11 °C Rethymno, GR
03/03/2021

ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ '21

Οι Τσουδεροί και η μεγάλη τους προσφορά στον αγώνα

-Ο Μελχισεδέκ ύψωσε το πρώτο λάβαρο στον Κουρκουλό

Η επέτειος των 200 χρόνων από την Εθνική Παλιγγενεσία μας οδηγεί ξανά στην επαρχία Αγίου Βασιλείου να γνωρίσουμε μια ακόμα οικογένεια με μακραίωνη ιστορική παράδοση. Είναι οι Τσουδεροί.

Η μεγάλη αυτή οικογένεια από τον Ασώματο έχει γενάρχη τον Εμμανουήλ γιο του Γεωργίου ή Γεωργιλά Καλλέργη.

Το όνομα της οικογένειας ανάλογα με τις περιστάσεις άλλαξε με τους αιώνες.

Γιατί ως γνωστόν οι Καλλέργηδες ήταν πρώτα Φωκάδες.

Οι Φωκάδες ήταν από τις ισχυρότερες οικογένειες της μικρασιατικής αριστοκρατίας. Εμφανίζονται πρώτη φορά στις ιστορικές πηγές το β’ μισό του 9ου αιώνα. Επί πέντε γενιές κατείχαν ανώτατα στρατιωτικά και διοικητικά αξιώματα, ενώ ένας εκπρόσωπός τους κατέλαβε τον αυτοκρατορικό θρόνο. Ήταν ο Νικηφόρος.

Στην Κρήτη η οικογένεια βρέθηκε αρχές του 12ου αιώνα. Έδειξαν αμέσως αγάπη για τον τόπο. Έτσι από Φωκάδες έγιναν Καλλέργηδες, λόγω των καλών έργων που επιτελούσαν. Κι από Καλλέργηδες λόγω «τσουδίσματος» γενειάδας από κερί, προγόνου έγιναν κάποιοι της οικογένειας Τσουδεροί. Αυτό το στοιχείο διέσωσε η προφορική παράδοση. Από κάποιους ιστορικούς αμφισβητείται. Για τους Καλλέργηδες έχουμε πολλά περισσότερα να σημειώσουμε όταν θα αναφερθούμε στην οικογένεια αυτή.

Οι Τσουδεροί όμως είναι το θέμα του σημερινού αφιερώματος και ξεκινάμε από τους πρωτεργάτες της επανάστασης του 21.

Ο γενάρχης τους Γεώργιος Γεωργιλάς Καλλέργης επιστρέφοντας μετά τις σπουδές του στη μονή του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Πρέβελη στο πατρικό του που βρισκόταν στο χωριό Ασώματος παντρεύτηκε το 1756 και απέκτησε πέντε γιους.

Πρώτος ήταν ο Γεώργιος από τους σημαντικότερους αγωνιστές στην επανάσταση του 21, τον Ιάκωβο, τον Μελχισεδέκ Ηγούμενο της Μονής Πρέβελη, τον Νικόλαο και τον Ιωάννη.

Ας γνωρίσουμε το βίο και την πολιτεία ενός εκάστου εξ αυτών πριν έρθουμε και στους σύγχρονους.

Μελχισεδέκ Τσουδερός

Ήταν ο περίφημος «Τσουδερογούμενος», που συνδυάζεται το όνομά του με την ύψωση του πρώτου λαβάρου της επανάστασης στον Κουρκουλό πριν συναντήσει με τους άλλους αγωνιστές τις κεφαλές των οπλαρχηγών στην Παναγία τη Θυμιανή και ξεκινήσει επίσημα ο αγώνας.

