20 °C Rethymno, GR
01/10/2020

ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΟΡΥΦΑΙΟΥΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΥ

Οι πρώτες υπογραφές στο καταστατικό του Εργατικού Κέντρου Ρεθύμνου

Γνώρισαν την Κόλαση της μισαλλοδοξίας υπερασπιζόμενοι το δίκιο του εργάτη

 

Αναφερόμαστε κατά καιρούς στους κορυφαίους του συνδικαλισμού που επιτρέπουν στο Ρέθυμνο να καυχάται για μια ακόμα πρωτιά αλλά σπάνια γίνεται λόγος στους πρωτοπόρους του Εργατικού Κινήματος που δημιούργησαν και το Εργατικό Κέντρο.

Στο ιδρυτικό καταστατικό βλέπουμε υπογραφές ανθρώπων που είναι άγνωστοι στους νεότερους. Κι όμως τους οφείλουμε αιώνια αναφορά τιμής γιατί έδωσαν δικαίωμα στον εργάτη να διεκδικεί τα δικαιώματά του μέσα από το συνδικαλιστικό του όργανο. Οι λύδιοι ποτέ δεν ζήτησαν ανταμοιβή. Ούτε και διαμαρτυρήθηκαν για την κόλαση της μισαλλοδοξίας που έζησαν υπερασπιζόμενοι το δίκιο του εργάτη.

Ποιοι ήταν αυτοί;

Ο Γιώργης Βασσάλος

Ο Γιώργης Βασσάλος, γεννήθηκε το 1897 στο ιστορικό Μελιδόνι και ανήκε σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια που είχε όμως βαθιές ιστορικές ρίζες.

Σαν τέλειωσε το τετρατάξιο σχολείο του χωριού του, εργάστηκε σαν επιπλοποιός στο Ρέθυμνο και το 1915 πήγε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε, για ένα μικρό διάστημα, σε ξενοδοχείο. Από μικρός δηλαδή είχε δοκιμάσει το πικρό ψωμί του μεροκάματου. Στην Αθήνα γνώρισε και τους πρωτοπόρους των συνδικαλιστικών αγώνων κι άρχισε να καλλιεργείται μέσα του ο σπόρος της ανάγκης για κοινωνική δικαιοσύνη.

Γύρισε στο χωριό του το 1917 και κατετάγη στη Χωροφυλακή. Με τη μεσολάβηση του τότε βουλευτή Νίκου Ασκούτση τοποθετήθηκε στη Στρατονομία της 13ης Μεραρχίας. Έλαβε μέρος στο Μακεδονικό μέτωπο, στην εκστρατεία της Ουκρανίας κι έπειτα πολέμησε στη Μικρά Ασία μέχρι το Καλέ Γκρότο.

Μετά την πτώση του Ελευθερίου Βενιζέλου τον έστειλαν στο Πεζικό όπου τον βρήκε η κατάρρευση. Από εκεί τον βρίσκουμε στη Θεσσαλονίκη με τον αδερφό του, εργαζόμενο σε αυτοκίνητο. Έτσι έγινε οδηγός.

Το 1924 έφυγε για τον Πειραιά όπου και ξεκίνησε την ενεργό δράση του στο κόμμα που εξέφραζε την ιδεολογία του. Στο Κομμουνιστικό Κόμμα τον οργάνωσε ο χωριανός του Κωστής Βασσάκης. Εκείνη την εποχή η αποδοχή μιας ιδεολογίας δεν ήταν θέμα του συρμού. Ήταν οι ανάγκες της εποχής, η αφάνταστη φτώχεια που επηρέαζε το φρόνημα.

Λίγο αργότερα ο Βασσάλος επέστρεψε στο Ρέθυμνο κι εδώ με τους Νίκο Τσαλδάρη, Μανόλη Αναγνωστάκη, Ηρακλή Ζώνο, Μιχάλη Γριντάκη, Μανόλη Τζεδάκη, Μανόλη Πλεύρη και Κώστα Κούνουπα συγκροτούν την πρώτη κομμουνιστική οργάνωση στο νομό μας.

Ο «καταβρεχτήρας»

Το 1932 διορίστηκε οδηγός στον καταβρεχτήρα του δήμου και στην Πυροσβεστική. Πρωτοστατεί κι εδώ για την ίδρυση του πρώτου σωματείου οδηγών με πρόεδρο τον ίδιο.

