19 °C Rethymno, GR
28/11/2020

ΣΤΟ ΕΜΠΑ ΤΟΥ ΠΡΙΝΕ ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ

Ξυπνά μνήμες αντίστασης το σπίτι του ήρωα «Τσαούση»

-Από τα καταφύγια των ανταρτών όταν ζητούσαν λίγη τροφή και ξεκούραση

Μπαίνοντας στον φιλόξενο Πρινέ Μυλοποτάμου, που θαρρείς ότι και οι πέτρες σε καλωσορίζουν, ακριβώς αριστερά, συναντάς ένα σπίτι που ελάχιστοι γνωρίζουν πόσο σημαντική είναι η ιστορία του.

Μια πινακίδα σε προϊδεάζει αναφέροντας ότι το σπίτι καταστράφηκε από τους Ρώσους, λόγω συμμετοχής του ιδιοκτήτη στην επανάσταση του Θερίσου. Στον ίδιο χώρο όμως γράφτηκαν και αργότερα σελίδες δόξας. Αμέσως παρακάτω θα τις ξεφυλλίσουμε μια μια.

Ποιος ήταν όμως ο ιδιοκτήτης, που προκάλεσε τόσο οργή στους Ρώσους, για να τον τιμωρήσουν, άμεσα, και μάλιστα να είναι από τους ελάχιστους που πλήρωσαν την αφοσίωσή τους στον Εθνάρχη τόσο ακριβά;

Η απορία αυτή μας έφερε κοντά σε μια ακόμα μεγάλη φυσιογνωμία της περιοχής, που σε καταλαμβάνει δέος όταν ακούς για τα έργα και την πολιτεία της. Ήταν ο περίφημος Νικόλαος Αποστολάκης, ο επονομαζόμενος «Τσαούσης».

Ανάμεσα σε μια ωραία συντροφιά, με εξαιρετικούς ανθρώπους, ακούσαμε από τον απευθείας απόγονο του ήρωα που έχει και το όνομά του, τον κ. Νικόλαο Μίνωα Αποστολάκη, να μας μιλά για τον παππού με την ατρόμητη καρδιά.

Χαρισματικός αν και αναλφάβητος

Ο Νικόλαος Αποστολάκης, γεννήθηκε στον Πρινέ Μυλοποτάμου το 1860. Ήταν παιδί πολυμελούς οικογένειας, αλλά ξεχώριζε από μικρός για τα ιδιαίτερα στοιχεία του χαρακτήρα του. Είχε τόλμη, θάρρος, δύναμη και μια αίσθηση δικαίου που σου προκαλούσε το δέος και τον σεβασμό. Όλες τις αρετές δηλαδή που έχουν στο γονίδιό τους οι Πρινιανοί του Μυλοποτάμου.

Οι συνθήκες της εποχής τον κράτησαν μακριά από το σχολείο. Ήταν αναλφάβητος, αλλά διέθετε κοφτερό μυαλό και ευθύτατη κρίση. Θεία δώρα μιας γενναιόδωρης φύσης, που φάνηκαν πολυτιμότερα αργότερα. Μπορεί να βοήθησε σ’ αυτό και η εποχή του που μύριζε έντονα μπαρούτι από τις επαναστάσεις και οι άνθρωποι έπρεπε να είναι διπλά προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν τον εχθρό. Η ζωή και οι σκληρές συνθήκες της ήταν Πανεπιστήμιο γι’ αυτούς.

Σημασία έχει ότι ο Νικόλαος, αισθανόταν την ανάγκη να βρίσκεται κοντά σε κάθε επιχείρηση ενάντια στο δυνάστη. Κι αυτή η αφοσίωση δεν τον άφηνε να καταπιαστεί σοβαρά με κάποιο από τα έργα ειρήνης. Η αντάρτικη ψυχή του δεν του επέτρεπε εφησυχασμό όσο η πατρίδα του ήταν υπό καθεστώς κατοχής.

