζύγου της και κυρίως επιστολές ευγνωμοσύνης από όλους εκείνους τους συμμάχους που είχε περιθάλψει και φυγαδεύσει στη Μέση Ανατολή. Μόλις που πρόλαβε να απαλλαγεί από τα ενοχοποιητικά στοιχεία όταν τα «παλικάρια» του Σούμπερτ όρμησαν στο σπίτι της. Άρχισαν να τη χτυπούν ανελέητα για να μαρτυρήσει που κρύβεται ο άνδρας της κι αν ξέρει για λίρες από τους Άγγλους. Η ατρόμητη γυναίκα κράτησε το στόμα της κλειστό.

Το πιο φρικτό μαρτύριο για μια μάνα

Τότε κατά την προσφιλή συνήθεια εκείνου του τερατόμορφου Γερμανού, αποφασίστηκε να ασκηθεί και ψυχολογικός εκβιασμός στην πρεσβυτέρα για να ομολογήσει.

Έπιασαν το μικρό της αγόρι το Νίκο, που ήταν κάπου οκτώ χρόνων, το κρέμασαν ανάποδα από ένα δοκάρι κι άρχισαν να το χτυπούν ανελέητα μπροστά στη μητέρα του. Εκείνη πάλι άντεξε και αυτό το μαρτύριο. Στάθηκε ακλόνητη ακόμα κι όταν ένας από τα θηρία του Σούμπερτ έβγαλε ένα μαχαίρι και προφασίστηκε πως θα γδάρει ζωντανό το παιδί.

Μάνα και γιος στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Είδαν κι απόειδαν τα κτήνη του Σούμπερτ κι έφυγαν για να ξεσπάσουν σε άλλους αθώους την οργή τους, γιατί απέτυχε η αποστολή τους. Η πρεσβυτέρα Ευαγγελία δεν συνήλθε ποτέ από την περιπέτειά της αυτή. Προβλήματα υγείας κυρίως από την καρδιά της την ταλαιπωρούσαν μέχρι το τέλος της ζωής της.

Η πρεσβυτέρα Αθηνά Αλεβυζάκη

Μεγάλη ήταν και η προσφορά της πρεσβυτέρας για την οποία αναφέρει σχετικά ο Πάτρικ Λι Φέρμορ, απαντώντας σε επιστολή της Μαρίας Τσιριμονάκη, στην οποία του ζητούσε στοιχεία για την παπαδιά στο πλαίσιο των ιστορικών της ερευνών.

«Κανείς από μας που είμαστε σ’ αυτή την περιφέρεια της Κρήτης ποτέ δεν θα λησμονήσει την κυρία Αθηνά, την παπαδιά δηλαδή στις Αλώνες και γυναίκα του παπα-Γιάννη Αλεβυζάκη.

Η στάση της απέναντί μας -στους περιπλανώμενους Εγγλέζους, Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς και λίγο αργότερα τους νέους αξιωματικούς και ασυρματιστές της αποστολής- ήταν καθαρά μητρική. Εγώ ανήκω στη δεύτερη κατηγορία. Στην αρχή κάθε φορά που περνούσαμε από εκεί, στο κλασικό μυστικό δρόμο μας, τα μονοπάτια που πήγαιναν από τα ριζίτικα χωριά -Ασή Γωνιά-Βιλανδρέδο-Αλώνες-Γερακάρι- εκοιμούμεθα στο σπίτι, αλλά λίγο αργότερα όταν είχαμε σταθμό ασυρμάτου σε μικρή απόσταση από το χωριό σε μια καλύβα, μας τάιζε συνέχεια, βδομάδες ολόκληρες, μήνες και αισθανθήκαμε πραγματικά σαν τα παιδιά της.

Έστελνε το φαγί, απάνω στο λημέρι, με τον παπα-Γιάννη τον ίδιο, τον Σήφη, τον Λευτέρη, τη Μαρία ή τον Γιώργη ή με κάποιο συγγενή Νουφράκη, και κάποτε το ‘φερνε η ίδια σ’ ένα καλάθι.

Θυμάμαι τόσο καλά το πρόσωπό της, όλο καλοσύνη, με μια μικρή δόση λύπης, αλλά για μας πάντα καλοσύνη και στενοχώρια δια τους γονείς μας: «Η καημένη η μητέρα σου, που να ξέρει που είσαι τώρα; Τόσο μακριά από το σπίτι;».