Γεννήθηκε το 1770 και ήταν ο τριτότοκος γιος του Εμμ. Τσουδερού Καλλέργη. O Μελχισεδέκ μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία από τους πρώτους και καθώς ήταν εκ φύσεως ένα ανήσυχο φιλελεύθερο πνεύμα, διαισθάνθηκε εγκαίρως το σημαντικό ρόλο που θα διαδραμάτιζε και άρχισε να αλληλογραφεί με τον Πατριάρχη Γρηγόριο ανταλλάσσοντας απόψεις για το καίριο ζήτημα της επικείμενης επανάστασης. Όταν όμως ο Πατριάρχης συνελήφθη και απαγχονίστηκε, οι Τούρκοι βρήκαν στην αλληλογραφία του που κατασχέθηκε και άλλα στοιχεία επιβαρυντικά για τον Hγούμενο Μελχισεδέκ. Τότε η Υψηλή Πύλη διατάζει τον Ισμαήλ αγά Κουντούρη να τον συλλάβει μαζί με τους καλογήρους της Μονής και να τους απαγχονίσει. Όμως ο Μελχισεδέκ σώθηκε χάρις σε έναν αγαθό Τούρκο με τον οποίο είχε φιλική σχέση, τον Aλή αγά Aτζέμη, ο οποίος μαθαίνοντας τις προθέσεις του Κουντούρη ειδοποίησε τον Ηγούμενο να εξαφανιστεί. Αυτό το μήνυμά όμως έδωσε και την αφορμή στον Μελχισεδέκ να περάσει στην αντεπίθεση.

Προσποιείται τον αμέτοχο, όταν έρχονται οι Τούρκοι στο μοναστήρι, προσφέρει πλούσια φιλοξενία στον αγά και την συνοδεία του και με ταχύτητα αστραπής βάζει μπροστά το σχέδιό του.

Όταν οι Τούρκοι ναρκωμένοι από το γερό φαγοπότι παραδίδονται στον Μορφέα, εξασφαλίζει τους μοναχούς και τα κειμήλια του μοναστηριού, ειδοποιώντας παράλληλα τα αδέλφια του Γεώργιο και Ιωάννη και σμίγοντας με άλλους ένοπλους από τα γύρω χωριά οδεύουν προς τα Σφακιά.

Περνώντας από το Ροδάκινο, στο ύψωμα του Κουρκουλού ο Μελχισεδέκ Τσουδερός υψώνει το πρώτο επαναστατικό λάβαρο.

Και μετά σμίγει με τους άλλους στην Παναγία τη Θυμιανή όπου και κηρύσσεται επίσημα η έναρξη της επανάστασης.

Στις 29 Μαΐου 1821 συγκαλείται γενική συνέλευση των Κρητών και αποφασίζεται ο σχηματισμός τριών στρατοπέδων και η επίσημη κήρυξη της επανάστασης σε όλο το νησί. Το επόμενο διάστημα ο ηγούμενος του Πρέβελη αποδεικνύει τη γενναιότητά του σε πολλές μάχες που γίνονται, με πιο σημαντικές αυτές στον Άγιο Ιωάννη τον Καμένο και στο Σπήλι. Το όνομα του Τσουδερογούμενου Μελχισεδέκ έγινε θρύλος σε όλο το νησί. Συνέχισε να επικοινωνεί με τους υπόλοιπους αγωνιστές στην άλλη Ελλάδα και να εξασφαλίζει για τους συμπολεμιστές του τα απαραίτητα πολεμοφόδια που δεν ήταν εύκολο να τα εξασφαλίζουν από λάφυρα των μαχών. O ίδιος ο Μελχισεδέκ είχε αφιερώσει στον αγώνα πάρα πολλά χρήματα και ασημικά της Μονής. Έπεσε ηρωικά μαχόμενος στο Πολεμάρχι Κισσάμου. O θάνατός του αντήχησε σαν πένθιμο μοιρολόι σε όλο το νησί αλλά και όπου υπήρχε μετερίζι αγωνιζόμενων Ελλήνων. H λαϊκή μούσα έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το γεγονός. Σημαντική είναι μια μελέτη του γιατρού, ιστορικού ερευνητή κ. Μανόλη Καλλέργη που διασώζει αρκετά χαρακτηριστικά μοιρολόγια για τον ηγούμενο με εύστοχο σχολιασμό.

Τσουδερός Ιωάννης

Ήταν αδελφός του Ηγουμένου Μελχισεδέκ. Συμμετείχε ενεργά στην περίφημη μάχη του Αγίου Ιωάννη του Καμένου, όπου οι Κρήτες είχαν και την πρώτη τους μεγάλη νίκη εναντίον του εχθρού. Κατόπιν έλαβε μέρος και στη μάχη στο Σπήλι, όπου οι Τούρκοι έπαθαν πανωλεθρία. Μόνος του ο Ιωάννης Τσουδερός αιχμαλώτισε τον επικεφαλής των Τούρκων Μουσταφά αφήνοντας άφωνους τους συναγωνιστές του. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο αιχμάλωτος πρόσφερε το βαρύ οπλισμό του στον Ιωάννη εκτιμώντας το θάρρος και την ανδρεία του. Ο Τσουδερός πολέμησε επίσης με γενναιότητα στο Αμάρι και στο Πολεμάρχι. Με τον ερχομό των Αιγυπτίων στο νησί ο Ιωάννης συνέχισε με κλεφτοπόλεμο πια τον αγώνα κατά των Τούρκων, πλάι στον αδελφό του Γεώργιο. Και ήταν από τους πρώτους επίσης που έδωσε το παρόν στην νέα επανάσταση του 1841.

