17 °C Rethymno, GR
01/06/2020

ΣΕΛΙΔΕΣ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΙΜΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Οι αλεξιπτωτιστές βρήκαν τους γενναίους να περιμένουν στο Λατζιμά

Οι τραγικές ιστορίες αγωνιστών που θυσιάστηκαν για να σώσουν άλλους

Η αντίστροφη μέτρηση για την έναρξη της Μάχης της Κρήτης είχε αρχίσει εκείνη την Τρίτη 20 Μαΐου. Από δέκα μέρες πριν ο πληθυσμός προσπαθούσε να δημιουργήσει μέσα προφύλαξης, καθώς οι βομβαρδισμοί είχαν γίνει ρουτίνα. Οι πρώτες υποψίες για την εισβολή άρχισαν να δημιουργούνται στους κατοίκους του Ανατολικού Ρεθύμνου.

Στον Πρινέ Μυλοποτάμου το πρωί γύρω στις 10, έντεκα αεροπλάνα πέρασαν τρομάζοντας τα παιδιά αλλά και τους μεγάλους με τον εκκωφαντικό τους θόρυβο. Τα παιδιά που δεν ήξεραν τι είναι αεροπλάνο νόμισαν ότι βλέπουν γερανούς. Και ανύποπτα συνέχισαν τις δουλειές τους, γιατί εκείνη την εποχή και τα παιδιά βοηθούσαν στις αγροτικές δουλειές. Οι μεγάλοι όμως που είχαν εμπειρία από το Μικρασιατικό Μέτωπο κατάλαβαν ότι είναι εχθρικά αεροπλάνα.

Οι συζητήσεις είχαν φουντώσει όσο περνούσε η μέρα και οι άνδρες αναρωτιόντουσαν τι να κάνουν όταν φάνηκε ο Γεώργιος Αποστολάκης και τους είπε ότι εκεί στον Κάμπο του Λατζιμά έπεφταν αλεξιπτωτιστές.

– Πρέπει να πάμε, ήταν η απόφαση, αλλά πώς να πάνε χωρίς όπλα. Άρχισαν να κοιτάζουν από δω κι από κει αλλά εκτός από μερικούς τσιφτέδες δεν εύρισκαν τίποτα.

Ο μόνος που είχε ένα όπλο πιο εύχρηστο ήταν ο Νικόλαος Ζαχαριουδάκης. Ήταν ένα Λεμπέλ που το κρατούσε λάφυρο από τον πόλεμο της Μικράς Ασίας. Όταν τον είδαν οι δικοί του να παίρνει το όπλο και να ετοιμάζεται να τους αποχαιρετήσει έπεσαν πάνω του να τον σταματήσουν.

Είχε γυναίκα ετοιμόγεννη. Ποιος θα έφερνε τη μαμή από τις Μαργαρίτες ή από την Αλφά αν χρειαζόταν; Δεν μπορούσε να πάει πουθενά.

Ο Νικόλας ήρθε σε δύσκολη θέση. Το δίλλημα ήταν τρομερό. Και το όπλα να πάει χαμένο.

– Δώσε μου το όπλο να πάω εγώ άκουσε μια φωνή.

Ήταν ο πρώτος του ξάδελφος ο Μανόλης Ζαχαράκης. Και χωρίς να περιμένει πήρε το όπλο, πήγε στο σπίτι του, φίλησε το έξι μηνών αγόρι του το Χρίστο που κοιμόταν αμέριμνο κι έφυγε με τους άλλους για το Λατζιμά.

Η ώρα ήταν γύρω στις 5 το απόγευμα. Κατά τις 8 ο ανάπηρος συγχωριανός του Γεώργιος Ζαχαράκης ή Τσιγαράς έλαβε ένα τηλεγράφημα με υπογραφή επιτροπή αμύνης. Η επιτροπή καλούσε όσους μπορούσαν να πολεμήσουν να κατέβουν την επομένη στο Πέραμα, για να σχηματίσουν ομάδες και να πάνε στο Λατζιμά να αντιμετωπίσουν τον εχθρό. Οι άνδρες όμως ήταν ήδη στον τόπο της μάχης. Η επόμενη μέρα σήμανε και την έναρξη της συγκλονιστικότερης μάχης όπως χαρακτηρίζεται η Μάχη της Κρήτης.