Ήταν ένα τεράστιο πλήγμα όταν οι Γερμανοί πιάσανε το Σήφη, δυστυχώς μ’ ένα γράμμα δικό μου, προς τον πατέρα του στην τσέπη-και μετά τον εκτελέσανε στην Αγιά.

Η στάση της παπαδιάς Αθηνάς και του παπα-Γιάννη ήταν υπέροχη! Τεράστια λύπη αλλά και μεγάλη αξιοπρέπεια, χωρίς θόρυβο. Ένα μείγμα θρησκείας και πατριωτισμού στην πιο απλή και αγνή σημασία των λέξεων, ήταν το στήριγμά τους».

Άκουγε η άτυχη γυναίκα το παιδί της να βασανίζεται στο πλαϊνό δωμάτιο και υπέμενε το μαρτύριο με ατσάλινη ψυχή για να μην έχουν την ίδια τύχη και οι αγωνιστές της λευτεριάς που πολλές φορές εύρισκαν καταφύγιο στο σπίτι της.

Η Ελένη Μαθιουδάκη

Είχαμε και άλλες μάνες στα πέτρινα χρόνια που σήκωσαν το δικό τους σταυρό αδιαμαρτύρητα.

Μια από αυτές η Ελένη Μαθιουδάκη σύζυγος του μεγάλου αγωνιστή Γιάννη Μαθιουδάκη.

Εκείνες οι σφαίρες που χάρισαν την αθανασία στον ήρωα σύντροφό της έγραψαν και την αρχή ενός δράματος που δεν απασχόλησε ποτέ τους ιστορικούς.

Και γιατί να τους ενδιαφέρει μια 27χρονη γυναίκα, με αρχοντικό παράστημα, που έμεινε να θρηνεί τον αγαπημένο της με ένα παιδί μόλις 8 χρόνων;

Μόλις έγινε το κακό η άμοιρη γυναίκα βρήκε διέξοδο στον πόνο που έσκιζε τα σωθικά της συνεχίζοντας τη δράση του συζύγου της, όπου της όρισε η οργάνωση που ανήκε.

Έπειτα ήρθε ο καιρός που η ελληνική κοινωνία προσπαθούσε να κλείσει τις πληγές της. Η χήρα του Γιάννη Μαθιουδάκη πήρε μια σύνταξη για να ζήσει. Όσο όμως κι αν υπολογίστηκαν οι βαθμοί που θα έπαιρνε ο άνδρας της, αν ζούσε, εξαντλώντας την ιεραρχία της εκπαίδευσης, ένα ποσόν που μόλις έφθανε για να συντηρηθεί ένα άτομο μπήκε στο σπίτι.

Μας λέει χαρακτηριστικά ο γιος της Μανόλης Μαθιουδάκης:

«Κείνα τα δύσκολα χρόνια δεν έφτανε ποτέ το φαγητό και για το βράδυ. Τότε η μητέρα μου εύρισκε διάφορες προφάσεις για να πάρω εγώ τη μερίδα της. Πότε ήταν αδιάθετη, πότε πονούσε το στομάχι της. Με φρόντιζε όσο έτρωγα κι έβλεπα στα μάτια της μια ικανοποίηση που μόνο πολύ αργότερα καταλάβαινα τι μπορεί να σημαίνει».

Αλλά παρά την τρυφεράδα που έδειχναν οι πράξεις της ποτέ δεν έχασε την αυστηρότητά της προσπαθώντας να είναι και μάνα και πατέρας για το παιδί της.

«Από μικρό παιδί, μας λέει ο κ. Μανόλης Μαθιουδάκης, με είχε μάθει να μην επιβαρύνω τους άλλους. Το κρεβάτι μου έπρεπε να στρωθεί από τα δικά μου χέρια. Τα πράγματά μου έπρεπε να είναι νοικοκυρεμένα στη θέση τους. Μου έλεγε συχνά η μάνα μου «Δεν ζεις σε ξενοδοχείο. Να μάθεις να μην τα περιμένεις όλα από τους άλλους. Θα θυμάσαι πως οι άλλοι δεν είναι δικοί σου υπηρέτες. Ούτε και συ βέβαια θα υπηρετείς εκείνους που δεν έχουν ανάγκη. Να έχεις έγνοια μόνο για κείνους που είναι ανήμποροι και σε χρειάζονται. Να υπηρετείς το δίκιο και τις ανθρώπινες αξίες».

Κι ήρθαν τα χρόνια της εφηβείας για το Μανόλη.

Από νωρίς αυτή η θαυμάσια γυναίκα φρόντισε να δώσει αρχές και νόημα ύπαρξης στο παιδί της.