Τσουδερός Γεώργιος

Αυτός ήταν ο πρωτότοκος της οικογένειας και αδελφός των προηγουμένων.

Διετέλεσε αρχηγός των Aγιοβασιλειωτών της Κρήτης σε όλες τις επαναστάσεις του νησιού. Γεννήθηκε το 1768 στον Ασώματο Αγίου Βασιλείου του N. Ρεθύμνης.

O Γεώργιος Τσουδερός έχοντας ανατραφεί με τις παραδόσεις της ιστορικής οικογενείας του, έτρεφε άσπονδο μίσος κατά των Τούρκων. Φρόντισε όμως να καλύπτεται γιατί δεν μπορούσε να εγκαταλείψει την οικογένειά του απροστάτευτη στη διάθεση των κατακτητών και να πάρει τα βουνά σαν αρματωλός. Πάντοτε όμως στα κρυφά καθοδηγούσε τον αδελφό του Γιακουμή συμπράττοντας μαζί του σε αντίποινα κατά των Τούρκων. Προσπαθούσε να συμπεριφέρεται με σύνεση και συγκρατούσε όσο ήταν δυνατόν, τον ατίθασο Γιακουμή, γιατί η οικογένειά του είχε εξαντληθεί από το «φόρο του αίματος» που πλήρωνε στους Τούρκους. Ο Τσουδερός περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία να δράσει, η οποία του δόθηκε όταν ήταν ήδη 53 χρόνων, με την έκρηξη της επανάστασης του ’21 και τη μάχη στον Άγιο Ιωάννη. H μάχη αυτή ήταν και η πρώτη ελληνική νίκη που αναπτέρωσε τις ελπίδες και τόνωσε το ηθικό των Ελλήνων. O Γεώργιος Τσουδερός έλαβε μέρος σε όλες τις μάχες στην Κρήτη που έγιναν μέχρι το 1830. Όταν έφθασε στο νησί ο αντιπρόσωπος του Δημητρίου Yψηλάντη και μέλος της προσωρινής διοίκησης της Ελλάδας, Μιχαήλ Aφεντούλιεφ, τον ανέδειξε σε εκατόνταρχο (17 Δεκεμβρίου 1821) αργότερα σε πεντακοσίαρχο (4 Ιουλίου 1822). H δράση του Γεωργίου Τσουδερού έχει μείνει στην ιστορία, γιατί υπήρξε από τους ελάχιστους Κρητικούς αρχηγούς που διέτρεξε ολόκληρη την Κρήτη σπιθαμή προς σπιθαμή, από την Κίσσαμο μέχρι τη Σητεία, πολεμώντας τον εχθρό. Μετά την αποτυχία του Aφεντούλιεφ ως αρμοστή Κρήτης, στάλθηκε από την Ελλάδα για να τον αντικαταστήσει ο θερμός πατριώτης Εμμ. Τομπάζης. Εκτιμώντας τα πατριωτικά αισθήματα του Γεωργίου Τσουδερού και αναγνωρίζοντας τις υπηρεσίες του προς την πατρίδα, τον διόρισε υπαρχηγό στρατού, αφού γενικό αρχηγό είχε διορίσει τον Pούσο Bουρδουμπά. Ο Τσουδερός συνέχισε τον αγώνα διαδραματίζοντας σπουδαιότατο ρόλο σ’ όλες τις μάχες στην Κρήτη. H φήμη του λόγω σύνεσης και στρατηγικότητας είχε εξαπλωθεί παντού. Ήξερε να πειθαρχεί και να επιβάλλεται στους στρατιώτες του, τιμωρώντας με τις αυστηρότερες ποινές όσους παρεκτρέπονταν από τα όρια της ηθικής και της τάξης. Με τα προτερήματά του αυτά γρήγορα ανακηρύχτηκε Στρατάρχης απ’ όλους γενικά τους οπλαρχηγούς και των τεσσάρων επαρχιών του N. Ρεθύμνης. Στο διάστημα της ύφεσης του αγώνα ο Γ. Τσουδερός περιόδευσε από γωνιά σε γωνιά σε όλη την Κρήτη εμψυχώνοντας τους καταπτοημένους συμπατριώτες του και αναπτερώνοντας τις ελπίδες τους για τη λευτεριά. O Τσουδερός δεν περιόρισε τη δράση του μόνο στους πολεμικούς αγώνες αλλά συχνά ενίσχυε αυτούς και οικονομικά όσο βέβαια μπορούσε. Αργότερα ανακηρύχτηκε Στρατάρχης ολόκληρης της Μεγαλονήσου, διατηρώντας συγχρόνως και τη γενική αρχηγία του Αγίου Βασιλείου. Όταν ο αγώνας στην Κρήτη έπαιρνε να σβήσει ο Τσουδερός ήταν από τους τελευταίους που τον εγκατέλειψαν. Μέχρι τα μέσα του 1831, εξακολουθούσε να περιπλανιέται από βουνό σε βουνό και από χαράδρα σε χαράδρα διώκοντας με όση δύναμη είχε τον εχθρό. O πρόωρος θάνατος του Καποδίστρια ματαίωσε την υποσχεθείσα αναγνώριση των εθνικών υπηρεσιών του Τσουδερού που έφθασε στο έσχατο σημείο φτώχειας. Υπέφερε από φρικτές στερήσεις μέχρι το 1833 οπότε έφθασε στη Μεθώνη ο βασιλιάς Όθωνας, ο οποίος εκτιμώντας τις υπηρεσίες του, του υποσχέθηκε αναγνώριση και οικονομική ενίσχυση. Έτσι το 1838 ο Τσουδερός ονομάζεται Συνταγματάρχης της Bασιλικής Φάλαγγας. Αν και είχε το βαθμό αυτό έπαιρνε μισθό ταγματάρχη. Έτσι ζούσε με κάποια σχετική ευκολία. O Γ. Τσουδερός κουρασμένος σωματικά και ράκος ψυχικά-μετά την αποτυχία του επαναστατικού κινήματος στην Κρήτη (1841) έφυγε πάμπτωχος το 1849, σε ηλικία 91 ετών. Πέθανε πικραμένος μακριά από την πατρίδα του που δεν είχε εγκαταλείψει σχεδόν ποτέ.