Εκτός των κάτω Μυλοποταμιτών είχαν κατέβει και από τα Ανώγεια μια ομάδα από επίλεκτους αγωνιστές με εμπειρία και μεγάλη γενναιότητα.

Ο Μανόλης Ζαχαράκης είχε βρει μια καλή θέση και χρησιμοποιούσε το όπλο του με εξαιρετική ευστοχία δημιουργώντας πρόβλημα στον εχθρό. Για κακή του τύχη όμως το όπλο αυτό έβγαζε καπνό και εύκολα έδινε το στίγμα του. Έτσι τον πήρε χαμπάρι ένας πολυβολητής και τον «γάζωσε» με μια ριπή. Ο ηρωικός άνδρας σωριάστηκε νεκρός.

Οι συναγωνιστές του περίμεναν με πόνο ψυχής γιατί ήταν αδύνατο να πλησιάσουν. Οι σφαίρες έπεφταν βροχή. Κι όταν οι Γερμανοί άρχισαν να υποχωρούν πήγαν κοντά στον ηρωικώς πεσόντα συγχωριανό τους, τον σήκωσαν στους ώμους και με αυτοκίνητο που βρέθηκε τυχαία τον μετέφεραν μέχρι τις Μαργαρίτες. Από εκεί με το καθελέτο τον έφεραν στο χωριό. Το θέαμα ήταν συγκλονιστικό. Ο Μανόλης Ζαχαράκης έμοιαζε να κοιμάται. Το στήθος του σκέπαζαν καρυδόφυλλα έτσι που να μη φαίνεται η μοιραία πληγή. Οι Ανωγειανοί είχαν πέντε νεκρούς κι ένα βαριά τραυματισμένο.

Θυσιάστηκε για να σώσει έξι συντρόφους του

Μια ακόμα ιστορία υπάρχει πίσω από τη θυσία ενός ακόμα ήρωα που σκοτώθηκε στη Μάχη του Λατζιμά. Ήταν ο Νικόλαος Εμμ. Πετρακάκης και το όνομά του είναι το μοναδικό στο μνημείο που υπάρχει στην περιοχή τιμώντας τους Έρφους.

Ανήκε στη μαρτυρική γενιά. Από μικρός κατάλαβε ότι δεν είχε καμιά προοπτική στο χωριό και μάλιστα σε εποχή που προσπαθούσε το νησί να συνέλθει από τη μαρτυρική σκλαβιά αιώνων.

Όταν άκουσε για την απόφαση κάποιων να ξενιτευτούν δεν έχασε καιρό. Κι ας μη νομιστεί πως ήταν εύκολη δουλειά. Ήθελε διατυπώσεις ένα σωρό και το χειρότερο να αλλάξει μέχρι και η αμφίεση αν ήθελε ο ενδιαφερόμενος να γλιτώσει τη χλεύη εκεί που τον έστελνε η μοίρα. Κι άντε να συνηθίσει ο κάθε παραδοσιακός Κρητίκαρος το παντελόνι. Μπροστά στην ανάγκη όμως κι αυτό το αποδεχόταν τελικά.

Έτσι βρέθηκε ο Νικόλας στην Αμερική. Φαίνεται πως κι εκεί δεν ήταν εύκολα τα πράγματα. Άντε να βρεις δουλειά με τόσους μετανάστες στην ουρά να ζητιανεύουν το μεροκάματο. Είδε κι απόειδε και κατατάχτηκε στη Λεγεώνα των Ξένων. Τι είχε να χάσει;

Μαθημένος στην σκληρή πειθαρχία και έτοιμος να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο προσαρμόστηκε αμέσως στα απαιτητικά του καθήκοντα.

Κάποια στιγμή κατάλαβε πως δεν αντέχει άλλο. Και πήρε το δρόμο του γυρισμού.

Στο χωριό τον περίμενε μια ήρεμη ζωή δουλεύοντας τη γη του. Βρέθηκε στο δρόμο του και μια εξαιρετική κοπελιά από ιστορική γενιά για να δημιουργήσει την οικογένειά του.