»Να μάθεις του έλεγε συχνά, πως η γυναίκα αξίζει το σεβασμό. Ιδιαίτερα στη γειτονιά σου πρέπει να είσαι το παράδειγμα. Μην ακούσω κακομοίρη μου πως δεν σεβάστηκες τους ανθρώπους που σου λένε την καλημέρα τους και σ’ εμπιστεύονται».

Όμως η κυρία Ελένη υποχρεώθηκε και άλλες φορές να φανεί αυστηρή προκειμένου να διαπαιδαγωγήσει σωστά το παιδί της.

Θυμάται ο γιος της και χαμογελά.

«Μεταξύ των πολλών αρετών της η μητέρα μου είχε και το χάρισμα της συνέπειας και της ακρίβειας.

Έτσι χρειάστηκε μια δυο φορές που σαν νέος κι εγώ άργησα να επιστρέψω στο σπίτι να υποστώ τις συνέπειες της αργοπορίας μου. Βρήκα την πόρτα κλειδωμένη και έμεινα έξω να κόβω βόλτες στο πεζοδρόμιο …Και το ωραίο δεν ξέρετε ποιο είναι. Με τον τρόπο που με μεγάλωνε δεν ένοιωσα πικρία για την τιμωρία μου. Ήξερα ότι δίκαια έπασχα. Αυτό είχε καταφέρει σε μένα η μάνα μου. Και την ευγνωμονώ».

Μένουμε λίγο ακόμα στην οικογένεια Μαθιουδάκη. Η δύσμοιρη μάνα που θρήνησε το χαμό του Γιάννη της, πέρασε πολλές ακόμα πίκρες. Εκλιπαρούσε μια ζωή να δει έστω για δευτερόλεπτα το γιο της Αλέκο που πέρασε χρόνια σε φυλακές κι εξορίες. Και υπέμεινε αμέτρητες ταπεινώσεις για την ευκαιρία αυτή αλλά πάντα με το κεφάλι ψηλά όπως κάθε αγωνίστρια.

Δεν άντεξε το χαμό της κόρης

Μια ακόμα τραγική μάνα η πρεσβυτέρα του παπα-Μάρκου Πλυμάκη

Είχε χάσει τη κόρη της που ήταν ένα χαρισματικό πλάσμα. Κι εκεί που έσκυψε η τραγική μητέρα η παπαδιά να νεκροφιλήσει το παγωμένο πρόσωπο της θυγατέρας της, έπεσε νεκρή. Δεν άντεξε η πληγωμένη καρδιά της αυτή τη δοκιμασία.

Την άλλη μέρα δυο φέρετρα περνούσαν από την αγορά με τα ερμητικά κλειστά μαγαζιά σε ένδειξη πένθους για τη διπλή συμφορά στην ενορία τους.

«Διπλή συμφορά αισχυλείου πλοκής…» όπως θα έγραφε την επομένη ο τύπος.

Ένας θρήνος γέμιζε ανατριχίλα την ατμόσφαιρα. Το Ρέθυμνο ζούσε μια από τις πιο πικρές στιγμές στα χρονικά του. Μητέρα και γιαγιά που πετούσαν αγκαλιασμένες για τον τόπο της αιώνιας γαλήνης.

Η πρώτη πράξη αντίστασης

Η πρώτη πράξη αντίστασης στο Ρέθυμνο μετά την πτώση των αλεξιπτωτιστών οφείλεται στην οργή μιας μάνας που είδε να μη σέβονται οι Ούνοι εισβολείς ούτε το πένθος της. Η Ευαγγελία Πολιουδάκη, μόλις είχε θάψει το γιο της που εκτέλεσαν οι ναζί σε αντίποινα για την Μάχη της Κρήτης.

Εκεί που έκανε στα τριήμερα το κόλλυβο για το αδικοχαμένο της παιδί μπαίνουν Γερμανοί στην αυλή κι ένας από αυτούς κλώτσησε το πιάτο με το στάρι.

Έξαλλη η χαροκαμένη μάνα, πήρε ένα ξύλο κι αδιάφορη για τις συνέπειες όρμησε να χτυπήσει το Γερμανό. Μια ριπή από το όπλο ενός άλλου που ερχόταν την έριξε νεκρή. Ίδια τύχη περίμενε και τον άντρα της Παναγιώτη που έτρεξε να τη βοηθήσει.

Πόσες και πόσες ακόμα οι εμβληματικές μορφές που τίμησαν την υψηλή αποστολή της μάνας κι έγραψαν τη δική τους ιστορία.

