19 °C Rethymno, GR
29/10/2020

ΜΕ ΑΣΒΕΣΤΗ ΠΑΝΤΑ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑ ΠΑΤΕΡΑ

Ο Μόσχος Λαγκουβάρδος συνεχίζει να τιμά τα Ελληνικά Γράμματα

Πολιτογραφήθηκε «Λαρισαίος» αλλά δεν ξεχνά και το Τριπόδο

Από τους συνεργάτες που τιμούν με τα κείμενά τους τα «Ρ.Ν.» ο κ. Μόσχος Ε Λαγκουβάρδος.

Αποτελεί πνευματική απόλαυση η ανάγνωση κάθε συνεργασίας του και ιδιαίτερα στο δοκίμιο θυμίζει μεγάλες στιγμές της ελληνικής λογοτεχνίας.

Με τα κείμενά του δηλώνει την παρουσία του στον τόπο καταγωγής του το Ρέθυμνο, γιατί εκείνος γεννήθηκε το Δεκέμβριο του 1940 στην Πεντάβρυσο Καστοριάς Πατέρας του ο εθνομάρτυρας Εμμανουήλ Μ. Λαγκουβάρδος και η μητέρα του Ελένη μια υπέροχη Μακεδονίτισσα ηρωίδα της ζωής.

Γιος εθνομάρτυρα

Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στην κωμόπολη της Δεσκάτης Γρεβενών, το χωριό της μητέρας του.

Για τον ηρωικό πατέρα του, Εμμανουήλ Λαγκουβάρδο, δεν ξέραμε τίποτα μέχρι που ο εκλεκτός και ακούραστος εργάτης του πολιτισμού κ. Βασίλης Αποστολάκης, ανώτερος αξιωματικός ΕΛ.ΑΣ. ε.α, όπως επιθυμεί να τον αναφέρουμε, αποκάλυψε, μετά από σοβαρή ιστορική έρευνα, τον τραγικό του θάνατο.

Όπως αναφέρει ο κ. Βασίλης Κ. Αποστολάκης σε δημοσίευμά του στα «Κρητικά Νέα» ο Εμμανουήλ Μόσχου και Μαρίας Λαγκουβάρδος ενωμοτάρχης Χωροφυλακής, γεννήθηκε στο Τριπόδο Μυλοποτάμου το 1903 και γαλουχήθηκε με τα νάματα της μεγάλης και ιστορικής Οικογένειας των Λαγκουβάρδων και του ηρωοτόκου χωριού του. Φορτωμένος με όνειρα και έχοντας ως εφόδια την πίστη του προς το Θεό, την αφοσίωσή του στην πατρίδα και την αγάπη του προς το συνάνθρωπο, κατατάσσεται στην Ελληνική Χωροφυλακή το 1924, με σκοπό να διακονήσει τον Έλληνα πολίτη, με ευπρέπεια και σεβασμό, όπως ταιριάζει, σε σωστά σκεπτόμενους, Έλληνες Κρατικούς Λειτουργούς. Αγαπούσε τη μουσική κι χειριζόταν με δεξιοτεχνία το δοξάρι της λύρας.

Ως Ενωμοτάρχης, θα υπηρετήσει στη Δεσκάτη Γρεβενών, όπου θα νυμφευθεί μία καλοαναθρεμμένη γυναίκα, από σπίτι με αρχές και αξίες, την Ελένη του Αγγελάκη και της Βασιλικής Κοτίτσα.

Από τη Δεσκάτη, θα μετατεθεί στην Καστοριά και μετά στη Φλώρινα Ο Ηρωικός Ενωμοτάρχης, τήρησε μια αξιοπρεπή, μια Ελληνοπρεπή στάση, στα μαύρα χρόνια της Κατοχής, δεν «εμήδισε» ποτέ, πιστός στις παραδόσεις του χωριού του και των προγόνων του και οι κατακτητές δεν τον συγχώρησαν.