Σαν οδηγός άφησε εποχή. Κατάβρεχε το δρόμο καταλαγιάζοντας τη σκόνη, μοίραζε νερό. Και όλοι… έπιναν νερό στ’ όνομά του. Ήταν εξαιρετικά δημοφιλής. Το εγκώμιό του έπλεκαν επαγγελματίες και νοικοκυρές κάθε που περνούσε από τη γειτονιά τους.

– Αυτός είναι ο άνθρωπος που φέρνει τη δροσιά.

– Ο Βασσάλος ο «καταβρεχτήρας».

Κι όταν μοίραζε νερό τον συνόδευε η ευχή «Η ψυχή του να το βρει».

Ίδρυση του Εργατικού Κέντρου

Ο Γιώργης δεν έπαψε ποτέ ν’ αγωνίζεται για τα δικαιώματα των εργαζομένων. Κι επειδή κάθε ειλικρινής αγωνιστής πιστεύει πάνω απ’ όλα στο «εμείς» προχώρησε με άλλους συνοδοιπόρους του στην ίδρυση του Εργατικού Κέντρου το 1932.

Στο πρώτο εκείνο Διοικητικό Συμβούλιο, πρόεδρος ήταν ο Βασσάλος, αντιπρόεδρος ο Φραγκιάς Βλαχάβας, γενικός γραμματέας ο Αντώνης Τσουράκης, ταμίας ο Τίτος Ριακωτάκης, έφορος Μανόλης Στεφάνου και μέλη Γιώργης Παπαδάκης, Σάββας Τσιμπούκας, Χαράλαμπος Κιαγιάς και Νίκος Μπενής.

Αρχίζουν οι περιπέτειες

Ήρθε όμως η Μεταξική δικτατορία ν’ ανακόψει την πλούσια δράση των πρωτοπόρων αυτών συνδικαλιστών και το 1939 συλλαμβάνει 28 από αυτούς. Μετά από φρικτά βασανιστήρια στα κρατητήρια της Ασφάλειας, έστειλε στην εξορία τους Ζώνο, Αναγνωστάκη, Γριντάκη και Σιμιτζή. Οι τρεις πρώτοι πέθαναν στα ξερονήσια και στην Ακροναυπλία από τις κακουχίες.

Στον πόλεμο του ’40 η πατρίδα θυμήθηκε κι αυτά τα παιδιά της που πλήρωναν το τίμημα της ιδεολογίας τους σε φυλακές και εξορίες.

Ήρθε η Μάχη της Κρήτης να γράψει μια νέα εποποιία. Ο Γιώργης Βασσάλος με τον καταβρεχτήρα του έσπευδε σε κάθε πυρκαγιά και με το τουφέκι στο χέρι πολεμούσε τον εχθρό.

Ακολούθησαν τα χρόνια της Κατοχής. Μέσα στα τόσα της δεινά ήταν και οι αγγαρείες. Ο Βασσάλος επιτάσσεται για να μεταφέρει με την υδροφόρα του δήμου νερό στα γερμανικά έργα.

Η δράση του στην αντίσταση

Ωστόσο είναι από τους πρώτους που οργανώθηκε στην Αντίσταση. Η πρώτη του αποστολή ήταν να καταστρέψει το αυτοκίνητό του για να μη μεταφέρει νερό και άλλα υλικά στα υπό κατασκευή γερμανικά οχυρά. Στην ομάδα του στο μεταξύ είχε προσχωρήσει κι ένας… Γερμανός αντιφασίστας. Με τη βοήθειά του ο Βασσάλος και οι άλλοι προώθησαν στο στρατόπεδο των Ρώσων και άλλων συμμάχων αιχμαλώτων τρόφιμα που είχαν μαζέψει σε εξαιρετικά τολμηρές επιχειρήσεις.

Ο Γιώργος Βασσάλος διακρινόταν για την τόλμη και τη γενναιότητά του. Δεν δίστασε να διαρρήξει το γραφείο του μηχανικού του δήμου, να πάρει το χάρτη του Ρεθύμνου και να τον παραδώσει στην Οργάνωση για να τον στείλει στη Μέση Ανατολή, όπως είχε διατάξει το εκεί στρατηγείο.