Αδέλφια του ήταν ο μετέπειτα ιερομόναχος Δαμιανός, που μνημονεύσαμε σαν αρχηγό των καλογήρων στην επανάσταση του 1897, ο Κυριάκος που πολέμησε εθελοντής στον Μακεδονικό Αγώνα, ο Μάρκος και ο Γεώργιος. Είχαν και μια αδελφή τη Βασιλική που παντρεύτηκε στο διπλανό χωριό την Ελεύθερνα.

 

Έτοιμος για οικογένεια

Κόντευε τα 20 χρόνια του, όταν άρχισε να κτίζει το σπίτι του, γιατί εκείνα τα χρόνια ήταν απαραίτητη προϋπόθεση να έχει ο νέος μια στέγη έτοιμη για να παντρευτεί. Και γύρω στο 1880 παντρεύτηκε.

Η προσωπική του γνωριμία του με τον Βενιζέλο, δεν ξέρουμε πότε έγινε. Το μόνο που υποθέτουμε είναι ότι θα ήταν πριν από το 1900, γιατί με την ανατολή του νέου χρόνου, ο Αποστολάκης έχει δώσει χέρι για κουμπαριά με τον Εθνάρχη, να βαφτίσει το γιο του. Οι τόσες υποχρεώσεις όμως του Βενιζέλου δεν του επιτρέπουν να είναι συνεπής και στέλνει στη θέση του τον πρώτο ανιψιό του Γεώργιο Στεφανάκη να βαφτίσει το παιδί.

Ο Στεφανάκης τώρα, δάσκαλος κι επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαίδευσης, φανατικός αρχαιολάτρης έδωσε στο αγοράκι το όνομα Μίνωας. Και μιλάμε για τον πατέρα του κ. Αποστολάκη, που με τόση παραστατικότητα και ακρίβεια στοιχείων μας μίλησε για τον ηρωικό παππού του μέσα από την γλαφυρή του αφήγηση.

Από κει και πέρα γίνεται πιο στενή η φιλία του Νικολάου με το Βενιζέλο. Όταν αναλαμβάνει ο Εθνάρχης, Γραμματέας Δικαιοσύνης, διευθυντής του γραφείου του είναι ο Μανόλης Αποστολάκης, πρώτος ανιψιός του ήρωα (και για την ιστορία παππούς της πρώην υπουργού Μιλένας Αποστολάκη).

Όταν ξεκίνησε η διαφωνία του Βενιζέλου με τον πρίγκιπα, για το θέμα της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα, ο μεγάλος πολιτικός άρχισε τις επαφές με τους ανθρώπους του για να βγούνε στο βουνό. Η έκρηξη της επανάστασης βρήκε τον Νικόλαο σε αποστολή να παραδώσει για λογαριασμό του Βενιζέλου υλικό στην Τύλισσο σε κάποιο Μπακατούρη. Αμέσως μετά με τον Κυριάκο Μπιράκη βουλευτή της Κρητικής Πολιτείας φεύγει για το Αρκάδι. Εκεί γίνεται ενημέρωση για τις εξελίξεις και το σκοπό να προχωρήσουν όλοι πλάι στον Εθνάρχη, με τον ίδιο στόχο. Να δουν την πολυπόθητη Ένωση.

Γίνεται λειτουργία και δέηση για την επιτυχία του αγώνα και αμέσως μετά αναχωρούν όλοι για τον μεγάλο προορισμό τους με τον ενθουσιασμό πανηγυριωτών. Ήταν τόση η αγάπη και η αφοσίωση στον Εθνάρχη.

Σκληρά τα αντίποινα

Τα γεγονότα που ακολούθησαν γνωστά. Έλαβαν όλοι οι επαναστάτες το ανάλογο τίμημα.

Ο «τσαούσης» είχε την τύχη που προαναφέραμε. Συνελήφθη και οι Ρώσοι πήγαν και χάλασαν το σπίτι αρχίζοντας από την οροφή.

Η τιμωρία ήταν βαριά αν φανταστεί κανένας ότι έμεναν στο δρόμο τόσα μικρά παιδιά. Γιατί τότε ο Νικόλαος είχε την Αμαλία (μετέπειτα μητέρα του Ουρανογιώργη), τον Μανόλη, που πέθανε αργότερα τελειόφοιτος Γυμνασίου, τον Γιώργη, τον Μίνωα, τον Κωστή και τον Γιάννη.

