26 °C Rethymno, GR
25/09/2020

ΟΤΑΝ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΕΜΠΝΕΕΙ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΗΜΕΡΑΣ

Ματθαίος Καπετανάκης: «Δημιουργία σημαίνει με λίγα να κάνεις πολλά»

Με σειρά ντοκιμαντέρ ο νέος δημιουργός προβάλλει την κρητική φύση

Από τα κρίσιμα θέματα που αφορούν την εποχή μας το περιβάλλον. Είναι αρκετοί αυτοί που ασχολούνται αλλά χρειαζόταν ένας αποκλεισμός λόγω πανδημίας για να γνωρίσουμε και άλλους που είναι δίπλα μας, έτυχε να συνεργαστούμε, χωρίς όμως να ξέρουμε και τις σπουδαίες επιδόσεις τους στην περιβαλλοντική. Όπως ο Ματθαίος Καπετανάκης που γνωρίσαμε την άλλη του ιδιότητα, αυτή του δημιουργού, μέσα από το ντοκιμαντέρ «Της Ηούς – Aurora».

Το ντοκιμαντέρ «Της Ηούς – Aurora» παρουσιάζει περιβαλλοντικό ενδιαφέρον με αναφορές στην στενά ενδημική τουλίπα του Ρεθύμνου και την ανθρώπινη παρουσία στης Γιους τον Κάμπο και την κοινωνική μετάβαση, από την διαμονή επί τόπου των καλλιεργητών πριν δεκαετίες, μέχρι τους φυσιολάτρες από όλο τον κόσμο. Και ομολογούμε ότι μας κατέπληξε η προσέγγιση στο θέμα αυτό του Ματθαίου, που γι’ αλλού ξεκίνησε κι αλλού τον οδηγούν τα όνειρα και οι δεξιότητές του.

Ο Ματθαίος Καπετανάκης ξεκίνησε με το όνειρο της δημοσιογραφίας. Κάπου φέρω και την ευθύνη, αφού ήταν από τους εξέχοντες μαθητές στο τμήμα δημοσιογραφίας του Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου, όπου δίδασκα κάποιο διάστημα. Κι ο Μάνθος με το πάντα σκεπτικό ύφος και το ονειροπόλο βλέμμα φαινόταν ότι «το έχει» για να προχωρήσει στο δικό μας χώρο. Πάνω από όλα ήξερε να εκφράζεται.

Μετά το Λύκειο ο Μάνθος σπούδασε δημόσια διοίκηση, δημόσια οικονομική στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, βρήκε και μια καλή δουλειά αλλά η δημοσιογραφία τον «καλούσε» επίμονα. Κι εκείνος ανταποκρίθηκε.

Αρχικά εργάστηκε ως χειριστής κάμερας σε τηλεοπτικό σταθμό των Χανίων, μέχρι που έφυγε για την στρατιωτική του θητεία και εν συνεχεία μια Πρωτομαγιά, παρέδωσε το πρώτο του ρεπορτάζ ως δημοσιογράφος, αντικαθιστώντας μέσα σε δύο βδομάδες, μια συνεργάτιδα που επιθυμούσε να αποχωρήσει. Εντατικά τα επόμενα χρόνια παρέδιδε 21 τηλεοπτικά ρεπορτάζ την εβδομάδα. Ωστόσο, ήρθε και η κοινωνιολογία στη ζωή του, με τις μεταπτυχιακές σπουδές που παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ένα καθοριστικό βήμα στη ζωή του που ξεκίνησε να του δίνει μια διαφορετική οπτική και προοπτική στην εργασία του και όπου ευτυχώς πρόλαβε να ολοκληρώσει τα μαθήματα που έπρεπε να φέρει εις πέρας, πριν η κρίση μεταβάλει σε ακόμα πιο ασφυκτικές τις συνθήκες εργασίας, απομένοντας μετά, η εκπόνηση της διπλωματικής.