Σύλληψη και στο στρατοδικείο

Κατακτητές και δοσίλογοι δεν άργησαν να επισημάνουν τη δράση του. Στις 16 Ιουνίου του 1943, συλλαμβάνεται μαζί με τους Γιώργη Γιακουμογιαννάκη, δικηγόρο, Νίκο Ανδρουλιδάκη δικηγόρο, Γιάννη Μαρνιέρο-Δημητρακάκη (Ζαμπράκο), Αντώνη Παπαδάκη, Μανόλη Σπηλιανάκη, Σπύρο Σοφουλάκη, Γιάννη Ευαγγελίδη, επιθεωρητή, Γιώργη Μοράκη, Βασίλη Σπανδάγο, Νίκο Μπιράκη, δικηγόρους, Ματζουράκη και Γιώργη Περακάκη, γιατρό.

Στην ίδια φουρνιά των συλλήψεων ήταν επίσης ο Μύρων Μαθιουδάκης από την Κοξαρέ με άλλους χωριανούς του και από τον Άγιο Σύλα ο Γιάννης Παρασύρης.

Τους μετέφεραν στο Ηράκλειο, χωρίς κανένας να ξέρει ακριβώς ποια θα ήταν η τύχη του. Εκεί άφησαν τους δικηγόρους Νίκο Μπιράκη και Βασίλη Σπανδάγο, τον γιατρό Γιώργη Περακάκη, τον επιθεωρητή Γιάννη Ευαγγελίδη και τον Γιάννη Μαρνιέρο. Τους άλλους έστειλαν σε γερμανικά στρατόπεδα, όπου άφησαν την τελευταία τους πνοή, κάτω από τις γνωστές απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, ο δικηγόρος Γιακουμογιαννάκης, ο Γιάννης Παρασύρης, ο Γιώργης Μοράκης και πολλοί άλλοι πατριώτες.

Στην κόλαση του Ματχάουζεν

Ο Γιώργης Βασσάλος κατέληξε στο φρικτό στρατόπεδο του Ματχάουζεν. Ήταν το κεντρικό από το οποίο και γίνονταν οι μεταγωγές σε άλλα στρατόπεδα. Εκεί μέχρι τις 5 του Μάη 1945 έζησε τη φρίκη της ναζιστικής θηριωδίας.

Γύρισε στο Ρέθυμνο ένα ανθρώπινο ράκος αλλά με ατσάλινη θέληση να ξεκινήσει τη ζωή του από την αρχή. Λογάριαζε όμως χωρίς τους μισαλλόδοξους παράγοντες που δεν τον άφησαν να πάρει ανάσα. Το αποκορύφωμα ήταν να τον απολύσουν από το Δήμο το 1948.

Με το κεφάλι ψηλά

Κι όμως παρά το γεγονός ότι το κορμί του υπέφερε ακόμα από τα κατάλοιπα που είχαν αφήσει τα βασανιστήρια, έκανε κουράγιο και με χίλια βάσανα μεγάλωσε τα τρία του παιδιά, το Νίκο, τη Μαρία και τη Στέλα του.

Η περηφάνια του Γιώργη Βασσάλου και η τακτική του να μην επιβαρύνει τους ανθρώπους του με τα προβλήματα της ηλικίας, του στοίχισε τη ζωή. Χωρίς να πει σε κανέναν το πρόβλημά του υπέφερε για μερικές μέρες κι όταν αναγκάστηκε να το αναφέρει ήταν αργά. Πέθανε στις 30 του Μάη 1982, σε ηλικία 85 χρόνων.

Αυτός ήταν ο ήρωας που με σεβασμό υποκλινόμαστε στη μνήμη του.

Αντώνης Τσουράκης: Ένας από τους πολλούς αγνούς ιδεολόγους

Ο Αντώνης Τσουράκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1913. Πατέρας του ήταν ο Κώστας Τσουράκης από το Αμπελάκι και μητέρα του η Αιμιλία Λαμπρινού από το Ρουσσοσπίτι.

Στο σχολειό είχε δάσκαλο το σπουδαίο εκπαιδευτικό και ακούραστο διά βίου πρωτοπόρο της κοινωνικής και πολιτιστικής προόδου της πόλης, Γιώργη Ζανουδάκη, με τον οποίο θα ξανασυναντηθούν στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στις γραμμές της εαμικής εθνικής αντίστασης.

Μαθήτευσε ως οπλοδιορθωτής δίπλα στον πατέρα του, που διατηρούσε κατάστημα πώλησης και διόρθωσης όπλων στην οδό Β. Κορνάρου στο ισόγειο της κατοικίας του. Ειδικεύτηκε επίσης, ως μηχανοδηγός, διπλωματούχος οδηγός οδοστρωτήρα, που ήταν το δεύτερο επάγγελμα του πατέρα του.

