22 °C Rethymno, GR
23/10/2020

NEA ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Οι κόρες του ήρωα Εμμανουήλ Θεοδωράκη αφηγούνται όσα διέσωσε η μνήμη και η παράδοση

-Τραγικά τα χρόνια που ακολούθησαν μετά το θάνατο του πατέρα

Σε προηγούμενο αφιέρωμά μας είχαμε αναφερθεί στον περίφημο Εμμανουήλ Θεοδωράκη, το όνομα του οποίου έχει δοθεί στο στρατόπεδο Ρεθύμνου.

Ο Εμμανουήλ Ι. Θεοδωράκης «Θοδωρομανώλης», εγγονός του Μπεγομανώλη καταγόταν από ηρωική γενιά.

Γεννήθηκε στου Γάλλου το 1916. Ως υπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού, έλαβε μέρος με το 44ο Σύνταγμα Πεζικού, ως σημαιοφόρος του, στις επιχειρήσεις κατά των Ιταλών στην Αλβανία όπου και τραυματίστηκε στην Κλεισούρα.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον ένα ρεπορτάζ του Σάββα Γενεράλη, στην «Κρητική Επιθεώρηση» (11/1/41) για την υποδοχή των πρώτων τραυματιών του μετώπου στην Αλβανία ανάμεσα στους οποίους είναι και ο Εμμανουήλ Θεοδωράκης. Το παραθέτουμε επειδή μας δίνει την ατμόσφαιρα της εποχής και πως ένοιωθε η τοπική κοινωνία για τους στρατιώτες μας που πολεμούσαν στο μέτωπο. Αναφέρει σχετικά ο Σάββας Γενεράλης:

Οι αφιχθέντες τραυματίαι:

Έπρεπε να γίνει πόλεμος για να νιώσω τη συγκίνηση πού ένοιωσα προχθές τ’ απομεσήμερο όταν φθάσανε οι πρώτοι τραυματίες. Κι όλο το Ρέθυμνο που είχε μαζευτεί στη «Μεγάλη Πόρτα» ένοιωθε την ίδια βαθειά κι αξέχαστη λαχτάρα.

Μόλις έφθασε το πρώτο αυτοκίνητο που τους έπαιρνε τους τιμημένους λαβωμένους, όλο το μάζεμα κι ο αέρας όλος αντιλάλησε από το χειροκρότημα του κόσμου. Μόλις παρουσιάστηκε ο πρώτος «κεφαλοδεμένος» στρατιώτης, το χειροκρότημα δυναμώθηκε με τα «ζήτω». Τον πρώτο ακολούθησε δεύτερος, τρίτος, ύστερα ένας αξιωματικός, ύστερα ένας αεροπόρος, τα μυριόστομα «ζήτω» και τα χειροκροτήματα, δυνάμωναν σε κάθε νέα εμφάνιση λαβωμένου.

Μαζί με τον Εμμανουήλ Θεοδωράκη είχαν έρθει με διάφορα τραύματα ο καθένας, ο Θεόδωρος Πρινιωτάκης (Ορθέ Αγίου Βασιλείου), Εφεντάκης Κωνσταντίνος (Δουμαεργιό Αγίου Βασιλείου), Μαρκαντώνης Χρίστος (Ελένες Αμαρίου), Λεμονάκης (Άνω Μέρος Αμαρίου), Μαρκάκης Γεώργιος (Μουρνέ), Χαλκιαδάκης Εμμανουήλ, Παπαδάκης Χαράλαμπος (Σπήλι), Μουντριανάκης Εμμ., Καλλέργης Κωνσταντίνος, Φοβάκης Εμμανουήλ, Πετράκης Εμμ. και Αλεβυζάκης Εμμανουήλ.

Ο τραυματισμός του αυτός δίνει στον Θεοδωράκη και το πρώτο του εύσημο.