Το πρώτο βήμα

Η συνεργασία του με τον καθηγητή Κοινωνιολογίας Μηνά Σαματά στην παραγωγή ενός ντοκιμαντέρ με αφορμή την επέτειο της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης, στάθηκε αφορμή να βρει νέα λεωφόρο έκφρασης. Γιατί μια λεωφόρο ανοίγει η σύγχρονη τεχνολογία σε όποιον θέλει να μπορεί να εκφραστεί με λόγο και εικόνα.

Η αποσπασματική του προβολή στο επετειακό συνέδριο ήταν αρκετή για να πάρει την πρώτη επιβεβαίωση της προσπάθειάς του και να προχωρήσει παρακάτω.

Το ντοκιμαντέρ προβλήθηκε σε φεστιβάλ ανά την Ελλάδα, στο Ρέθυμνο είχε προκαλέσει αντιδράσεις η δεύτερη προβολή, όμως όταν ειδώθηκε και το δεύτερο μέρος του, τα πνεύματα ηρέμησαν…

Με αυτές τις αφορμές είχαμε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με το νέο δημιουργό που απάντησε σε ερωτήσεις μας όπως:

Ποια είναι η άποψή σου για τις ταινίες μικρού μήκους;

Αναφορικά με τις ταινίες μικρού μήκους, θεωρώ ότι είναι μια καλή ευκαιρία για νέους δημιουργούς να έρθουν σε επαφή με την 7η τέχνη και το κοινό, σε έναν γόνιμο διάλογο στα πρώτα τους βήματα, όσο διαμορφώνεται η ταυτότητά τους και η σφραγίδα τους. Έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής, περνούν πιο άμεσα και δυναμικά τα μηνύματά τους και είναι ένα καλό προστάδιο για να μπορέσει κάποιος σταδιακά, να καταφέρει να προσελκύει και να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού για όλο και μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ακόμα και η διάρκεια των ταινιών μικρού μήκους διαφέρει από φεστιβάλ σε φεστιβάλ και στο που κατατάσσει η εκάστοτε επιτροπή τα έργα. Το δια ταύτα είναι να μπορεί κάποιος να κρίνει σωστά το πόση διάρκεια θα πρέπει να έχει η ταινία, ώστε να αποδοθούν γόνιμα τα όσα επιθυμεί το σύνολο των βασικών συνεργατών ή και ο μοναχικός δημιουργός.

Ποια θέματα σε ελκύουν περισσότερο;

Σίγουρα με ελκύουν πολύ τα περιβαλλοντικά θέματα. Από τότε που στο γυμνάσιο κλήθηκα να γράφω εκθέσεις στα γαλλικά για τις ανάγκες των εξετάσεων και για περιβαλλοντικά θέματα, όπως η τρύπα του όζοντος, η αποψίλωση των δασών, το φαινόμενο του θερμοκηπίου… ήταν μια ένδειξη που ανέκαθεν με συντροφεύει. Αργότερα στο λύκειο, οι εκπαιδευτικοί μας ενθάρρυναν να διαβάσουμε για θέματα που μας αφορούν μέσα στην ευρωπαϊκή οικογένεια και με μια έκθεση που έγραψα ήρθε το εισιτήριο για το πρόγραμμα Euroscola, όπου ήμουν πρόεδρος της επιτροπής περιβάλλοντος των εφήβων «ευρωβουλευτών» στο Στρασβούργο. Εκεί… έκανα ο ίδιος τον διερμηνέα στα παιδιά που ενδιαφέρονταν πραγματικά για την κατάρτιση της εισήγησής μας στην ολομέλεια με αποτέλεσμα να με αποκαλέσει η διερμηνέας, «αντικομφορμιστή», κάτι που τότε αγνοούσα τη σημασία του. Στα Γαλλικά, τα Αγγλικά και τα Γερμανικά, έχουν προστεθεί πια τα Ισπανικά και λίγα Ιταλικά, όμως στα Ελληνικά και δη στο συντακτικό της Αρχαίας Ελληνικής, είναι η όλη μαγεία της νόησης.