Στη δεκαετία του 1930 εργάστηκε ως μηχανικός στο ελαιουργείο ΒΙΟ, απ’ όπου απολύθηκε μετά την επιβολή του μεταξικού καθεστώτος.

Νεότατος ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Εργατικού Κέντρου Ρεθύμνου και, σε ηλικία 22 ετών, γενικός γραμματέας της διοίκησής του, που καθαιρέθηκε από τη δικτατορική κυβέρνηση Μεταξά.

Από τις πρώτες μέρες της γερμανικής κατοχής στρατεύτηκε μαζί με τη σύζυγό του Ελευθερία Βαρούχα στην εθνική αντίσταση, στο ΕΑΜ, συνεργαζόμενος με συντρόφους του από το κομουνιστικό κίνημα, μεταξύ άλλων την εξαδέλφη του Ελένη Λαμπρινού, τον κουμπάρο του Βαγγέλη Ζυμβραγουδάκη και τον Γιάννη Κυριακάκη, τον οποίο συναντούσε στην «περιβόλα της Αγγελιδάκαινας», κάτω από την Φορτέτζα, όπου κρυβόταν ο γνωστός κομουνιστής αγωνιστής πριν συλληφθεί και μεταφερθεί σε χιτλερικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Ο Αντώνης Τσουράκης προσέφερε τις υπηρεσίες του σε αντάρτες και των δύο ιδεολογικών κατευθύνσεων για τις επισκευές και τη συντήρηση των όπλων τους. Η παράνομη οργάνωση αντίστασης χρησιμοποιούσε το σπίτι του στην οδό Β. Κορνάρου -ερειπωμένο κατά το ήμισυ, όπως και το όμορο του φαρμακοποιού Κούνουπα, από τους βομβαρδισμούς στη Μάχη της Κρήτης- για την απόκρυψη αντιχιτλερικών στρατιωτικών, κυρίως Αυστριακών και Ιταλών, μέχρι να εξασφαλιστούν συνθήκες ασφαλούς μετάβασής τους στις περιοχές που ελέγχονταν από τους αντάρτες.

Σε όλη τη διάρκεια της κατοχής εργάστηκε ως οδηγός οδοστρωτήρα στην οδοποιία, με Έλληνα εργολάβο, αλλά με καθημερινή εποπτεία από Γερμανό αξιωματικό. Όταν, κατέρρεε από την ασθένεια -προχωρημένη φυματίωση- κατέφθανε στο σπίτι του Γερμανός, από τους γνωστούς «πεταλάδες», ο οποίος τον υποχρέωνε να τον ακολουθήσει στο εργοτάξιο.

Η αθλιότητα του εμφύλιου σπαραγμού

Μέχρι εδώ ήταν το μεγαλείο. Ακολουθεί η αθλιότητα, απόρροια του εμφύλιου διχασμού που άρχισε να καλλιεργείται πριν ακόμη απαλλαγεί ο τόπος από τον κατακτητή.

Ο Αντώνης Τσουράκης φυγαδεύτηκε στο Μοναστηράκι και εγκαταστάθηκε στο πατρικό σπίτι της συζύγου του, προκειμένου να αποφύγει την καταναγκαστική εργασία και να αντιμετωπίσει την απελπιστική εξέλιξη της υγείας του.

Η παρουσία του εκεί -σε μια περιοχή που ήταν ήδη ελεύθερη, άρα πεδίο σχεδιασμών για τη μοιρασιά της επερχόμενης εξουσίας- θεωρήθηκε ενοχλητική. Εξαπατήθηκε, με την ψεύτικη πληροφορία ότι ένα από τα τέσσερα ανήλικα παιδιά του είναι σοβαρά άρρωστο και πρέπει να σπεύσει στο Ρέθυμνο.

Μόλις έφθασε στην πόλη, αποκαλύφθηκε το ψέμα, αλλά ήταν αργά. Πρωί πρωί την επόμενη μέρα κατέφθασε ο γνωστός «πεταλάς», με ύφος απόλυτης βεβαιότητας. «Αντώνης κάτω»!

