30 °C Rethymno, GR
08/07/2020

ΜΙΑ ΜΕΛΑΝΗ ΣΕΛΙΔΑ ΣΤΗΝ ΗΡΩΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

Μια ακόμα άποψη έγκριτου ερευνητή για τα γεγονότα του Γενάρη 1945

• Από το αρχείο Μάρκου Πολιουδάκη

Για τα γεγονότα του Ιανουαρίου 1945 στο Ρέθυμνο, έχουμε τις ενυπόγραφες μαρτυρίες του Μανόλη Κούνουπα που με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο περιγράφει τα θλιβερά εκείνα γεγονότα. Αυτά δημοσιεύσαμε στο χθεσινό μας φύλλο.

Από το αρχείο Μάρκου Πολιουδάκη που μας είχε εμπιστευθεί θα επανέλθουμε σήμερα, σταχυολογώντας μερικά ακόμα στοιχεία που έχουν όμως και την άποψη του αξέχαστου συγγραφέα – ερευνητή. Μας αναφέρει λοιπόν για τη χαλεπή εκείνη περίοδο ο αξέχαστος συγγραφέας της Μάχης της Κρήτης.

«Από τις αρχές του Οκτώβρη μέχρι της απόσυρση των Γερμανικών δυνάμεων από το Ρέθυμνο στις 13 Οκτωβρίου 1944, η προσπάθεια και η μέριμνα αρχηγού της ΕΟΡ Χρ. Τζιφάκη επικεντρώθηκε στο ξεσήκωμα όλων των δυνάμεων της ΕΟΡ απ’ όλο τον Νομό. Η εντολή του ήταν η προσέγγιση της πόλης του Ρεθύμνου απ’ όλα τα σημεία, με τη δημιουργία ενός κλοιού, με σκοπό την παρεμπόδιση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, από οποιαδήποτε πρωτοβουλία κατάληψης των Αρχών με το φεύγα των Γερμανών.

Υπό την ιδιότητά του ως Στρατιωτικός διοικητής του Νομού, στράφηκε εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ με το πρόσχημα της «διατηρήσεως με κάθε τρόπο, της τάξεως» και για τη μη συμμόρφωση του ΕΛΑΣ να κτυπά τους Γερμανούς που δεν συμμορφωνόταν με τις διαταγές του Σ.Σ.- Μ.Α. που διαβίβασαν υπευθύνου του Νομού. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ από τον Ψηλορείτη και το Μυλοπόταμο κατέβηκαν και στρατοπέδευσαν στη περιοχή Πηγής – Αγ. Δημητρίου και από κει στα περίχωρα της πόλης.

Οι κύριες γερμανικές δυνάμεις είχαν αποσυρθεί μέχρι το βράδυ της 12ης Οκτωβρίου, αφού είχαν παραλάβει ή καταστρέψει όλο το πολεμικό και λοιπό υλικό τους. Ανατίναξαν όλες τις γέφυρες, τις πούγκες, τα πολυβολεία και τα πυροβολεία που είχαν εγκαταστήσει στις ακτές, τις αποθήκες πολεμοφοδίων τους, όλες τις άλλες στρατιωτικές εγκαταστάσεις και το αεροδρόμιο Πηγής. Εγκατέλειψαν την πόλη οι τελευταίοι Γερμανοί το πρωί της 13ης Οκτωβρίου 1944 και φεύγοντας ανατίναξαν την ατσιπουλιανή γέφυρα. Οι ανταρτικές δυνάμεις εισήλθαν αμέσως στην πόλη και εγκαταστάθηκαν σε διάφορα κτίρια όπου προηγουμένως εστεγάζοντο οι Γερμανοί.

Οι Άγγλοι και οι διοίκηση της ΕΟΡ εγκατέστησαν το Αρχηγείο τους στην Κλινική Δανδόλου και στο σπίτι του δοσίλογου Ευάγγ. Φραγγιά, (σημερινό ξενοδοχείο Αχίλλειο στην Οδό Γιαμπουδάκη). Οι άντρες της ΕΟΡ πέταξαν στους δρόμους πολλά σακιά βύσσινα ξερά από τις αποθήκες του Φραγγιά, τα θυμάμαι σκορπισμένα στους δρόμους.

Όρισαν Φρούραρχο της πόλης τον Παύλο Γύπαρη και εγκαταστάθηκε στα στρατιωτικά οικήματα της Στρατολογίας, εγκατέστησε φυλάκια με άνδρες της ΕΟΡ σε επίκαιρα σημεία, άμμος πόρτα, ΒΙΟ, δυτική πλευρά του κήπου. Ομάδες Εθνικοφρόνων της ΕΟΡ κατέλαβαν το λόφο Ευλυγιά.