Παράλληλα, η διπλωματική μου στο τμήμα Κοινωνιολογίας με κύριο επόπτη την καθηγήτρια Μαρία Κούση, είχε ως θέμα το περιβάλλον και τη βιώσιμη κοινοτική ανάπτυξη στη Σητεία, στο ανατολικό άκρο του νησιού μας. Μου κέντρισε το ενδιαφέρον η μελέτη της περιοχής, γιατί όπως π.χ. ακούω τον πατέρα μου να αναφέρεται στο πως έζησε την μεταμόρφωση του Ρεθύμνου από χωριό σε πόλη, αντίστοιχα το έζησα αυτό για τη Σητεία, τον τόπο καταγωγής της μητέρας μου, όπου είδα τα αμπέλια να γίνονται ελιές και μετά… σπίτια.

Το ντοκιμαντέρ «Της Ηούς – Aurora» παρουσιάζει περιβαλλοντικό ενδιαφέρον με αναφορές στην στενά ενδημική τουλίπα του Ρεθύμνου και την ανθρώπινη παρουσία στης Γιους τον Κάμπο και την κοινωνική μετάβαση, από την διαμονή επί τόπου των καλλιεργητών πριν δεκαετίες, μέχρι τους φυσιολάτρες από όλο τον κόσμο. Στο ντοκιμαντέρ αυτό εμφανίζεται και η γιαγιά μου που αφηγείται πως πριν 60 χρόνια, μέρα παρά μέρα πήγαιναν τροφή στην αδερφή τους, εκ περιτροπής με την αδερφή της και επέστρεφαν στο χωριό, το Κεντροχώρι με τη σοδειά.

Μίλησέ μας και για τα άλλα σου δημιουργήματα.

Η «Μα, ρίκα! – Marika! (but, listen!)» αφηγείται μια εθνογραφική ιστορία για τον θρύλο που συνοδεύει την Παναγιά την Γαλακτοκτισμένη στην Ρίζα και το Παρασπόρι Σητείας. Στην αφήγηση, η Σητειακιά μου γιαγιά με καταγωγή από το Χαμέζι κι όμως επί τόπου, ανακαλύψαμε κάτι που αγνοούσαμε. Μια δεύτερη θεία μου, μας έδειξε στο εσωτερικό του ναού, ένα καδράκι με δαχτυλογραφημένο σε έμμετρο λόγο τον σχετικό θρύλο και πίσω το ονοματεπώνυμο του προπάππου μου, Ζαχαρία Μαυράκη, που ακόμα και τώρα θυμούνται ως ο «ποιητής» στο χωριό.

«ΣΑΟΡ αντανάκλαση της κρίσης; – SAOR a crisis reflection?» ήταν το ντοκιμαντέρ που ήγειρε κάποιες αντιδράσεις που κατευνάστηκαν επί του αποτελέσματος, ενώ ο «θύσανος – tassel» του Νίκου Γλυνιά, έδωσε στο κοινό κάτι από την κοσμοθεωρία του Ρεθεμνιώτη ζωγράφου και ιστορικού με αυτό το τόσο εντυπωσιακό ταλέντο στα χέρια του και την τόσο αεικίνητη πνευματική δύναμη να διεκδικήσει το κομμάτι του στην ιστορία, αφού του είχαν απαρνηθεί την αναγνώριση της διατριβής του προ δεκαετιών και τώρα συγγράφει, επικαιροποιώντας.