Ήταν όλα μικρά, κάτω από τα δέκα τους χρόνια. Μέχρι που ξανακτίστηκε το σπίτι μοιραζόταν η οικογένεια να κοιμηθεί σε συγγενικά σπίτια. Αφάνταστη ταλαιπωρία για τη μάνα και τα παιδιά. Μα κανένας δεν παραπονέθηκε. Έτσι είχαν μάθει.

Προσπάθεια δωροδοκίας

Πλησίαζαν τοπικές εκλογές όταν ο Αποστολάκης έλαβε μήνυμα από σπουδαίο παράγοντα του Ρεθύμνου και φίλο του να τον επισκεφθεί. Εκείνος πήγε από περιέργεια. Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, πρέπει να σημειώσουμε, ότι ήξεραν με μοναδικό τρόπο να διαχωρίζουν την πολιτική από τη φιλία. Αυτός που κάλεσε τον «τσαούση» ήταν στο, ακριβώς, αντίθετο πολιτικό στρατόπεδο, αλλά αυτό δεν εμπόδιζε τη φιλική σχέση των δύο ανδρών.

Μόλις ο παράγοντας Π. Ζ., είδε τον Αποστολάκη, τον καλοδέχτηκε και αμέσως χωρίς περιστροφές του είπε: «Άκουσε. Θα βγάλεις τον …δήμαρχο και εγώ θα σου κτίσω αμέσως το σπίτι σου από τα θεμέλια».

Μόνο που άκουσε το όνομα γνωστού αντιβενιζελικού ο «Τσαούσης» πετάχτηκε πάνω.

«Και την προσφορά σου δεν δέχομαι του είπε, χωρίς δεύτερη σκέψη και θα βγάλω βενιζελικό δήμαρχο». Το είπε και το ‘κανε. Έκανε νικηφόρο προεκλογικό αγώνα υπέρ κάποιου Χαλκιαδάκη από τις Μαργαρίτες. Μια ακόμα απόδειξη του κύρους του τόσο στο χωριό όσο και στην ευρύτερη περιοχή.

Η συγκίνηση του Εθνάρχη

Σε μια επέτειο του Αρκαδίου, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήρθε να τιμήσει τον εορτασμό με την επίσημη ιδιότητά του πλέον. Από τους τόσους που έσπευσαν να τον καλωσορίσουν ήταν και ο Αποστολάκης. Και συνέβη κάτι ιδιαίτερα σημαντικό και τιμητικό για τον ήρωα του σημερινού μας αφιερώματος.

Προσφώνησε κι αυτόν στην ομιλία του ο Βενιζέλος, αναφέροντας «φίλε πιστέ που ποτέ δεν μου ζήτησες τίποτα» εννοώντας ότι ποτέ ο περήφανος αυτός άνθρωπος δεν ζήτησε ανταλλάγματα για τις θυσίες του.

Για την ιστορία να προσθέσουμε ότι την ίδια περίοδο οι Ρώσοι εκδικήθηκαν κι έναν Μπιράκη, καταστρέφοντας την αποθήκη του σε κτήμα που είχε μεταξύ Μελιδονίου και Εξάντη, επειδή κι αυτός συμμετείχε στην επανάσταση του Θερίσου.

Το καθήκον του γονιού

Με την κήρυξη του Μακεδονικού Αγώνα, πρώτος ξεσηκώθηκε και ο Νικόλαος. Αλλά για πρώτη φορά βρήκε σθεναρή αντίσταση από τη γυναίκα του με την οποία είχαν αποκτήσει δυο ακόμα παιδιά, το ένα μάλιστα ήταν στην κούνια.

«Αν φύγεις του είπε, θα πάρω τα παιδιά και θα εξαφανιστώ…».