 

Το χρονικό της θυσίας

Για να καταλάβουμε και να συνδέσουμε τα γεγονότα μέχρι το θάνατό του ας ακολουθήσουμε τη χαρισματική περιγραφή που κάνει ο κ. Βασίλης Αποστολάκης στο δικό του αφιέρωμα για τον Εμμανουήλ Λαγκουβάρδο:

«Δευτέρα, 28η Οκτωβρίου 1940. Ώρα 05.30’.

Ισχυρές Ιταλικές δυνάμεις εισβάλλουν, αναίτια, στην Ήπειρο, όπου, όχι μόνο αναχαιτίζονται και καταδιώκονται, από τον ένδοξο και φιλόχριστο Στρατό μας, αλλά εξευτελίζεται και γελοιοποιείται ο υπερφίαλος Μουσολίνι.

Κυριακή, 6 Απριλίου 1941. Ώρα 05.15’.

Γερμανικός Στρατός, που σταθμεύει στη Βουλγαρία, με τη συγκατάθεση του Βούλγαρου βασιλιά Βόρι, επιτίθεται, απρόκλητα στη χώρα μας. Οι υπερασπιστές των συνόρων μας αμύνονται σθεναρά και η Μάχη των Οχυρών θα μείνει παροιμιώδης.

Κυριακή, 27 Απριλίου 1941.

Οι Γερμανοί εισέρχονται στην Αθήνα και αρχίζει η μακρά και σκοτεινή νύχτα της Κατοχής (Ιταλοί, Γερμανοί, Βούλγαροι).

Οι κατακτητές μολύνουν την ιερή μας γη και διαπράττουν εγκλήματα, σε βάρος του Λαού μας, που δε θα τους συγχωρήσει ποτέ η Ιστορία.

Οι Βούλγαροι, στη Μακεδονία και ιδιαίτερα στη Δυτική, θα προσπαθήσουν να εξοντώσουν τον Ελληνισμό, από τα άγια εκείνα χώματα, με δολοφονίες και καταστροφές, αλλά δε θα το καταφέρουν.

Η Κυβέρνηση της Βουλγαρίας οργανώνει τους κομιτατζήδες του παλαιού «Μακεδονικού Κομιτάτου», με άλλες μορφές οργανώσεων, που τώρα, σαν αιματωμένοι βρυκόλακες, απόγονοι των ίδιων ανθρώπων, προσπαθούν να αφανίσουν ό,τι Ελληνικό στοιχείο υπάρχει στην περιοχή και στη συνέχεια να προσαρτήσουν την αιώνια Ελληνική γη, τη Μακεδονία, στη Βουλγαρία.

Η βία περνά και ίσως δουλώνει τον τόπο, ποτέ όμως το πνεύμα και τις ψυχές των υπερήφανων ανθρώπων που τον κατοικούν.

Η τραγωδία της Μακεδονίας, κατά τη ζοφερή περίοδο της Κατοχής, δεν έχει όμοιά της. Κάθε ημέρα και από ένα λουτρό αίματος. Δολοφονίες, καταστροφές, λεηλασίες, εξευτελισμοί σε βάρος των Ελλήνων. Όποιος δεν συνεργάζεται με το στρατό κατοχής, είναι εχθρός τους και πρέπει να εξοντωθεί.

Ιανουάριος 1944. Η ψυχή του Έθνους υφίσταται νέο πλήγμα. Έντονα διαδίδεται, ότι η Γερμανία αποφάσισε, όπως η Βουλγαρική κυριαρχία επεκταθεί και στη Δυτική Μακεδονία.

Βουλγαρικός στρατός διέρχεται από τη Θεσσαλονίκη και περνά στο Νόμο Πέλλας.

16 Ιανουαρίου 1944. Δυνάμεις του Βουλγαρικού στρατού καταφθάνουν στη Δυτική Μακεδονία, προερχόμενες από το Μοναστήρι, όπου θα αποχωρήσουν στις 10 Φεβρουαρίου 1944.

Κατά την παραμονή των στα Ελληνικά εδάφη, θα τα μολύνουν και θα σπείρουν την καταστροφή και το θάνατο.