Λίγες μέρες κράτησε το μαρτύριό του, όπως και των υπόλοιπων Ρεθεμνιωτών. Οι Γερμανοί αποχώρησαν προς τα Χανιά, η πόλη ήταν πια ελεύθερη, η καταναγκαστική εργασία σταμάτησε και ο Αντώνης Τσουράκης μεταφέρθηκε σε κακή κατάσταση στο Ηράκλειο για να εισαχθεί επειγόντως στο σανατόριο να φροντίσουν την υγεία του. Δεν στάθηκε δυνατό να εισαχθεί επειγόντως, διότι «Τα νοσοκομεία μας δεν είναι για τσι κουμουνιστές. Αν δεν υπογράψει, δεν μπαίνει». Δεν υπέγραψε, και μπήκε λίγο πριν πεθάνει, για να διαπιστωθεί ο θάνατός του. Που ήταν άλλωστε προδιαγεγραμμένος, ανεξάρτητα από το βαθμό απανθρωπιάς της εξουσίας που διαδέχθηκε την κατοχή.

Η πατρίς τιμά τα παιδιά της

Όλα έγιναν «όπως έπρεπε». Σύνταξη το ΙΚΑ δεν χορήγησε στη σύζυγο και τα τέσσερα ανήλικα παιδιά τους. Η οικογένειά του συνέχισε να κατοικεί στα ερείπια του βομβαρδισμένου σπιτιού. Όταν χορηγήθηκαν νεόδμητα σπίτια και χρηματικές αποζημιώσεις στους βομβόπληκτους, στους δικούς του αναλογούσαν μερικές δεκάδες σανίδες, που έμειναν μέχρι που σάπισαν και πετάχτηκαν μαζί με τα μπάζα, κατάλοιπα του βομβαρδισμού.

Ένα επίδομα που είχε χορηγηθεί σε όλα τα ορφανά ελληνόπουλα, διακόπηκε για τα παιδιά του, όταν η μάνα τους -τοις κείνου ρήμασι πειθόμενη- φυλακίστηκε γιατί είχε αναβιώσει το ερείπιο ως κρησφύγετο, για διωκόμενο στέλεχος του ΚΚΕ αυτή τη φορά, συνεργάτη της αξέχαστης δασκάλας Βαγγελιώς Κλάδου και της Ελένης Λαμπρινού.

Πολύ αργότερα, την 21 Απριλίου 1967, όταν θα συλληφθεί και θα χτυπηθεί απάνθρωπα στο αστυνομικό τμήμα της Καστέλλας στον Πειραιά, η σύζυγος του Αντώνη Τσουράκη αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση νομιμοφροσύνης, παρότι δεν είχε από πολλά χρόνια καμιά κομματική ένταξη, ούτε πολιτική δραστηριότητα. Την ίδια άρνηση αντέταξε και στη Γυάρο και εν συνεχεία στην Αλικαρνασσό, όπου εκτοπίστηκε.

Εξίσου κατηγορηματική και στη δεκαετία του 1980, όταν έλαμψε η Ελλάς Ελλήνων Αντιστασιακών. Στις επανειλημμένες προσκλήσεις του αείμνηστου Γιάννη Κυριακάκη να υπογράψει μια αίτηση αναγνώρισης της συμμετοχής της στην αντίσταση, η απάντηση ήταν σταθερή. «Δεν υπογράφω Γιάννη. Δεν μ’ αφήνουν και τα παιδιά μου».

Όταν η ανθρωπιά αποκτά υπόσταση

Έτσι εξηγείται ο υπέρμετρος σεβασμός αλλά και θαυμασμός παράλληλα του Γιάννη Κυριακάκη στην σπουδαία εκείνη γυναίκα. Έτσι αποκτά υπόσταση ο χαρακτηρισμός του σπιτιού της «Πύλη Ελευθερίας» στην οδό Β. Κορνάρου, που τόσο με είχε εντυπωσιάσει πριν από 35 χρόνια όταν το πρωτοάκουσα. Έτσι εξηγείται και η σχέση ζωής του γιου της Κώστα, με τα κορυφαία στελέχη της αντίστασης, κυρίως στην περίοδο της χούντας. Σχέσεις που αναπτύχθηκαν στη Γυάρο και στο Παρθένι της Λέρου, όπου κρατήθηκε όρθιος, μαζί με το Γιάννη Κυριακάκη και άλλους συμπολίτες μας, ασυμβίβαστους αγωνιστές

Η έρευνά μας εστιάζεται τώρα στους άλλους που προσυπογράφουν το καταστατικό του Εργατικού Κέντρου Ρεθύμνου και μόλις ολοκληρωθεί θα επανέλθουμε στην ενότητα αυτή.