Σαν «ψυχρολουσία» τα λόγια της έκαναν τον αγωνιστή να σκεφτεί. Και να αφήσει το όπλο στην άκρη. Στο κάτω της γραφής ήταν και πατέρας. Ποιος θα νοιαζόταν την οικογένειά του όσο θα έλειπε; Κι αν δεν ξαναγύριζε;

Εκτίμηση από όλους

Ο Αποστολάκης, συνέχισε τη ζωή του με το ίδιο πείσμα για την ακεραιότητα της Κρήτης και την αφοσίωση στον Βενιζέλο ακλόνητη.

Όποιος ερχόταν στο χωριό αναζητούσε τον Νικολή «τσαούση». Παντού έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης.

Ο εγγονός του Νικόλαος Αποστολάκης, θυμάται επί δικτατορίας Μεταξά (μικρό παιδί ήταν τότε) ότι έφθασε στο σπίτι τους ένας φουστανελάς. Και μόλις βρέθηκε μπροστά στον παππού έσκυψε ευλαβικά και του φίλησε το χέρι. Είχε τόσο επιβλητικό παρουσιαστικό ο γέρο «Τσαούσης».

Ο σπουδαίος αυτός άνθρωπος, στάθηκε πάντα κόντρα στο κατεστημένο που πρόδιδε τα δημοκρατικά ιδεώδη. Ακόμα και σε μεγάλη ηλικία, δεν «μαλάκωσε».

Μόλις έπεσαν οι αλεξιπτωτιστές, πήγε ο Μίνωας να ζητήσει την ευχή του. Εκείνος σαν αληθινός Κρητικός τον ευλόγησε και του είπε με έντονη συναισθηματική φόρτιση:

« Άμε παιδί μου στην ευχή μου και να γιαείρεις μωρέ…».

Τα τελευταία λόγια σχεδόν τα κραύγασε για να κρύψει τη συγκίνησή του. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μίνωας ήταν ο μοναδικός γιος που μπορούσε να στηρίξει το γέρο πατέρα και την οικογένεια. Οι άλλοι έλειπαν. Ο γέρος όμως δεν αναλογίστηκε ότι με την αναχώρηση του Μίνωα δεν έμενε κανένας πίσω να βοηθήσει, δεν σκέφτηκε το βάρος των γηρατειών του αλλά τον έστειλε να πολεμήσει με τόσο συγκλονιστικό τρόπο.

Ήταν πατριώτης μέχρι το τέλος ο σπουδαίος αυτός άνθρωπος.

Διπλή ευχή πριν από το τέλος

Μια παρόμοια συγκινητική στιγμή έζησαν πατέρας και γιος δυο χρόνια αργότερα.

Ο Νικόλαος Αποστολάκης ήταν άρρωστος βαριά στο κρεβάτι. Δεν μιλούσε καθόλου. Δεν κινιόταν. Από ένστικτο περισσότερο ο γιος του, αν και επικηρυγμένος από τους Γερμανούς, για την αντιστασιακή του δράση, πήγε να τον δει.

Εκείνος, ενώ ήταν εντελώς ακίνητος μέχρι τότε και μόνο το ανασήκωμα της γενειάδας γύρω από το στόμα του, θύμιζε ότι ανάπνεε, σήκωσε το χέρι κάνοντας ένα αδιόρατο νεύμα να πλησιάσει. Κι όταν εκείνος πήγε κοντά σήκωσε τα χέρια τα έβαλε πάνω στο κεφάλι του παιδιού του σαν να του έδινε διπλή ευχή και μόνο τα μάτια του έτρεχαν ασταμάτητα. Χωρίς λυγμό…

Έτσι πέθανε, με αξιοπρέπεια σε μια κρίση της αρρώστιας του από γαστρορραγία όπως αποφάνθηκε ο γιατρός.

Ένα ιστορικό σπίτι

Στο σπίτι αυτό που ξανάκτισε μονάχος του ο «Τσαούσης» και μετά το θάνατό του το 1943, ήταν ανοικτό σε κάθε κυνηγημένο. Εκεί εύρισκαν οι αντάρτες καταφύγιο και μάλιστα χωρίς να ειδοποιήσουν κανένα. Το κλειδί περίμενε πάντα κάθε απρόσκλητο επισκέπτη δίπλα στην πόρτα. Από το βηματισμό μονάχα καταλάβαινε η νοικοκυρά ότι κάποιοι είχαν μείνει στο σπίτι τη νύχτα και το μόνο που έκανε ήταν να ετοιμάσει από το «βρισκούμενο» για να τους περιποιηθεί. Κι όταν λέμε το «βρισκούμενο» για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, εννοούμε ότι μοιραζόταν η μπουκιά για να φάει και ο επισκέπτης.