Στις 10 Φεβρουαρίου 1944 ο Ενωμοτάρχης Λαγκουβάρδος Εμμανουήλ, υπηρετεί ως Διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής Μεσονησίου Φλώρινας.

Εκείνη την ημέρα δέχεται άγρια επίθεση από ομάδα Βουλγάρων Στρατιωτών, οι οποίοι τον τραυματίζουν βαρύτατα…».

Το τραγικό γεγονός περιγράφεται σε αναφορά του τότε νομάρχη Φλώρινας Κωνσταντίνου Ε. Μπόνη κι έτσι έχουμε μια ακριβή περιγραφή των γεγονότων.

Εκείνο την ημέρα λοιπόν, κατά τις 4:00 το απόγευμα, ένα τμήμα βουλγαρικού στρατού είχε επιβιβαστεί σε αμαξοστοιχία στο σταθμό Αρμενοχωρίου με προορισμό την κατεχόμενη Γιουγκλοσλαβία. Μαζί του θα αναχωρούσαν και τέσσερις πολίτες από το Αρμενοχώρι από τους πλέον φανατικούς βουλγαροφώνους.

Στον ίδιο σταθμό βρίσκονταν τυχαία ένας χωροφύλακας για τη φρούρηση της αποθήκης κι ένας άλλος για την φρούρηση της σιδηράς γεφύρας Αρμενοχωρίου.

Μια μικρή παρεξήγηση μεταξύ των βουλγάρων στρατιωτών κι ενός υπαξιωματικού έγινε αφορμή να βρεθούν σε τρομερά δύσκολη θέση οι χωροφύλακες. Γιατί επωφελήθηκαν οι φανατικοί βουλγαρόφωνοι της ευκαιρίας να τους συκοφαντήσουν ότι αυτοί υποκίνησαν το μικρό επεισόδιο. Άλλο που δεν ήθελαν οι Βούλγαροι.

Έπεσαν πάνω στον πρώτο χωροφύλακα και τον κτυπούσαν ανελέητα. Την ίδια τύχη είχε και ο δεύτερος που με ήπιο ύφος προσπάθησε να σώσει τον συνάδελφό του από τη λυσσαλέα επίθεση των Βουλγάρων.

Εκείνη τη στιγμή κι ενώ ο πρώτος χωροφύλακας είχε καταφέρει να ξεφύγει από τον κλοιό κι έτρεχε να σωθεί πέρασε από εκεί ο Σταθμάρχης του Σταθμού Χωροφυλακής Μεσονησίου, Εμμανουήλ Λαγουβάρδος που σταμάτησε να πληροφορηθεί τι συμβαίνει. Μα δεν πρόλαβε να καταλάβει λέξη. Θεριά ανήμερα οι Βούλγαροι έπεσαν πάνω του χωρίς λόγο, χωρίς καμιά αφορμή και άρχισαν να τον χτυπούν με μανία, άλλοι με τους υποκοπάνους των όπλων, άλλοι με τις γροθιές τους, άλλοι με κλωτσιές κι ένας με φτυάρι. Σταμάτησαν μόνο όταν ο τραγικός σταθμάρχης έπεσε αιμόφυρτος στο έδαφος χωρίς τις αισθήσεις του.

Μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο αλλά η κατάστασή του ήταν πολύ σοβαρή. Τελικά υπέκυψε στα τραύματά του στις 4 Μαρτίου 1944.

Ήταν αγαπητός από τους κατοίκους της περιοχής και η κηδεία του έγινε με πάνδημη συμμετοχή. Από τότε αναπαύεται στο Στρατιωτικό Κοιμητήριο της Φλώρινας.

Η μανία και το μίσος των κατακτητών δεν «κορέσθηκε» με το φρικτό τέλος του Εμμανουήλ Λαγκουβάρδου, αλλά ήθελαν να σκοτώσουν τη σύζυγο και το μικρό γιο του Μόσχο, οι οποίοι σώθηκαν από κατοίκους της περιοχής, σεβόμενος ο κόσμος τη μνήμη του ηρωικού και γνήσιου Έλληνα Ενωμοτάρχη.