Ας μεταφερθούμε τώρα στην αποφράδα εκείνη μέρα της 22 Αυγούστου 1944. Οι Γερμανοί ζώνουν και το Γερακάρι εφαρμόζοντας το ολέθριο σχέδιό τους για το ολοκαύτωμα των χωριών του Κέντρους.

Η Αθηνά Μαρνιέρου βλέπει τους Γερμανούς να σιμώνουν στο σπίτι της και ανησυχεί για το γιο της Γιώργο.

Ανοίγει το σεντούκι παίρνει ρούχα της γιαγιάς και τα προτείνει στο παιδί της. Τον παρακαλεί να ντυθεί με αυτά για να γλιτώσει τη σύλληψη. Ο γιος της γίνεται έξαλλος.

– Εγώ μάνα δεν ξεγιβεντίζομαι της λέει.

Και ακολουθεί τη μοίρα του περνώντας στην αθανασία.

Η Αθηνά δεν ξεπέρασε ποτέ αυτό το πλήγμα. Μέχρι τα βαθειά της γεράματα πενθούσε το Γιώργη της κι έκλαιγε το χαμό του.

Μια ακόμα μάνα των πέτρινων χρόνων που ανέβηκε Γολγοθά μαρτυρίου η Σοφία Πραματευτάκη. Ο γιος Μανούσος Γραμματέας της ΕΠΟΝ ήταν από τα θύματα του Γενάρη 1945. Όταν της τον έφεραν νεκρό έκλαψαν και οι πέτρες. Κι εκείνη δεν ξεπέρασε ποτέ τον πόνο αυτής της δοκιμασίας.

Μια γυναίκα που δεν έχει σημασία το όνομά της στη διάρκεια της Κατοχής δεν άντεξε να βλέπει τα τέσσερα παιδιά της να λιμοκτονούν. Πήγε λοιπόν και ζήτησε δουλειά στη Κομαντατούρ. Έφευγε κάθε μέρα με τρόφιμα αλλά και πληροφορίες που τη βοηθούσαν να απαλύνει τη ντροπή για την απόφασή της. Ελάχιστοι όμως γνώριζαν την μεγάλη αποστολή της να βοηθά την Αντίσταση με ό,τι της ζητούσαν οι επικεφαλής. Οι περισσότεροι την κοιτούσαν με περιφρόνηση. Και ποτέ δεν δικαιώθηκε η τραγική αυτή μάνα. Αξιώθηκε όμως να καμαρώσει τα παιδιά της επιστήμονες.

Και για να απαλύνουμε τη σκέψη ας καταθέσουμε ένα στεφάνι τιμής σε δυο ακόμα μάνες. Δεν θα αναφέρω όνομα από σεβασμό στις σπουδαίες αυτές αλλά και τόσο σεμνές γυναίκες.

Η μια που πέθανε πρόσφατα είχε την ατυχία να αρρωστήσει το παιδάκι της με μια σπάνια ασθένεια. Τη θυμάμαι να το κρατά πάντα από το χεράκια για να κάνει τις ασκήσεις του. Πήγαινε πάνω κάτω, ώρες ατέλειωτες, ακούραστη με την ελπίδα στο βλέμμα. Κι αν μη τι άλλο έδινε τόση αγάπη στο ανήμπορο παιδί της, το έκανε να νοιώθει τόσο σημαντικό που πιστεύουμε πως κι αυτή μόνο η θύμηση αρκεί για να κάνει τη ζωή αυτού του παιδιού λιγότερο μελαγχολική.

Η άλλη γυναίκα και καλή μου φίλη και συνάδελφος μετά από μεγάλο κόπο απέκτησε τα παιδιά της. Κι έτυχε το ένα να έχει πρόβλημα ακοής. Κάποια άλλη στη θέση της θα κατέθετε τα όπλα. Η γλυκιά μου η φίλη ξόδεψε τα καλύτερα χρόνια της ζωής της για να δώσει στο παιδί της κάθε δυνατότητα να ξεπεράσει το πρόβλημά του.

Δεν ξέρω τι απέγινε από πλευράς της φυσικής αυτής αδυναμίας. Το παιδί αυτό όμως σπούδασε κι έκανε όπως και η αδελφούλα του τόσο περήφανη την υπέροχη μάνα τους. Οι κόποι της δικαιώθηκαν και τώρα απολαμβάνει ευτυχισμένη τον καρπό του μόχθου της με το θαυμασμό όλων των φίλων της να την περιβάλλει.