Πράγματι. Κοντά της γνώρισε ευτυχισμένες μέρες. Και όταν άρχισαν να έρχονται τα παιδιά η ευτυχία έγινε μεγαλύτερη.

Μα ήρθε ο πόλεμος να καταστρέψει όσα με κόπο δημιούργησε. Αν και πετάριζε η καρδιά του δεν μπορούσε να καταταχτεί. Είχε περάσει πια η ηλικία του. Αυτός όμως δεν το έβαζε κάτω. Με τους πρώτους βομβαρδισμούς πήρε αμέσως γυναίκα και παιδιά και έτρεξε να τους εξασφαλίσει σε ένα σίγουρο μέρος που είχαν καταφύγει κι άλλοι χωριανοί.

Όταν όμως ανακοίνωσε στη γυναίκα του ότι πρέπει να πάει στο Λατζιμά να πολεμήσει εκείνη κρεμάστηκε πάνω του με απελπισία. Τον ικέτευε να σκεφτεί τα παιδιά του και την ίδια. Ποιος θα τους βοηθούσε αν πάθαινε κάτι; Είχε δει την προηγούμενη νύχτα κι εφιάλτη οπότε δεν μπορούσε να ησυχάσει με τίποτα.

Μάταια εκείνος προσπαθούσε να της εξηγήσει. Τελικά έσφιξε τα δόντια και αποσπάστηκε από την αγκαλιά της αφήνοντάς την να θρηνεί στο κατόπι του. Η πατρίδα τον καλούσε. Κι έπρεπε να κάνει περήφανα τα παιδιά του.

Μόλις τον είδαν οι άλλοι με το που φάνηκε στο κέντρο των επιχειρήσεων ένοιωσαν τεράστια σιγουριά. Ένας τόσο εμπειροπόλεμος στρατιώτης ήταν η καλύτερη βοήθεια που θα μπορούσαν να φανταστούν.

Πολέμησε ο Νικόλας γενναία κι έπεσε εκεί στο Λατζιμά, μέσα στη μάχη. Κανένας δεν έμαθε αμέσως το συμβάν. Καθυστερούσαν όμως τα νέα και η γυναίκα του που δεν την είχε γελάσει ποτέ το ένστικτό της έστειλε τον αδελφό της τον πρόεδρο Πρίνου να τον ψάξει. Και κείνος βρήκε τον Πετρακάκη νεκρό.

Φρόντισε για την ταφή και προσπάθησε με κάθε τρόπο να παρηγορήσει χήρα και ορφανά.

Πέρασε ο καιρός, ήρθε η λευτεριά, μεγάλωναν και τα παιδιά. Ο Λευτέρης του ήταν πια παλικαράκι.

Μια μέρα επιστρέφοντας ο νεαρός από Βιράν Επισκοπή βλέπει κάτω στο δρόμο μια πετσέτα τυλιγμένη. Κοιτάζει και είχε μέσα χρήματα. Πολλά χρήματα. Αμέσως σκέφτηκε να αναζητήσει τον κάτοχο που δεν θα πρέπει να είχε απομακρυνθεί. Δεν έπεσε έξω. Λίγο πιο πέρα, κάπου στα 200 μέτρα συνάντησε ένα γέρο που ήταν μέσα στη μαύρη στενοχώρια για την απώλεια.

Μόλις ο Λευτέρης του έδωσε την πετσέτα με τα χρήματα ο γέρος τον αγκάλιασε με ενθουσιασμό.

–  Πες μου ποιος είναι ο πατέρας σου να πάω να του σφίξω το χέρι. Δεν είναι πια πολλοί εκείνοι που βάζουν την τιμή τους πάνω από το χρήμα.

– Δεν έχω πατέρα απάντησε ο Λευτέρης. Σκοτώθηκε στου Λατζιμά.

Και του έκανε την ιστορία.

Κουβέντα στην κουβέντα κατάλαβε ο γέρος για ποιον μιλούσε ο μικρός και ξαφνικά δάκρυσε.

– Ο πατέρας σου παιδί μου του είπε, δεν έπεσε απλά για την πατρίδα. Θυσιάστηκε για να σώσει έξι άτομα.

