25 °C Rethymno, GR
08/07/2020

ΑΦΗΣΑΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Οι παρέες των Ρεθεμνιωτών που έδιναν άλλο χρώμα στην αποκριά

• Ήξεραν να μεταβάλουν σε γλέντι μια τυχαία συνάντηση και σε πανηγύρι μια αφορμή • Σε πρωτοκαθεδρία το περίφημο ...«Κομιτάτο»

Είναι κάποιοι άνθρωποι που ξέρουν να κουμαντάρουν τη ζωή τους, όπως κι αν τους έρχεται, επειδή θέλουν να ζουν το κάθε λεπτό. Και μαζί τους, στην απόδραση αυτή, παρασύρουν κι όποιον άλλον έχει τη διάθεση, αλλά δεν διαθέτει κίνητρα για να το αποφασίσει.

Αυτό το συναντούμε έντονα αρχές του περασμένου αιώνα στο Ρέθυμνο, που πρυτάνευε η στέρηση, αλλά χωρίς ποτέ να δώσει χώρο στη μιζέρια.

Ήταν κάποιοι άνθρωποι, που σε πείσμα της φτώχιας, έδιναν χαρά στους γύρω τους. Και δεν αναφερόμαστε στους γνωστούς γραφικούς τύπους, που τόσο όμορφα μας περιγράφει ο Χάρης Παπαδάκης, στο νέο του βιβλίο και τους προσφέρει έτσι ένα οφειλόμενο μνημόσυνο στο διηνεκές.

Γράφουμε σήμερα για τους, άρχοντες στην καρδιά, Ρεθεμνιώτες που ήξεραν να μεταβάλουν σε γλέντι μια τυχαία συνάντηση και σε πανηγύρι μια καθιερωμένη αφορμή, όπως για παράδειγμα οι απόκριες.

 

Το περίφημο «κομιτάτο»

Αυτούς τους περιγράφουν παραστατικά, με το στίχο ή την πένα του καθένας, ο Γιώργης Καλομενόπουλος, ο Μιχαήλ Μύρωνος Παπαδάκις και ο Κώστας Μαμαλάκης.

Κάποιοι από τους παραδοσιακούς αυτούς γλεντζέδες «είχαν τον τρόπο τους». Κάποιοι άλλοι κυνηγούσαν το μεροκάματο. Όταν έσμιγαν όμως κανένας δεν τους ξεχώριζε. Κι ήταν μια ομορφιά να τους βλέπεις να γλεντούν τόσο όμορφα κυρίως αποκριάτικες μέρες και νύχτες.

Αυτοί οι άνθρωποι σχημάτιζαν το περίφημο «Κομιτάτο» με ειδικότητες και ιδιότητες που θα βοηθούσαν και στην οργάνωση Καρναβαλιού.

Με το άνοιγμα του Τριωδίου ήταν σε γενική …επιστράτευση όλοι αυτοί, ηθοποιοί, γελωτοποιοί, μουσικοί, ερασιτέχνες όλοι, εραστές της καθωσπρέπει διασκέδασης και της αθώας, έστω και με κάποιες υπερβολές σάτιρας.

Όπως μας ενημερώνει ο Παπαδάκις, οι μουσικοί, οι οργανοπαίκτες και οι τραγουδιστές της εποχής όλων των τάξεων, επιστήμονες, μαραγκοί, υποδηματοποιοί, υπάλληλοι ήταν άριστα καταρτισμένοι τόσο στην κλασική μουσική όσο και στη σύγχρονη της μαντολινάτας, της τετραφωνίας και την Κρητική. Καθόλου τυχαίο αυτό από τη στιγμή που η Δημοτική Φιλαρμονική ήταν ένα σχολείο και μάλιστα με άριστους δασκάλους. Και να δεις που το Ρεθεμνάκι μας ξεχώριζε, γιατί καμιά άλλη πόλη, πουθενά στην Ελλάδα, δεν είχε τόση πρόοδο στη Μουσική και στις Τέχνες.

 

 

Αλησμόνητες παρέες

Μια από τις περίφημες παρέες μας γνωρίζει παρακάτω ο Μαμαλάκης.

Μια παρέα που έδιδε «ζωή» στο Ρέθυμνο και δεν άφηνε να πέσει ο τόνος της κοσμικής και κοινωνικής του κίνησης.

Γλεντζέδες αμεριμνοαμέριμνοι τις ώρες της «σχολής» τους, αετοί όμως τις ώρες της «αιχμής» στους τομείς της δραστηριότητάς τους.

Ο καλόκαρδος λεβέντης Μιχάλης Βαλαρής. Ο γλυκομίλητος -ροδόσταμο έσταζε η ομιλία του- Βαγγέλης Πλειαδάκης.