Κι όμως κανένας δεν δυσανασχετούσε γιατί ήξερε πως η θυσία του πιάνει τόπο. Ήξερε πως και η πείνα του ήταν ένα ακόμα λιθαράκι για να ξαναστηθεί το ανάκτορο της λευτεριάς από τα ερείπιά του.

Από τους πιο τακτικούς επισκέπτες, λόγω συνεχών επικίνδυνων αποστολών, ο γιατρός Γιώργης Αγγελιδάκης, που όλη η περιοχή τιμά ιδιαίτερα και για την αντιστασιακή του δράση. Ο Αγγελιδάκης ήταν από τους πιο στενούς φίλους του Μίνωα. Ήταν επίσης ο Μαθιουδάκης, ο Ξεξάκης, ο Ζουρίδης ο Μάρκος, ο Αεράκης, ο Κλιάνης (ο επονομαζόμενος κουμπάρος), Γραμματέας του ΕΑΜ στο Ρέθυμνο και πολλοί άλλοι.

Οι ανάγκες των ανταρτών που είχαν καταφύγει στις Αραβάνες για ανεφοδιασμό τους έφερνε συνέχεια εκεί. Και ποτέ η πόρτα δεν ήταν κλειστή. Αυτό βέβαια συνέβαινε σε όλο το χωριό, γιατί κάθε αντάρτης στον Πρινέ ένοιωθε απόλυτα προστατευμένος. Κι ας ήταν και δυο τρεις εθνικιστές στο χωριό. Κανένας δεν πρόδιδε ούτε και τα χρόνια τα πέτρινα, στην έξαρση του εμφυλίου.

Μάταιη προειδοποίηση

Παραμονή του αιματηρού επεισοδίου στην Γκιουμπρά, είχαν διανυκτερεύσει στο σπίτι, ο καθηγητής Γιάννης Μαθιουδάκης, ο Αεράκης και ο «κουμπάρος».

Το πρωί τους πήρε ο Μίνωας Αποστολάκης, για πρωινό και εξέφρασε την ανησυχία του, γιατί είχε εντοπιστεί μια διλοχία Γερμανών στην Πηγή. Εκείνοι έδειξαν πως δεν τους ένοιαζε. Δυστυχώς η πραγματικότητα τους διέψευσε.

Ένα ακόμα σφάλμα που ποτέ δεν συγχώρησε η ιστορία. Μια τραγική στιγμή που έδωσε όμως την ευκαιρία να αποδειχθεί η συνέπεια και η εθελοθυσία των πραγματικών ηρώων και ασυμβίβαστων αγωνιστών.

Οι επώνυμοι επισκέπτες συνέχισαν να έρχονται και να φιλοξενούνται στο σπίτι αυτό και σε καιρούς δύσκολους και σε περιόδους ειρήνης. Ακόμα και σήμερα η παραμονή στο χώρο σε γεμίζει με θετική ενέργεια. Ακόμα ακτινοβολεί μια αύρα αγώνα και προσφοράς.

Αυτό το σπίτι με την τεράστια ιστορία περιμένει να το προσέξετε φθάνοντας στην Αρχαία Ελεύθερνα. Θα σας θυμίσει ταραγμένες εποχές και θα γίνει αφορμή αναφοράς στο ήθος και την αξιοπρέπεια του ήρωα που το έκτισε. Του περίφημου Νικολάου Αποστολάκη που έβαζε το χρέος και το φιλότιμο πάνω και από την άνεση των παιδιών του. Αρκεί να περπατούν πάντα με το κεφάλι ψηλά. Κι αυτοί και τα παιδόγγονά τους. Μια παράδοση που συνεχίζουν επάξια και οι απόγονοι…