Μάχη της Κρήτης

Κι έρχεται η Μάχη της Κρήτης. Ο Θεοδωράκης, αν και τραυματίας, τρέχει από τους πρώτους να υπερασπιστεί το νησί του. Αψηφά τις εντολές ανωτέρων και πολεμά με ομάδα ιδιωτών στις περιοχές Αποθαμένου και Καστελλάκια. Με τον άριστο χειρισμό ενός πολυβόλου, το μοναδικό που διέθεταν οι αγωνιστές μας, προκαλεί μεγάλες ζημιές στον εχθρό. Και στη διάρκεια της συγκλονιστικής αυτής μάχης θα τραυματιστεί ξανά. Αλλά αδιαφορεί για τα τραύματα και τους πόνους. Μόλις βρήκε την ευκαιρία εντάσσεται στην Αντίσταση και μάλιστα αποκτά τη δική του ομάδα. Συνεργάζεται στενά με Βρετανούς πράκτορες που δρουν στην περιοχή και αναλαμβάνει τις πιο κρίσιμες αποστολές.

Έριξε στούκας

Για την περίοδο αυτή οι θυγατέρες του ήρωα Ελευθερία και Στέλλα μου πρόσθεσαν σε επιστολή τους λεπτομέρειες για την ηρωική δράση του πατέρα τους αναφέροντας σχετικά:

«Ο πατέρας μας ο καπετάν Θεοδωρομανώλης ήταν ο μόνος που ήξερε να δέσει πολυβόλο. Με ένα μικρό πολυβόλο λοιπόν στη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης κατάφερε μόνος του να ρίξει ένα στούκας στη θάλασσα.

Με λίγους άνδρες και ελάχιστους χωροφύλακες από τη Σχολή πολέμησε και αιχμαλώτισε 30-50 εχθρούς στα Μισσίρια, φυλακίζοντάς τους σε μια εκκλησία, ώσπου παρουσιάστηκαν Γερμανοί από το Μάλεμε με τανκς και τους ελευθέρωσαν.

Με το ίδιο πολυβόλο προσπάθησε να εμποδίσει τους Γερμανούς στη θέση Κουμπέ να μπουν στην πόλη αλλά ήταν μόνος του. Πώς να το καταφέρει;

Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στο Ρέθυμνο κρέμασαν τη Γερμανική σημαία στο φρούριο. Ο πατέρας μας δεν το άντεξε. Πήγε κρυφά και τη κατέβασε. Δεν άργησε να συλληφθεί αλλά ο ανώτερος Γερμανός θαύμασε την τόλμη του και τον άφησε ελεύθερο προειδοποιώντας τον ότι θα τον σκοτώσουν αν επαναλάβει αυτές τις πράξεις.

Επειδή η Κρήτη δεν είχε πολεμοφόδια ο πατέρας μας μάζευε τα παιδιά και τα καθοδηγούσε πώς να πλησιάσουν αυτοκίνητα των εχθρών, να κάνουν δήθεν πως επαιτούν φαγητό και να κλέβουν στο μεταξύ ό,τι από τα όλα εύρισκαν. Δεν δίσταζε τα πολεμοφόδια που του έφερναν να τα κρύβει ανάμεσα στις γλάστρες κρύβοντάς τα με τα λουλούδια. Αν τα εύρισκαν οι Γερμανοί σίγουρα περίμενε όλη την οικογένεια το εκτελεστικό απόσπασμα. Ο πατέρας μας όμως έβαζε την πατρίδα πάνω από όλα…

Έρχεται η Απελευθέρωση και βρίσκει τον Θεοδωράκη να υπηρετεί στην Εθνοφυλακή.

Με το ξέσπασμα του εμφυλίου ως αξιωματικός του Ελληνικού στρατού κλήθηκε να πολεμήσει στα βουνά της Μακεδονίας το Δημοκρατικό στρατό. Τι κι αν γλίτωσε από τόσα εχθρικά βόλια, μοιραία έπεσε από φίλια πυρά στο Πλατύδρομο των Πιερίων. Ήταν 12 Μάρτη του 1948 και ο Θεοδωράκης ήταν μόλις 32 ετών. Σκοτώθηκε φωνάζοντας «Ζήτω η Ελλάς».