Ο εγκάρδιος, με το γερμένο ελαφρά κεφάλι στον ώμο και το ύφος το συλλογισμένο, Μανόλης Σκευάκης. Ο «υψικάρηνος» εύστροφος και δημοφιλέστατος ρέκτης Δήμαρχος. Μανώλης Γοβατζιδάκης, με «κορώνα» της παρέας τον ψυχικά αριστοκράτη Αριστείδη Κορωνάκη.

«Απόψε θα το κάψουμε και θα πεθάνει ο χάρος!», μονολογούσε συμβολικά ένας ακόμα ρέκτης, ο Βασίλης Τζανιδάκης, ο Καναρίνης με το όνομα.

Ένας ομορφάνθρωπος, καθώς ντυμένος πάντα στην «τρίχα» χρησιμοποιούσε και μια αργκό που δεν σόκαρε όμως.

Και το καλαμπούρι δεν θέλει κόπο θέλει τρόπο.

Ο Ζαχαρίας Πωλιουδάκης κοσμαγάπητος όταν περπατούσε δεν πρόφταινε να ανταποδίδει χαιρετισμούς. Ήταν περιζήτητος στις συντροφιές, γιατί δεν στέρευε ποτέ η ανεξάντλητη δεξαμενή ανεκδότων που διέθετε. Είχε το θείο χάρισμα να σκορπίζει τη χαρά και το γέλιο ελιξίριο της ζωής.

Κι ένα από τα μεγαλύτερα πειραχτήρια επίσης και πάντα έτοιμος για καλή παρέα ήταν ο Στέλιος Δρακάκης, που τάραζε το Γεώργιο Δαφέρμο με την απαίτησή του να αλλάξει την επωνυμία «Πυρφόρος» από το περιοδικό και να το κάνει «Καραφωτιάς»!!!

 

Κανακάκηδες – Μουνδριανάκηδες

Περίφημοι γλεντιστές ήταν μεταξύ άλλων, οι αδελφοί Μουντριανάκηδες, ο Κούνουπας, οι Κανακάκηδες που έδιναν με το μεταδοτικό κέφι τους, άλλη γεύση στην αποκριά. Και να πως τους μνημονεύει ο Καλομενόπουλος;

«Χασές» Καούνης, Γοβατζής,

Τίτος Ζακάκης, Δερμιτζής,

Καφάτος Πενθερούδης

Ο Μανουσάκης κι ο Αστρινός

Καλομενόπουλος Γιαννιός

Κούνουπας και Σκουλούδης

Ξοπίσω τους κι άλλοι πολλοί

Με αποκριάτικη στολή

Φακίρης ο Εγγλέζος.

Ο Παπαδάκης Ισπανός

Ο Τσιριντάνης Αλβανός

κι ο Κούνουπας Κινέζος

Να κι η παρέα του Αετού

άγγελοι και …οξαπαντού

άγγελος ο Δετόρος

και Χερουβίμ να ο Κοσμάς

και ο Κασέλας Σατανάς

κι ο Μπρούντζος …Εωσφόρος

Παντού να στήνουνται χοροί

και να ανοίγουνται σωροί

μπουκάλια με ροσόλια

να πίνουν όλοι να μεθούν

στους μασκαράδες να πετούν

τσουβάλια τα φασόλια.

Εκείνες βέβαια τις Απόκριες του 1908 που περιγράφουμε, τα φασόλια ήταν το κομφετί της εποχής.

 

Οι λεράδες στα χωριά

Θ’ αλλάξουμε όμως τώρα οδηγό, καθώς θέλουμε να δούμε πως διασκέδαζαν τις Απόκριες στα χωριά του νομού μας. Ο Κώστας Ξεξάκης θα μας πάρει έξω από το Ρέθυμνο για να ζήσουμε στην ύπαιθρο του νομού «Τσι Μεγάλες Αποκρές που κουζουλαίνονται κι οι γρες».

Και μας τις περιγράφει με το γνωστό του, γλαφυρό τρόπο, έτσι όπως τις ζούσε στα δικά του παιδικά χρόνια:

«Οι μικρές Αποκρές, μας εξηγεί, είναι τις παραμονές του Σαραντάημερου και οι μεγάλες πριν τη μεγάλη Σαρακοστή.

Οι μεγάλες αρχίζουν την Τσικνοπέμπτη με το σφάξιμο του χοίρου είτε του Μαρτί (χρονιάρικο οικόσιτο αρνί) που ανατρέφει ο κάθε νοικοκύρης ειδικά για τις αποκρές. Όλοι οι νοικοκύρηδες έχουν φροντίδα για το μαρτί τους να βγει οκάδες πολλές και ότινος «βγει» πάνω από είκοσι οκάδες να το διαφημίζει με υπερηφάνεια.

Μπελάς για μια «μουρίδα»

Από μέρες πριν τις Απόκριες τα κοπελάκια είχαν γίνει ανυπόφορος μπελάς για τον μπαμπά των.

«Πότε μπαμπά θα πας στη χώρα; Κι ο λόγος ήταν: «Να μου πάρεις μια μουρίδα».