Τμήματα του ΕΛΑΣ κατέλαβαν την περιοχή Μύλους – Χρωμοναστήρι και το λόφο της Μεσκηνιάς. Εγκατέστησαν τη διοίκηση του 44ου Συντάγματος υπό τον Στρατή Βελουδάκη στο κτίριο της Επιστρατεύσεως στη Σοχώρα.

Ο λαός μαζί με τους αντάρτες πανηγύριζαν την απελευθέρωση με χορούς τραγούδια, παρελάσεις και δοξολογία στη Μητρόπολη. (Δες «Η Μάχη της Κρήτης στο Ρέθυμνο», τόμο Β’ σελ. 405-414). Επίσης το κεφάλαιο για την απελευθέρωση, του παρόντος.

Ημέρες φρίκης διαδέχτηκαν τους πανηγυρισμούς για την απελευθέρωση

Πέρασαν τρεις μήνες, με παρεξηγήσεις, μικροτσακωμούς και έντονη προπαγάνδα αλληλοκατηγοριών μεταξύ των δύο οργανώσεων. (Δες έντυπο υλικό προκηρύξεων και λοιπόν ανακοινώσεων).

Αρχές Δεκέμβρη 1944 άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος στην πόλη των Αθηνών.

Στις 16 Ιανουαρίου 1945, άντρες της ΕΟΡ με τον Παύλο Γύπαρη κτύπησαν και κατέλαβαν τα γραφεία του ΚΚΕ, με έναν νεκρό, χωρίς να λάβουν υπόψη τους τις συμφωνίες μεταξύ των δύο παρατάξεων. Την επόμενη 17ην Ιανουαρίου ο Γύπαρης συγκέντρωσε αντάρτικες δυνάμεις από το δυτικό Ρέθυμνο, Επισκοπή, όπου βρισκόταν και βοήθησε ο Εμμ. Κελαϊδής, Κουρνά, Ασή Γωνιά και κτύπησαν τη διοίκηση του ΕΛΑΣ στο κτίριο της Επιστρατεύσεως με πολυβόλα από τις γύρω ταράτσες. Επετέθησαν δε και εναντίον του τμήματος του ΕΛΑΣ που κρατούσε το λόφο του Τιμίου Σταυρού στα γερμανικά ρήγματα, από τους ΕΟΡίτες του Ευλυγιά, ανάγκασαν τους άνδρες του ΕΛΑΣ να αποσυρθούν προς 3 Μοναστήρια. Είχαν τρεις νεκρούς και η ΕΟΡ ένα νεκρό και τρεις τραυματίες. Οι ευρισκόμενοι στο κτίριο της Επιστρατεύσεως κυρίως νεαροί και νεαρές της ΕΠΟΝ μόλις βράδιασε και τα πυρά αραίωσαν, κατόρθωσαν και διασκορπίστηκαν.

Μέσα στην πόλη είχε παραμείνει μια ομάδα του ΕΛΑΣ υπό τον Υπολ/ γό Λέων Ζαχαράκη η οποία εμύνετο σθεναρώς μέχρι και την επομένη το πρωί της 18ης Ιανουαρίου. Τελικά αναγκάστηκε να παραδοθεί υπό την πίεση μεγάλης δύναμης πυρός. Είχε έναν νεκρό και δύο τραυματίες. Οι ομάδες της ΕΟΡ κινήθηκαν προς τα 3 Μοναστήρια για να εμποδίσουν τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ προς την πόλη, οι οποίες είχαν ειδοποιηθεί και είχαν ξεκινήσει από Μέλαμπες, Κοξαρέ και τα άλλα χωριά του Αγ. Βασιλείου. Η Ομάδα του Γιάννη Κατσιά που βρισκόταν στο Μοναστήρι του Πρέβελη είχε ειδοποιηθεί και ερχόταν προς Ρέθυμνο. Έτσι οι ασυντόνιστες ομάδες του ΕΛΑΣ κυκλώθηκαν και λίγοι-λίγοι παραδόθηκαν, ή διέφυγαν.

Οι αρχηγοί του ΕΛΑΣ, Στρατής Βελουδάκης και Λεμονιάς, συγκέντρωσαν μια δύναμη 80 περίπου ανταρτών και κατέλαβαν αμυντικές θέσεις στα τρία Μοναστήρια.

Την επομένη 17 Ιανουαρίου 1944, βρέθηκαν περικυκλωμένοι απ’ όλες τις πλευρές από τις δυνάμεις της ΕΟΡ, τους ανέτρεψαν και διέφυγαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Οι απώλειες του ΕΛΑΣ ήσαν οκτώ νεκροί, μεταξύ των οποίων και ο υπεύθυνος της ΕΠΟΝ Ρεθύμνου Μανούσος Πραματευτάκης.