Τσουδερός Αναγνώστης

Ήταν ένας από τους τρεις γιους του Γεωργίου Τσουδερού. Πολέμησε με ηρωισμό σε όλες τις μάχες στο πλευρό του πατέρα του. Ο θάνατος σε μια μάχη του αδελφού του Εμμανουήλ τόσο τον επηρέασε ψυχικά που διψώντας για εκδίκηση έγινε περισσότερο παράτολμος αδιαφορώντας για τη ζωή του. Αυτό φάνηκε σε μια δύσκολη αναμέτρηση με τα εχθρικά στρατεύματα στην περιοχή Ρεθύμνου. Ήταν τότε που ο φοβερός γενίτσαρος Αλμπάνης για να εκδικηθεί το πάθημα των Τούρκων στον Αρμενόκαμπο εισέβαλε ξαφνικά στο χωριό Αρχοντική (Αρκούδαινα) θανατώνοντας περίπου ενενήντα άνδρες. Όταν το έμαθε ο Αναγνώστης Τσουδερός, χωρίς να καθυστερήσει ούτε στιγμή πήρε εκατό ιππείς και με τη βοήθεια των άλλων αγωνιστών Καπετανάκη, Ρουστικιανό και Κατσούρη κατέλαβε το Ατσιπόπουλο μετά από νυκτερινή έφοδο. Για δυο μέρες οι Τούρκοι δεν τόλμησαν να προχωρήσουν προς τα εκεί αλλά αφού μαζεύτηκαν περίπου 2000, βγήκαν στον Αρμενόκαμπο για να εφοδιαστούν με τρόφιμα. Εκεί τους αιφνιδίασε ο Αναγνώστης Τσουδερός σκοτώνοντας κάπου 200 και υποχρεώνοντας τους άλλους να τραπούν σε φυγή. Μέσα στη σύγχυση άφησαν και δυο σημαίες στα χέρια των Ελλήνων.