Κάμποσα παιδιά ήταν τυχερά. Ο μπαμπάς έφερνε μια δυο μάσκες από τη χώρα. Ύστερα μαζεύονταν όλα κάπου κι άρχιζαν τις προετοιμασίες πως θα ντυθούν «Λεράδες». Θα φορούσαν δηλαδή κουδούνια.

Από τους κουραδάρηδες του χωριού εδανείζονταν κάμποσα λέρια, είτε μερικά παιδιά είχαν δικά των φυλαγμένα για την περίπτωση αυτή. Εστολίζοντο με παλιόρουχα φανταχτερά ανδρικά είτε γυναικεία.

Οι Λεράδες ήταν σημαντικό γεγονός, που το περίμεναν με αγωνία, όλο το χρόνο, αλλά και οι μεγάλοι για να γελάσουν κι αυτοί.

Η πρώτη εμφάνιση γινόταν την Τσουκνοπέμπτη είτε την Κρέτινη Κυριακή.

Το τσούρμο των Λεράδων είχε κάποια ορισμένη τάξη στη σύνθεσή του. Κύριο πρόσωπο -πρωταγωνιστής- Αρχηγός ήταν ο «Αράπης», αυτός φορούσε μια κατάμαυρη μασκάρα. Ήταν ο πιο φανίσιμος μεγαλόσκυλος και κεφάτος. Μόνο ο Αράπης φορούσε πολλά κουδούνια -λέρια μικρά και μεγάλα.

Ήταν όλα περασμένα σε ένα σκοινί που το ‘χε ζωσμένο στη μέση του. Οι αποδέλοιποι φορούσαν πολύχρωμες και φανταχτερές μασκάρες κι ένα δυο μικρά κουδούνια και παρίσταναν άλλος τον ντελικανή, άλλος τη γριά άλλος τον γιατρό, τον κουτσό κλπ.

Στους δρόμους που περνούσαν ο Αράπης εταρακουνούσε τα κουδούνια του, που χτυπούσαν δαιμονισμένα κι οι άλλοι θορυβούσαν όσο μπορούσαν περισσότερο και τα μικρά παιδιά τρομοκρατημένα, επαραμέριζαν και μετά ακολουθούσαν όλα μαζί ένα τσούρμο.

Οι κουδουνάδες ή λεράδες, μας πληροφορεί ο Νίκος Ψιλλάκης, σε μια περίφημη μελέτη του, απαντώνται σε όλη σχεδόν την Κρήτη και αποτελούν μια από τις πιο συνηθισμένες μεταμφιέσεις των κατοίκων ορεινών περιοχών του νησιού. Πρόκειται για ομάδες μασκαράδων που ντύνονται με δέρματα ζώων και φορούν κουδούνια, τα οποία χτυπούν συνήθως ρυθμικά, στους σκοπούς των αποκριάτικων χορών. Τα κουδούνια αποτελούν σύμβολα ιεράρχησης των μελών του αποκριάτικου θιάσου, καθώς ο επικεφαλής κάθε ομάδας (ονομάζεται και Αράπης) φορά περισσότερα κουδούνια από τους υπόλοιπους.

 

Μια τρελή τρελή παράσταση

Έμπαιναν λοιπόν οι Λεράδες, αράδα στα σπίτια κι εκεί έδιναν μια τρελή παράσταση. Χόρευαν δηλαδή και πηδούσαν όλοι μαζί. Ο Αράπης ταρακουνούσε τα κουδούνια του και φοβέριζε γύρω γύρω, οι άλλοι ούρλιαζαν, κάποιος έπεφτε κάτω «άρρωστος» και τον παραλάβαινε ο γιατρός, άλλος διπλάρωνε τη γριά κι ο καθένας έκανε κι ένα νούμερο που ταίριαζε στην εμφάνισή του.

Στο τέλος έβγαζαν τις μουρίδες εξεμασκαρώνοντο και «Για ξάνοιξε του λόγου σου, ποιος είναι τουτοσές». Ακολουθούσε κέρασμα, κρασάκι, μυζηθρόπιτες κι άλλα αποχερίδια.

Έτσι με το σαματά των Λεράδων άναβαν τα αίματα για να καταλήξουν το βράδυ μικροί μεγάλοι στο χορό που εστελιώνετο σε κάποιο ευρύχωρο σπίτι, είτε συνηθέστερα στο σχολείο, όπου μαζευόταν όλο το χωριό και ξενυχτούσαν γλεντοκοπώντας.

Όπως βλέπουμε και στις αναμνήσεις του Κώστα Ξεξάκη ούτε η φτώχεια ούτε η αβεβαιότητα που ταλάνιζε τους ανθρώπους ήταν απαγορευτικές στα γλέντια και στην ανάγκη για λίγη διασκέδαση.

Και με μπροστάρηδες τα παιδιά «έκλεβαν» και οι μεγάλοι μια του χάρου τις Μεγάλες Αποκρές …Μήπως και σήμερα έτσι κάπως δεν γίνεται;