– Ο πατέρας μας ήταν αξιωματικός, μας λένε οι αδελφές Θεοδωράκη, οι κόρες του ήρωα. Αναγκάστηκε να πολεμήσει στον ανταρτοπόλεμο, γιατί φορούσε στολή και δεν μπορούσε να παραβεί διαταγές ανωτέρων. Είχε όμως φίλους αριστερούς και μάλιστα σε μια δύσκολη στιγμή στο χωριό, βοήθησε μια οικογένεια αριστερών να κρυφτεί, επειδή τους κυνηγούσαν οι δεξιοί.

Έτσι έπεσε ο γενναίος αυτός, ένα από τα παλληκάρια του 592 τάγματος που υπηρετούσε.

Επί της σορού του, ο Διοικητής του Τάγματος κ. Ι. Δασκαλόπουλος εκφώνησε τον ακόλουθο λόγο:

Έπεσες ως ήρωας. Έπεσες για την Ελλάδα, αγαπητέ Μανόλη. Η ζωή σου υπήρξε διαρκής εθνική δράση. Θα μείνει θρύλος. Από την εποποιία του ‘40-‘41 στ’ Αλβανικά βουνά με το 44 Συν/μα στην Κλεισούρα και Τρεμπεσίνα αρχίζει η ηρωική δράση σου και δέχεσαι το πρώτο τραύμα ως παράσημο της ανδρείας σου. Το Μάιο του ‘41 με τη λυσσαλέα προσβολή της Μεγαλονήσου από τον κατακτητή αψηφάς τα πάντα και με τους 20 Χωροφύλακες συμπολεμιστές σου εξοντώνεις τους 200 αλεξιπτωτιστές του εχθρού στο Ρέθυμνο, όπου δέχεσαι το δεύτερο τραύμα. Ως αγνός Έλληνας και φλογερός πατριώτης ως ηρωικό τέκνο της ευάνδρου Κρήτης δεν ανέχεσαι την υποδούλωση της πατρίδας και συνεχίζεις ριψοκίνδυνα και τολμηρά την πολεμική σου δράση στα χρόνια της Κατοχής ως εθνικός αντάρτης και γίνεσαι το φόβητρο του κατακτητού στην περιφέρεια της ιδιαίτερης πατρίδας σου, το Ρέθυμνο. Πάντοτε ενθουσιώδης, πάντοτε τολμηρός, πάντοτε αυθόρμητα μου ζητούσες να εκτελείς τις δυσκολότερες και επικίνδυνες αποστολές. Ήσουν το ξεχωριστό παλληκάρι του Τάγματος. Έτσι, προχθές όρμησες ως γίγας να καταλάβεις το ύψωμα Πλατύ δρόμο στα Πιέρια και δέχθηκες τη δολοφονική σφαίρα. Έπεσες με την ικανοποίηση ότι εξεπλήρωσες την Εθνική εντολή.

Κηδεία χωρίς τη σορό

Η κηδεία του ήρωα έγινε στου Γάλλου μέσα σε βαθιά συγκίνηση χωρίς όμως το σώμα του νεκρού να είναι παρόν. Αντί αυτού υπήρχε μια μεγάλη φωτογραφία του.

Αντίθετα το 9ήμερο μνημόσυνό του τελέστηκε με επισημότητα Παρέστησαν μεταξύ άλλων ο τότε βουλευτής Ρεθύμνου Ευάγγελος Δασκαλάκης, ο τέως Γενικός Διοικητής Κρήτης Χρίστος Τζιφάκης και άλλοι επίσημοι.

Επικήδειους εκφώνησαν ο γιατρός Νικόλαος Λυράκης, ο διδάσκαλος Εμμ. Φραϊδάκης, ο Ιωάννης Κουτσουράκης, ο ιερεύς του χωριού Γάλλου Δασκαλάκης Νικόλαος και η Ευαγγελία Μαραγκουδάκη.