Είναι τόσα τα γεγονότα που έχει να αριθμήσει ο ερευνητής και όλα δείχνουν το μεγαλείο της Κρητικής Ψυχής.

Μια άτυχη κοπέλα

Η Ιωάννα Βογιατζή ήταν μια όμορφη κοπέλα. Η μοιραία μέρα τη βρήκε στο καταφύγιο που βρισκόταν, στο ύψος του «Lidl» στον Πλατανιά, με το μετέπειτα γνωστό λογοτέχνη Στέλιο Κανταρτζή που ήταν ένα μικρό παιδί τότε.

Κάποια στιγμή ο μικρός σηκώθηκε να δει τι γίνεται χωρίς να έχει αντιληφθεί ότι τον είχε προσέξει ένας ελεύθερος σκοπευτής. Ξανθό όπως ήταν το αγόρι φάνηκε σαν Εγγλέζος στο Γερμανό στρατιώτη που πυροβόλησε αμέσως προς τα εκεί. Η σφαίρα όμως βρήκε την άτυχη Ιωάννα και τη σκότωσε. Ήταν μόλις 21 ετών.

Διονύσιος Ψαρουδάκης

Από τους πρώτους μαχητές ρασοφόρους στη Μάχη της Κρήτης ήταν ο Διονύσιος Ψαρουδάκης.

Γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1880, στο Κεφαλοχώρι της Πηγής κι ήταν το δεύτερο αγόρι της οικογένειας Νικολάου και Χρυσής Ψαρουδάκη. Το κοσμικό του όνομα ήταν Δημήτρης. Για την εποχή του ήταν ένα παιδί ιδιαίτερα ανήσυχο και ζωηρό. Έδειχνε εκτός από πείσμα και μια περίεργη για την ηλικία του λεβεντιά.

Με τα δεδομένα της εποχής είχε τελειώσει την Δ’ Δημοτικού αλλά η ευστροφία πνεύματος που διέθετε αναπλήρωνε χαρισματικά τις ελλιπείς γραμματικές του γνώσεις.

Από τα παιδικά του χρόνια τον γαλουχούσε το μεγαλείο του Αρκαδίου, λόγω της καλής γειτονίας με τα αδέλφια Ηρακλή και Μανόλη Μανελάκη που είχαν σωθεί από το ολοκαύτωμα.

Ήταν μόλις 17 χρόνων όταν πήρε μέρος στην τελευταία μάχη που έγινε μεταξύ Τούρκων και Κρητικών στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Πηγή, Μέση, Λούτρα, το 1897 υπό τον οπλαρχηγό Μαραγκουδάκη από τη Λούτρα.

Σ’ αυτή τη μάχη έδειξε απαράμιλλο θάρρος, σπάνιο σε μια τόσο νεαρή ηλικία.

Ο θάνατος της μητέρας του ήταν ένα μεγάλο πλήγμα γι’ αυτόν. Στρέφεται στα θεία με πνευματικό τον Άνθιμο Βαρδάκη ηγούμενο της Μονής Αρσανίου, που τον πήρε μαζί του. Με τη μετατροπή της Μονής σε Γεωργική Σχολή, οι μοναχοί εντάσσονται στη δύναμη της Μονής Αρκαδίου. Κι η συγκυρία αυτή ήταν ευλογία Θεού για τον Διονύσιο που εκπλήρωσε έτσι μια παλιά του επιθυμία.

Στις 24 Αυγούστου του 1904 εκάρη μοναχός, παίρνοντας το όνομα που του έδωσε ο Μητροπολίτης Διονύσιος Καστρινογιαννάκης. Την επομένη ακριβώς χειροτονείται ιεροδιάκονος, δείγμα και αυτοεκτίμησης του επισκόπου.

Η επανάσταση του Θερίσου φέρνει το Αρκάδι στο επίκεντρο, καθώς ορίζεται από την επαναστατική επιτροπή ως επαναστατικό κέντρο όλης της Κρήτης. Ο Μητροπολίτης Διονύσιος Καστρινογιαννάκης έχει μυηθεί στο μεταξύ στην Επανάσταση από τον ίδιο το Βενιζέλο. Προβληματίζεται με ποιους να μοιραστεί το μεγάλο μυστικό. Μετά από σκέψη καταλήγει στον Δαμιανό Αποστολάκη, που ήταν αγράμματος και το νεαρό Διονύσιο Ψαρουδάκη που εκτελούσε και χρέη γραμματικού.