Μια ομάδα με τους Καπετάνιους Στρατή Βελουδάκη, Σήφη Μανωλεσάκη, Ν. Παπαδάκη ή Λεμονιά, με άλλους αντάρτες και τις αντάρτισσες Καλλιόπη Μαραγκουδάκη, Ευαγγελία και Ελένη Κλάδου, έφθασαν στον Κορέδο της Κοξαρές. Εκεί βρέθηκαν κυκλωμένοι από δυνάμεις της ΕΟΡ και προσπάθησαν να σωθούν με τη διαφυγή. Ο Καπετάν Λεμονιάς και ο πολιτικός Υπεύθυνος Μανούσος Πορτάλιος ήσαν τραυματισμένοι και όταν επλησίασαν οι άνδρες της ΕΟΡ τους σκότωσαν.

Ειδοποιημένες οι δυνάμεις των Εθνικιστών από το ανατολικό Διαμέρισμα του Αρκαδίου και του Κάτω Μυλοπόταμου κατευθύνθηκαν για ενίσχυση προς την πόλη. Στην έκθεσή του ο Αρχιμανδρίτης Αρκαδίου Διονύσιος Ψαρουδάκης γράφει ότι μετά την επέμβασή του Π. Γύπαρη, τις προστριβές με τους αριστερούς και την ένοπλο εξέγερση, η Διοίκηση Χωροφυλακής με τη συνεργασία του αρχηγού Χρίστου Τζιφάκη τον ειδοποίησε δι εκτάκτου αγγελιοφόρου την 17ην Ιανουαρίου 1945, το πρωί, όπως επειγόντως ειδοποιήσει του άνδρες της Ομάδος του στο ανατολικό Διαμέρισμα Αρκαδίου, να ετοιμασθούν και να συγκεντρωθούν στη γέφυρα Πηγής, όπου και θα πάρουν νεώτερες οδηγίες.

Ειδοποίησε αμέσως με έκτακτους αγγελιοφόρους όλα τα χωριά του Δήμου Αρκαδίου και του Κάτω Μυλοποτάμου.

Στην Πηγή άρχισαν να καταφθάνουν ένοπλοι απ’ όλα τα χωριά και ενώθηκαν με τους χωροφύλακες και του οργανωμένους ενόπλους της ΕΟΡ. Στη γέφυρα της Πηγής την ώρα που έκαναν διανομή φυσιγγιών φθάνει ο Μαρουλής από τις Μαργαρίτες με την Ομάδα του. Ο Διονύσιος προτείνει να παραμείνει εκεί μέχρι να συγκεντρωθεί όλη η δύναμη και να ξεκινήσουν όλοι μαζί προς Ρέθυμνο, διότι είχε την πληροφορία ότι δυνάμεις του ΕΛΑΣ κατέχουν τη γέφυρα του «Κουτσολίδι» στα Περιβόλια και το εργοστάσιο του Τσουρλάκη, δεσπόζουσες θέσεις πριν την πόλη του Ρεθύμνου.

Ο Μαρουλής όμως δεν περιμένει και ξεκινά με την ομάδα του με κατεύθυνση νοτιότερα της πόλης. Ανατολικά του χωριού Ρουσσοσπίτι συμπλέκεται με αντάρτες του εχθρού και είχε ένα νεκρό. (Κατ’ άλλη μαρτυρία οι νεκροί ήσαν δύο). Μετά μια ώρα συγκεντρώθηκαν στην Πηγή δύναμη υπέρ τους 120 άνδρες ξεκινά δια του αμαξιτού δρόμου προς Ρέθυμνο. Καθ’ οδόν ο Διονύσιος παίρνει σημείωμα δια του οποίου του ζητούσαν επειγόντως ενίσχυση. Στη διακλάδωση προς Αμάρι συνέλαβε μερικούς αιχμαλώτους και όταν έφθασε στην πόλη τους παρέδωσε στις Αρχές.

Η πόλη είναι ελεύθερη εχθρού, αντίπαλοι πληροφορήθηκαν από τον Ι. Πλουμιστό εξ Αμνάτου ότι ο Διονύσιος καταφθάνει από το πλούσιο Διαμέρισμα του Αρκαδίου με τριπλάσια δύναμη της πραγματικής, αυτοί εκλονίσθησαν και εγκατέλειψαν τις θέσεις τους τρεπόμενοι εις φυγήν. Αυτά γράφει στην έκθεσή του ο Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Ψαρουδάκης.