Αποχαιρετώντας τον με συγκίνηση ο παλιός του συναγωνιστής Γιάννης Κουτσουράκης είπε μεταξύ άλλων:

Πολυαγαπημένε μας Μανώλη.

Καμάρι του Νομού μας. Αθάνατε νεκρέ. Έρχομαι εκ μέρους των συναδέλφων Σου και εκ μέρους του Ηρωικού μας Τάγματος, που ψηλά κρατούν την σημαίαν του, εκ μέρους εκείνων που σ’ ηγάπησαν, σαν εξαιρετικό φίλο, πατέρα και αγνό πατριώτη, μ’ ευλάβεια να κλίνω το γόνυ και με δάκρυα για τον χαμό σου να δώσω θερμά συλλυπητήρια στον αξιοσέβαστο. Οι οικογένειά Σου και στους αγαπητούς χωριανούς Σου.

Είναι αδύνατον το να βρει κανείς λέξεις για να σου φτιάξει το χρυσό στεφάνι που Σου ανήκει.

Για μας αγαπητέ Μανώλη δεν έσβησες, όπως πάντα υπήρξες η φλόγα που δεν έσβηνε μέσα στις δύσκολες καμπές της Ιστορίας μας, έτσι θα μένεις πάντα, λαμπερό αστέρι που θα καθοδηγείς κάθε Έλληνα, κάθε πολιτισμένο από γενιά σε γενιά, στο υψηλό καθήκον της θυσίας για τα υψηλά ιδεώδη.

Υπήρξες σημαιοφόρος του Ηρωικού 44 Συντάγματος στην Εποποιία της Αλβανίας και πάντα υπερήφανα ξάπλωνες το Άγιο αυτό Σύμβολο, ακλόνητος πάνω στα υψώματα που κρύβουν τον θαυμασμόν τους για το Ηρωικό αίμα και κόκαλα που δέχθηκαν, γράφοντας ούτω, τις μεγάλες σελίδες της Ιστορίας μας.

Υπήρξες πρώτος που πολέμησες μ’ αυτοθυσία, καίτοι τραυματίας τους όλους όταν έπεσαν στο νησί μας. Ήλθε η καταιγίς τέλος του κατακτητού, η Πατριωτική Σου ψυχή δεν μπορούσε να καμφθή μπροστά στις απειλές και εγκλήματα των Ούνων. Πρώτος, δυνατός, λεβέντης, με καθαρά την σκέψη προς την Πατρίδα, οργάνωσες και έφτιαξες τμήμα που ήταν καμάρι σαν το δημιουργό του στον Νομό μας. Υπήρξες παντού πρώτος Αθάνατε Ήρωα.

Το 1946 φύγαμε μαζί με το Ηρωικό 592 Τάγμα, όλοι μας σ’ είχαμε καμάρι, γιατί ήσουνα η συνισταμένη της ψυχικής ανωτερότητος. Υπήρξες κορωνίς τόσο ως μέλος της κοινωνίας μας όσον και στην στρατιωτική οικογένεια. Κανείς δεν σ’ εγνώρισε και να μην σ’ αγαπήσει. Πάντα πρώτος άφηνες το γραφείο Σου για να μας ακολουθήσεις πάνω στις ψηλές και χιονισμένες κορφές. Εκεί πάνω τις δύσκολες στιγμές, πρώτος με υπερηφάνεια ξάπλωνες τα στήθια Σου για να υποστηρίξεις την προχώρησιν των παιδιών Σου, που κι αυτά κοντά Σου γίνονταν αετοί για να πετάξουν πάνω στις πιο απόκρημνες κορφές. Ποτέ δεν θα λησμονήσω τα λόγια Σου «Δεν μπορώ κουμπάρε να ζήσω στους κονδυλοφόρους» και τέλος η επιθυμία Σου εξεπληρώθη, έφυγες από το γραφείο και παρέλαβες την Δ/σιν του Ηρωικού λόγου Δ/σεως. Με το παράδειγμά Σου, με το θάρρος Σου με τον υπερπατριωτισμόν Σου, έφτιαξες ένα τμήμα που ήταν το διαμάντι του Στρατού μας. Κοντά Σου ξυπνούσαν, πετούσαν οι στρατιώτες μας, τίποτε δεν ήταν γι’ αυτούς εμπόδιο, διότι εγνώριζαν ότι τα βλήματά των όλμων Σου ήταν προπαρασκευή για την Νίκη. Πόσοι δεν σε καμάρωσαν πόσοι δεν σε υμνησασέ χίλιες μάχες αθάνατε Μανώλη…».