Η Φλώρινα και το Μεσονήσιο δεν ξέχασαν τον ήρωά τους κι έδωσαν το όνομά του σε πλατείες.

Γαλουχήθηκε με τις αξίες της ζωής

Ο μικρός Μόσχος μεγάλωσε ορφανός αλλά διδάχτηκε τις αξίες της ζωής από τον παππού και τη γιαγιά.

Ιδιαίτερα η γιαγιά Βασιλική, μια σοφή γυναίκα του λαού μας ξεχώριζε τους ανθρώπους ανάλογα με το βαθμό αντίληψης. Δεν έλεγε αυτός είναι κακός αλλά, «δεν τον κόβει, μάνα μ’». Και μ’ αυτό έλεγε τα πάντα. Ο παππούς του Αγγελάκης και η μητέρα του Ελένη τον μύησαν στην αγάπη της φύσης.

Εκείνος όμως που τον επηρέασε βαθύτατα και καθόρισε τη μελλοντική του πορεία ήταν ο Αμερικανός ποιητής και φιλόσοφος Ρόμπερτ Λαξ, που τον συνάντησε στην Κάλυμνο και έκτοτε η ζωή του, όπως αναφέρει ο ίδιος ο κ. Λαγκουβάρδος, χωρίστηκε στα δύο πριν τον Λαξ και μετά τον Λαξ. Ήταν ο άνθρωπος που εδραίωσε περισσότερο από όλους την πίστη του στο Χριστό και την αγάπη του στην νοερά προσευχή. Τόσο που πιστεύει ότι ο αληθινός προορισμός του ανθρώπου είναι να γίνει «οίκος προσευχής».

Δικαστικός λειτουργός

Η νομική ήταν η επιστήμη που κέρδισε μετά τη λογοτεχνία τον Ρεθεμνιώτη λόγιο που λόγω καταστάσεων πολιτογραφήθηκε «Λαρισαίος».

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και υπηρέτησε ως Πταισματοδίκης.

Η λογοτεχνική του πορεία

Άρχισε να γράφει και να δημοσιεύει λογοτεχνικά κείμενα (ποιήματα, διηγήματα κ.α.) από μαθητής του γυμνασίου σε εφημερίδες και περιοδικά. Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Στον κήπο» εκδόθηκε απ’ τη «Διαγώνιο» στη Θεσσαλονίκη το 1975. Ασχολήθηκε επίσης με τη φωτογραφία και με τον αθλητισμό. Έλαβε μέρος σε έξι Μαραθωνίους δρόμους, στην κλασική διαδρομή. Συνεργασίες του δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά «Διαγώνιος», «Ευθύνη», «Γραφή» κ.α. Υπήρξε όπως προαναφέραμε στενός φίλος του Αμερικανού ποιητή και φιλοσόφου Ρόμπερτ Λαξ και μετέφρασε το βιβλίο του «Μύθοι», Θεσσαλονίκη 1980. Είναι συνεργάτης της «Ελευθερίας» Λαρίσης και των «Ρεθεμνιώτικων Νέων» στα οποία δημοσιεύει μικρά δοκίμια, τα τελευταία χρόνια.

Ασχολείται με μοναδική επιτυχία με την ποίηση, το δοκίμιο, το χρονικό-χρονογράφημα Και μας ξαφνιάζει με τις εξαιρετικές ιδέες και τη βαθύτητα των νοημάτων του.

Είναι και συνεργάτης της εβδομαδιαίας εφημερίδας «larissanet», που του έκανε πρόσφατα ένα εξαιρετικό αφιέρωμα.

Αν και γεννήθηκε στην Πεντάβρυσο Καστοριάς από πατέρα Κρητικό και μητέρα Μακεδονίτισσα, πολιτογραφήθηκε Λαρισαίος.