Την ίδια τύχη είχαν και οι άνδρες του Μεχμέτ Μπεγάκη που έσπευσαν από τον Κάστελλο για ν’ ανακόψουν την φυγή των ομοεθνών τους και να τους υποχρεώσουν να επιτεθούν στους Έλληνες στη θέση «Μοναχή Ελιά». Αν και πίστευαν ότι θα αιφνιδίαζαν τους Έλληνες, που ενθουσιασμένοι από τη νίκη μάζευαν λάφυρα, οι άνδρες του Αναγνώστη τους υποχρέωσαν να εγκαταλείψουν άναυλα το πεδίο της μάχης αφήνοντας νεκρό ακόμα και τον Μεχμέτ Μπεγάκη. Το 1831 ο Αναγνώστης Τσουδερός έφυγε για την Πελοπόννησο. Είχε μαζί του και τέσσερα καθαρόαιμα άλογα, λάφυρα από μια μάχη στο Μεσολόγγι όπου είχε αντιμετωπίσει τον Αιγύπτιο στρατάρχη Χουσεΐν. Ο απώτερος στόχος του ήταν να δημιουργήσει ένα επίλεκτο σώμα από Κρήτες ιππείς και να είναι έτοιμος για νέους αγώνες. Αυτό το σχέδιο δεν ευοδώθηκε, έτσι αναγκάστηκε να καταταχθεί σε άτακτα πολεμικά σώματα αρχικά και μετά στον τακτικό στρατό με το βαθμό του ανθυπολοχαγού στη Βασιλική Φάλαγγα, υπό τας διαταγάς του Δημήτριου Καλλέργη. Αργότερα εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Τολό, στην περιοχή του Ναυπλίου κι εκεί τον βρήκε η προαγωγή του σε λοχαγό της Βασιλικής Φάλαγγας το 1838.

Συμμετείχε και στην αποτυχημένη επανάσταση του 1841 αλλά και στην επόμενη του 1866 παρά τη μεγάλη του ηλικία. Την περίοδο αυτή χάνει το γιο του Γεώργιο στο Θέρισσο της Κυδωνίας, όπου σκοτώθηκε ηρωικά μαχόμενος. Ο θάνατος αυτός, που τον βύθισε στο πένθος, έγινε πάλι αφορμή να θυμηθεί τον παλιό παράτολμο εαυτό του. Ο Αναγνώστης Τσουδερός σύνδεσε το όνομά του με τη μεγάλη νίκη των Κρητών στην Αγία Ρουμέλη, όπου ένωσε το στρατό του με τις δυνάμεις του Ζυμβρακάκη. Από τους πρώτους ήταν επίσης που έσπευσε να αναχαιτίσει τη μεγάλη επίθεση του Ομέρ πασά που με 30.000 επίλεκτους στρατιώτες προσπαθούσε να καταπνίξει την επανάσταση. Οι Κρήτες κατάφεραν να εγκλωβίσουν τους Τούρκους για δυο εβδομάδες στα χωριά Αρχοντική, Επισκοπή και Αργυρούπολη. Έτσι ο εχθρός δεν μπορούσε να περάσει από τα στενά της Ασή Γωνιάς και των Μυριοκεφάλων που φυλούσαν μέρα και νύχτα τα στρατεύματα των Κρητών. Ο καιρός όμως φάνηκε ξαφνικά φιλικός με τους Τούρκους. Εντελώς αναπάντεχα 21 Απριλίου 1867 έριξε χιόνι που κατέβαλε τους αγωνιστές. Ο Αναγνώστης Τσουδερός πέθανε από τις κακουχίες εκείνης της απροσδόκητης βαρυχειμωνιάς λίγες μέρες αργότερα.

Για τους νεώτερους Τσουδερούς που έγραψαν ιστορία θα έχουμε και άλλο αφιέρωμα στο επόμενο φύλλο.

 

Πηγές:

Εύας Λαδιά: Ρεθεμνιώτες Αγωνιστές στην Επανάσταση του 21

Μανόλη Καλλέργη: Ιστορία των Καλλέργηδων στην Κρήτη

Κρήτη Αφιέρωμα