Κα πρόσθεσε με τη σειρά του ο Νικόλαος Λυράκης:

«Ποιος από τους υπηρετήσαντας στο 44ο Σ.Π. δεν ενθυμείται τον τότε υπαξιωματικό και σημαιοφόρο μήδη ανθυπολοχαγό, του οποίου ηγγέλθη ο θάνατος; Ποιος λησμονεί το λεβεντόσωμο παλικάρι, το σεμνό, το σοβαρό, τον πρόθυμο και υποχρεωτικό νέο που υπηρετούσε στα γραφεία του Συντάγματος, μέχρι να φθάσουμε στο μέτωπο;

Νέος, ορμητικός, υπερήφανος, αγαπών την πατρίδα, είχε θέσει στη διάθεσή της όλη του τη δραστηριότητα. Μόλις φθάσαμε τότε στο Μέτωπο, αφήκε την πένα και το χαρτί και μόλις το Σύνταγμα, μπήκε στη μάχη, συνόδευσε το Διοικητή του Συντάγματος, στην πρώτη γραμμή και εκεί στο Μπούντα Νορ, ετραυματίσθη υπό εχθρικών όλμων αμέτρητα τραύματα και διασωθείς ως εκ θαύματος.

Η πτώσις των αλεξιπτωτιστών τον βρήκε εδώ αναρρωνύοντα. Όμως εκ των πρώτων ως διοικητής πολυβόλων πολέμησε μέχρι της κατακτήσεως.

Κατά την κατοχή παρέμεινε εις το χωριό του Γάλλου αναμιχθείς ενεργώς εις την οργάνωση ομάδος αντιστάσεως…».

Και ο αείμνηστος γιατρός έκλεινε την συγκινητική του νεκρολογία με τα παρακάτω λόγια:

«Δια του θανάτου του η μεν πατρίς χάνει έναν άριστον πολεμιστήν, οι φίλοι του έναν εξαιρετικό φίλο, οι δε γονείς και η οικογένειά του έναν εξαιρετικόν προστάτην.

Η θυσία του δια την πατρίδα και το ευγενές παράδειγμά του ας είναι διαυτήν Παρηγορία».

Τα οστά του ήρωα δεν φιλοξενήθηκαν για πολύ στην φιλόξενη μακεδονική γη.

Μια πικρή ζωή

Ήταν τραγικά τα χρόνια που ακολούθησαν για την οικογένειά του. Μας λέει σχετικά η κόρη του ήρωα Ελευθερία Θεοδωράκη – Κανακάκη.

– Εγώ σαν μεγαλύτερη θυμάμαι ακόμα την ημέρα του θανάτου του πατέρα μου. Ήμουν ανεβασμένη στη σκάλα. Άκουγα τα ουρλιαχτά κι έβλεπα τι γινόταν. Μαύρο αγκάθι στη μνήμη μου Αρχαία τραγωδία.

Η μητέρα μας Ελένη ήταν μόλις 25 χρόνων όταν έμεινε χήρα. Εγώ ήμουν τριών χρόνων και η αδελφή μου Στέλλα μόλις ενός έτους. Θα μου επιτρέψετε να προσθέσω ότι εμένα με βάπτισε Ελευθερία επειδή στο μεταξύ είχαμε απελευθερωθεί. Αν γεννιόμουν νωρίτερα έμαθα πως ήθελε να με ονομάσει Νίκη. Η πατρίδα ήταν τα πάντα γι’ αυτόν.