Η δημοσιογραφία μπορεί να περνά μηνύματα μέσα από την τέχνη;

Εδώ ανοίγει ένα επίπονο κεφάλαιο. Από τότε που έλαβα τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών μου, προσπαθούσα να ξεκινήσω διδακτορικές σπουδές. Κάποιοι επιθυμούσαν να συνεργαστούμε λόγω της ενασχόλησής μου με τη δημοσιογραφία, ενώ κάποιοι αρνούνταν για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Αυτό που βιώνω και καταθέτω, είναι ότι μπορεί κάποιος κάλλιστα να ξεχωρίσει τη δημοσιογραφία από την κοινωνιολογία και την οιαδήποτε άλλη επιστήμη, εάν γνωρίζει τη μεθοδολογία για το καθετί και πως μπορεί να συμβάλει. Αυτό ήταν και ένα πρώτο μου έναυσμα για να παράξω ντοκιμαντέρ, το να δείξω ότι η δουλειά του δημοσιογράφου, εάν την διαχειριστεί κάποιος συνολικότερα και αντικειμενικά, μπορεί να αποδώσει τόσο στην τέχνη, όσο και στην επιστήμη. Οι κοινωνικοί επιστήμονες, εξάλλου, βασίζονται κατά κόρον στο δημοσιογραφικό έργο για τα επιστημονικά τους πονήματα, μελετώντας τον τύπο.

Έχεις πρότυπα στη δουλειά σου;

Πάντα στη δουλειά του δημοσιογράφου με ενδιέφερε να δω ποια ήταν η «πετριά» του καθενός να είναι τόσο αφοσιωμένος στο αντικείμενό του, όπως είμαστε κι εμείς οι δημοσιογράφοι, που βέβαια το έχουμε ανάγει πια σε τρόπο ζωής. Είναι κάτι που σε «πηγαίνει» περισσότερο στην κοινωνική ανθρωπολογία, στον πολιτισμό και στον άνθρωπο μέσα σε αυτόν. Το δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων και τις σκέψεις και τις επιδιώξεις του καθενός μέσα σε αυτό και ως μονάδα πια ενδιαφέροντος. Η διεπιστημονικότητα είναι ένα σημαντικό ζητούμενο στις μέρες μας. Στο εξωτερικό ναι μεν είναι διακριτές οι επιστήμες, όπως και στην Ελλάδα, όμως αντίστοιχα θεωρείται ότι ένας κοινωνικός επιστήμονας, μπορεί να σταθεί και στους συγγενείς κλάδους.

Πρότυπό μου είναι όλοι αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι που δεν στάθηκαν στο επιτελικό τμήμα της δουλειάς, να το μάθουν καλά και τέλος. Αλλά αυτοί που λίγο ως πολύ, εξελίσσονται και προσφέρουν αρτιότερα. Έτσι και θεωρώ ότι δεν έχω αφήσει τη μια δουλειά για την άλλη, αλλά προσπαθώ να εξελίσσομαι. Όταν έπιασα την κάμερα, το έκανα για να έρθω κοντά στη δουλειά του ρεπόρτερ. Μετά που επέστρεψα στην κάμερα, αλλά ήμουν πια και μοντέρ και ρεπόρτερ και όταν η ζωή ξεπερνά το σενάριο, όπως αρέσκομαι να αναφέρω, τότε ξεκινώ να τρέφω την ιδέα της δημιουργίας μιας ταινίας.

Εξάλλου το ότι επέστρεψα έτσι στη δουλειά, κάνοντας κάμερα-μοντάζ-ρεπορτάζ, μετά το λουκέτο του πρώτου καναλιού όπου εργάστηκα εντατικά, προέκυψε μετά τις δύο φορές που είχα την τιμή να αναλάβω την προβολή του Ρεθυμνιώτικου Καρναβαλιού, παράγοντας την εικόνα, τον ήχο, το κείμενο που έφευγε στα μέσα ενημέρωσης της Ελλάδας και διεθνώς, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό, παρότι βέβαια στο εξωτερικό είναι σύνηθες. Δεν ξέρω με σιγουριά που θα βρίσκομαι το φθινόπωρο για τις διδακτορικές μου σπουδές, αλλά γνωρίζω ότι για μένα είναι φυσική εξέλιξη η πορεία από την ηλεκτρονική δημοσιογραφία και την τέχνη της κάμερας και του μοντάζ, με τις παράλληλες σπουδές στην κοινωνιολογία, στην πορεία προς τις ταινίες οπτικής ανθρωπολογίας και τις αντίστοιχες σπουδές στον κλάδο αυτό της κοινωνικής ανθρωπολογίας.