Το κυνηγητό επεκτάθηκε και τις επόμενες μέρες σε χωριά και μέσα στην πόλη, όπου οι Εθνικόφρονες μάζευαν τα όπλα των αντιπάλων τους και καθάρισαν μερικούς. Σκότωσαν τον καπετάν Δ. Μανωλεσάκη αμυνόμενος μέσα στο σπίτι του. Το Κυνηγητό των ΕΛΑΣιτών του Ρεθύμνου επεκτάθηκε μέχρι τον Αποκώρονα, όπου κοντά στο χωριό Μάζα μπλόκαραν την ομάδα του Καπετάν Τρουλινού που πήγαινε να ενωθεί με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ Χανιών που πολιορκούσαν τους Γερμανούς, διέλυσαν την ομάδα και σκότωσαν τον Τρουλλινό. Έτσι η ΕΟΡ «ετήρησε την τάξιν και την ασφάλειαν» στο Νομό Ρεθύμνου. Συμφώνησε απολύτως με το λαϊκό γνωμικό «Τάξη και ασφάλεια στα νεκροταφεία».

Το Φεβρουάριο 1945 δολοφόνησαν το Σήφη Μανωλεσάκη του ΕΛΑΣ Ρεθύμνου στο Λασίθι, όπου είχε καταφύγει.

Τα Γεναριανά του Ρεθέμνου ιστορούνται: στο βιβλίο του Μιχάλη Χριστοφοράκη «Εθνική Αντίσταση και Δημοκρατικοί αγώνες στην Κρήτη». Στις σελ. 134-147 στο βιβλίο του Σταύρου Βλοντάκη «Η οχυρά θέση της Κρήτης» σελ 307-309. Στην έκθεση του Π. Γύπαρη 17-19 Ιανουαρίου 1945 και στην έκθεση του Αρχιμανδρίτη Διονύσιου Ψαρουδάκη (όλα τα στοιχεία βρίσκονται στο αρχείο μας).

Τα Γεναριανά του 1945 υπήρξαν μια μελανή σελίδα στη ηρωική ιστορία του Ρεθύμνου, κυρίως από μη Ρεθεμνιώτες, σε μια εποχή μεγάλων παθών και μισαλλοδοξίας. Το μεγάλο κακό όμως δεν σταμάτησε μέχρις εδώ. Δυστυχώς και στην Κρήτη, όπως και στην άλλη Ελλάδα μετά την επικράτηση των Εθνικοφρόνων πατριωτών και της Δεξιάς παράταξης άρχισε και στην Κρήτη η δίωξη, οι κατατρεγμοί και οι εξορίες όλων των Δημοκρατικών πολιτών ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας.

Αποκλείστηκαν από κάθε πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική εκδήλωση. Οι Νέοι αποκλείστηκαν από τον Εθνικό στρατό και τα σώματα ασφαλείας από τις Σχολές και τα Ιδρύματα από τους διορισμούς στο Δημόσιο, τις Υπηρεσίες, και τα δάνεια ανασυγκρότησης. Τα ζωντανά και δημιουργικά νιάτα της Ελλάδος αποκλείστηκαν από κάθε προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας από τα δεινά του πολέμου και της δικής τους σταδιοδρομίας. Η μεγάλη πλειοψηφία των Νέων ήταν ενταγμένοι στην ΕΠΟΝ, με 600.000 μέλη και προέρχονταν από δημοκρατικές οικογένειες, με δημοκρατικές πεποιθήσεις. Αυτοί κυνηγήθηκαν και επικράτησαν οι ολίγοι, οι οποίοι κατέλαβαν τις παντός είδους εξουσίες και θέσεις. Οι δυνάμεις του παρακράτους οργίαζαν σε βάρος των Δημοκρατικών πολιτών και οι προδότες της γερμανικής κατοχής έγιναν υπερπατριώτες και κυνηγούσαν με κάθε βάναυσο τρόπο τους Πατριώτες.

Ο πολιτικός φανατισμός και η ασυδοσία των παρακρατικών, είχε τα θύματά του. Όλα τα ηγετικά και ζωντανά στελέχη κυνηγήθηκαν και δολοφονήθηκαν. Άλλοι οδηγήθηκαν στα ξερονήσια και καταδικάστηκαν στα δικαστήρια, που με διάφορα ψηφίσματα καταδίκαζαν τους Δημοκρατικούς πολίτες.

Και η μάνα αντάρτισσα, η γυναίκα της Αντίστασης, που με κάθε τρόπο βοηθούσε το αντάρτικο κυνηγήθηκε αμείλικτα.

Η Ευαγγελία Κλάδου, η Δασκάλα από τα Ανώγεια ήταν από το πλέον δραστήρια στελέχη της ΕΑΜ. Βγήκε στο βουνό αντάρτισσα. Την έπιασαν και την εκτέλεσαν στα Χανιά στις 6/12/1949».

Κάποια στιγμή θα αναφέρουμε και τις άλλες ιστορικές πηγές για να φωτίσουμε περισσότερο την σκοτεινή εκείνη περίοδο.

 

ΠΗΓΕΣ: Αρχείο Μάρκου Πολιουδάκη και Πολιτιστικό Ρέθυμνο