«Για χάρη της πατρίδας του που τόσο αγαπούσε

«Ελευθερία» φώναξε όταν εξεψυχούσε…».

Ακολούθησαν χρόνια σκληρά. Η μητέρα μας το γένος Τσουπάκη, προσπάθησε με μια πενιχρή σύνταξη να μας μεγαλώσει. Η οικονομική μας κατάσταση ήταν δύσκολη γιατί η οικογένειά της δεν ήταν γεωργική. Ηρωίδα πραγματική μας μεγάλωσε κάνοντας εξαιρετικό κουμάντο και βέβαια με τη συμπαράσταση της οικογένειάς της. Τα αδέλφια της μάνας μας που μας συμπαραστάθηκαν με θέρμη τίμησαν έτσι τη φιλία με τον πατέρα μας. Γιατί μεγάλη φιλία τους είχε συνδέσει από παλιά.

Ο ένας αδελφός ήταν ηγούμενος στο Αρσάνι και μάλιστα από τη στενοχώρια του έπαθε ζαχαροδιαβήτη. Οι άλλοι δυο ο Στάθης και ο Στέλιος ήταν σπουδαίοι μαραγκοί και επίσης σπουδαίοι οικογενειάρχες. Σίγουρα οι παλιοί Ρεθεμνιώτες θα θυμούνται το θείο μας Στέλιο που ήταν επί 40 χρόνια δεξιός ψάλτης στη Μητρόπολη Ρεθύμνης

Μετακομιδή των οστών

Μετά από λίγα χρόνια, μεταφέρθηκαν τα οστά του Θεοδωράκη από την Κατερίνη στο Γάλλο τη γενέτειρά του, όπου και αναπαύεται, απόλυτα ήσυχος και ικανοποιημένος, διότι επιτέλεσε το μεγάλο του καθήκον, προσφέροντας και τη ζωή του ολοκαύτωμα στο βωμό της πατρίδας.

Μετά θάνατον, του απονεμήθηκε ο βαθμός του υπολοχαγού.

Τιμήθηκε με το χρυσούν αριστείο ανδρείας και το όνομά του δόθηκε στο Στρατόπεδο του 547 Τάγματος Πεζικού, όπου υπάρχει και το μνημείο των πεσόντων του 44ου Συντάγματος Πεζικού.

Επίσης το όνομά του φέρει σήμερα και ο κεντρικός δρόμος της μεσοχωριάς του Γάλλου.

Όσο για την οικογένειά του η γυναίκα του Ελένη δεν έβγαλε ποτέ τα μαύρα. Ακόμα και τα παιδιά της μαυροφέρεσε μέχρι τα 5 τους χρόνια. Ποτέ δεν θέλησε να επιστρέψει στις χαρές της ζωής. Κρατούσε βαρύ πένθος στο σπίτι μια ζωή. Ακόμα και οι κουρτίνες και τα τραπεζομάνδηλα είχαν μαύρο χρώμα.

Νωρίτερα πάντρεψε την κόρη της Ελευθερία αν και το κορίτσι ήθελε να σπουδάσει. Η άλλη κόρη της Στέλλα κατάφερε να σπουδάσει ηλεκτρονικός και εργάστηκε 40 χρόνια στη Δημόσια Τηλεόραση.

Έτσι η Ελένη Θεοδωράκη έφυγε ήσυχη από τη ζωή σε ηλικία 78 χρόνων πάντα με το όνομα του ήρωα συζύγου της στα χείλη.

Και οι δυο θυγατέρες του ήρωα έκαναν επιτυχημένους γάμους και σήμερα ζουν στην Αθήνα, χήρες δυστυχώς, αλλά ευτυχισμένες κοντά στα παιδιά τους και τα εγγόνια τους.

Θέλω με την ευκαιρία να τις ευχαριστήσω και από τη θέση αυτή για τα στοιχεία που μου έδωσαν να εμπλουτίσω το αφιέρωμα και για τις φωτογραφίες από το οικογενειακό τους αρχείο…