Πώς βλέπεις τα Φεστιβάλ; Πόσο βοηθούν τους νέους δημιουργούς;

Σίγουρα τα φεστιβάλ είναι ό,τι καλύτερο για έναν νέο και όχι μόνο δημιουργό, γιατί εκεί τόσο οι νέοι μαθαίνουν από την εμπειρία των παλαιοτέρων, αλλά και οι παλαιότεροι αναζωογονούνται δια της επαφής με την νέα γενιά. Η ηθική αμοιβή βέβαια, εναπόκειται στην άμεση ανατροφοδότηση που λαμβάνεις από το ίδιο το κοινό, που είναι διαφορετικό σε κάθε πόλη, αλλά έχει ως συνισταμένη την αγάπη για τις ταινίες τεκμηρίωσης.

Μπορεί το διαδίκτυο να προβάλει καλύτερα ένα νέο δημιουργό;

Νομίζω ότι κι αυτό εξαρτάται από τον ίδιο τον δημιουργό, ανεξαρτήτως ηλικίας. Σίγουρα, οι νεότεροι έχουν μια παραπάνω ευχέρεια στο να χειριστούν τα νέα μέσα της τεχνολογίας, αλλά όπως π.χ. πριν 10 χρόνια δεν ήταν και τόσο συνήθης η μεταγλώττιση των λεγόμενων των τουριστών σε ένα ρεπορτάζ, ενώ πια τα καλοκαίρια είναι ένα ρεπορτάζ που το περιμένει ο αρχισυντάκτης ή και η χρήση των social media, ως πηγή για ρεπορτάζ, έτσι και ο καθένας που δημιουργεί κάτι, μπορεί να επικαλεστεί την μακρόχρονη εμπειρία του, ή να την αναζητήσει σε αξιόπιστες πηγές, όπως και να αξιοποιήσει τα σύγχρονα μέσα ή να αναζητήσει αντίστοιχα μια αξιόπιστη βοήθεια.

Εκεί είναι το κλειδί της σωστής και γόνιμης προβολής, στην εσωτερική αναζήτηση και στην εξωτερική συνεργασία. Όπως η γλώσσα είναι πρωτεϊκή και αλλάζει μορφές, έτσι και η ενημέρωση, η τέχνη και η επιστήμη. Στη δημοσιογραφία πια υπάρχει και η λεγόμενη… παραγωγή περιεχομένου, τα social media, θεωρούνται από τους δημοσκόπους ως πηγή ενημέρωσης πια. Η τέχνη μπορεί να έχει ηλεκτρονική μορφή και η επιστήμη αναγνωρίζει την ανάγκη της διεπιστημονικότητας.

Πάνω από όλα πάντως διαπιστώνουμε ότι βάζεις τη γνώση

Στο χέρι του καθενός μας είναι, η στάση μας στην αλλαγή, την εξέλιξη και τη βέλτιστη αξιοποίηση του κόσμου μέσα μας, δίπλα μας ή και πιο μακριά μας με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Και η ενδοσκόπηση… που για μένα ήρθε και από μια ξαδέρφη που είχα να δω 30 χρόνια και που θυμήθηκε όταν ήμασταν μικρά τα καλοκαίρια στη Σητεία της είχα πει ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος κι ας το ξέχασα στην πορεία, όμως πάντα ενστερνιζόμουν την παιδεία ως το ύψιστο αγαθό, που στα 37 μου σχεδόν χρόνια σημαίνει την έναρξη διδακτορικών σπουδών.