Εκτός από αποδέκτης των επαναστατικών μηνυμάτων, ο Διονύσιος γίνεται και υπέρμαχος της ιδέας της Ένωσης, ξεσηκώνοντας με τον πύρινο λόγο του τα χωριά του δήμου Αρκαδίου.

Στις 27 Ιανουαρίου του 1909 χειροτονείται ιερομόναχος και το 1910 γίνεται μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου.

Με την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα ο Διονύσιος βρίσκεται στο κέντρο των επιχειρήσεων με αρχηγό τον Στυλιανό Κλειδή. Κι όταν αυτός πέφτει ηρωικά, εκτελεί τις εντολές του Χρίστου Μακρή και στη συνέχεια του Νίκου Ψαρρού.

Διακρίνεται για το θάρρος και την απίστευτη γρηγοράδα του. Σαν να είχαν τα πόδια του φτερά.

Αργότερα τον βλέπουμε να ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της Βορείου Ηπείρου το 1914 και να ξαναζώνεται τ’ άρματα. Το σπουδαίο στην περίπτωση αυτή είναι ότι προφασίστηκε θέμα υγείας και έφυγε από το μοναστήρι με το πρόσχημα εγχείρισης που πρέπει να κάνει στην Αθήνα. «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Κι έτσι βρέθηκε να πολεμά για τα ιδανικά της φυλής. Κι όταν υψώθηκε στην Κορυτσά η γαλανόλευκη, ο Διονύσιος Ψαρουδάκης τιμής ένεκεν προέστη της δοξολογίας.

Γυρίζει νικητής και τροπαιούχος στο μοναστήρι, αφήνοντας πίσω του τον ηρωικό οπλαρχηγό. Αρχίζει και πάλι να ζει τον ήρεμο μοναχικό βίο ώσπου στις 14 Απριλίου του 1926 εκλέγεται παμψηφεί ηγούμενος μέχρι το 1930 και μετά το 1930 μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου και με άλλη μία τετραετία ηγούμενος, εκτός από εκείνη της Γερμανοκατοχής που καθαιρέθηκε με απόφαση του Γενικού Στρατιωτικού Διοικητή Φρουρίου Κρήτης. Επί ηγουμενίας του το Αρκάδι αναγεννάται χάρις στις έντονες δραστηριότητές του.

Η Μάχη της Κρήτης τον βρίσκει να ξεσηκώνει πάλι τα χωριά για ν’ αντισταθούν. Θέλουμε χώρο άπλετο για να περιγράψουμε όλες αυτές τις ιστορικές λεπτομέρειες που δείχνουν τον ηρωισμό του Διονυσίου. Δεν εξηγείται αλλιώς η λύσσα με την οποία οι Ναζί αναζητούσαν το ρασοφόρο που έτρεχε στον κάμπο, ανεμίζοντας τα ράσα του κι έκανε τόσο ζημιά στους στρατιώτες τους. Και πλήρωσε ο ιερέας της Λούτρας επειδή ήταν ο μόνος ρασοφόρος πιο κοντά στην περιοχή των πολεμικών επιχειρήσεων. Όλοι οι πατριώτες κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Κανένας δεν βοήθησε τους Γερμανούς να φθάσουν μέχρι το Διονύσιο.

Αργότερα κάνοντας έρευνα με την εποπτεία του Σπύρου Μαρνιέρου για τα Ολοκαυτώματα του Κέντρους, τον βρίσκω να κάνει τον διακομιστή μηνυμάτων στους αντάρτες του Αμαρίου πότε σαν πλανόδιος πωλητής και πότε με διάφορες άλλες μεταμφιέσεις. Το θάρρος του ήταν απαράμιλλα και η γενναιότητά του μοναδική.

Το αφιέρωμά μας συνεχίζεται.

 

ΠΗΓΕΣ: Αποσπάσματα από την ταινία μου « Η Μάχη της Κρήτης – Απάνθισμα μεγαλείου» στο Youtube.