Λάτρης της μουσικής

Ο Μόσχος Λαγκουβάρδος λατρεύει τη μουσική και αυτό που δεν κατάφερε ο ίδιος ευτύχησε να το καμαρώνει στα παιδιά του που είναι άριστοι μουσικοί. Ο Μανόλης είναι βιολοντσελίστς, ο Γρηγόρης βιολιστής και η Μαρία-Κλεοπάτρα πιανίστρια.

Από το εξαιρετικό πράγματι αφιέρωμα της LARISSANET σταχυολογήσαμε το παρακάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα που μας δίνει έννοιες που χαρακτηρίζουν τη φιλοσοφία του εκλεκτού μας συνεργάτη:

«Η στενοχώρια είναι αξιολύπητη»

«Μιλάει και για τη ζωή: «Η στενοχώρια είναι αξιολύπητη. Κανένας δεν την θέλει. Από παντού την διώχνουν. Γιατί δεν αλλάζει κι αυτή χαρακτήρα. Πώς μπορεί να ζει έτσι; 

Σε ποιον άραγε τόπο θα γινόταν δεκτή η στενοχώρια; Ποιος θέλει τη στενοχώρια; Δεν ξέρω κανέναν να τη θέλει. Εντάξει να τη διώχνουμε, αλλά με καλό τρόπο. Να προσευχόμαστε γι’ αυτούς που μας στενοχωρούν. Έτσι φεύγει η στενοχώρια με τη θέλησή της. Ακόμα κι όταν ο εαυτός μας ο ίδιος είναι η αιτία της στενοχώριας μας, ας προσευχηθούμε, και θα φύγει με το καλό. Κύριε, όση στενοχώρια μου δίνει ο εαυτός μου, τόση χαρά να του δώσεις. Έτσι πιστεύω θα φύγει η στενοχώρια. 

Μια φορά ήρθε μια γυναίκα απ’ τις Δυτικές Πολιτείες της Αμερικής, στις Ανατολικές και συναντώντας έναν συγγραφέα, τον ρώτησε πώς είναι η ζωή στις Ανατολικές Πολιτείες. Ο συγγραφέας την ρώτησε, στις Δυτικές πώς είναι; Μια χαρά είναι η ζωή στις Δυτικές Πολιτείες, είπε.

Μια χαρά είναι η ζωή και στις Ανατολικές Πολιτείες, απάντησε ο συγγραφέας. 

Μια άλλη φορά ήρθε μια γυναίκα από τις Βόρειες Πολιτείες στις Νότιες και συναντώντας έναν συγγραφέα, τον ρώτησε, πως είναι η ζωή στις Νότιες Πολιτείες. Ο συγγραφέας τη ρώτησε, πώς είναι η ζωή στις Βόρειες Πολιτείες. Χάλια είναι η ζωή στις Βόρειες Πολιτείες, απάντησε η γυναίκα. Χάλια είναι η ζωή κι εδώ στις Νότιες Πολιτείες, είπε ο συγγραφέας.

Το συμπέρασμα που βγαίνει από τις συναντήσεις και τις απαντήσεις αυτές είναι ότι η ζωή είναι όπως είμαστε!».

Χρ. Μπ. 

Μια εμβληματική μορφή

Ο εξαίρετος λογοτέχνης συνταξιούχος πλέον δικαστικός από τους πιο επικοινωνιακούς συναδέλφους του, συνηθίζει τους περιπάτους στο κέντρο της Λάρισας Είναι από όλους αγαπητός και ιδιαίτερα αξιοσέβαστος Είναι πάντα απλός και ξεχωρίζει παντού η εμβληματική του μορφή με την κατάλευκη γενειάδα και τη χαρακτηριστική τραγιάσκα.

Εκείνος που τον συναντά πρώτη φορά δεν μπορεί να μαντέψει τη σοφία αυτού του ανθρώπου που αρκετές φράσεις του όπως «Η ζωή είναι όπως είμαστε» αποτελεί μότο της ίδιας της ύπαρξης. Ακριβώς επειδή είναι ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες του καιρού μας που με τη χαρισματική του πένα αναλύει τις μεγάλες αλήθειες της ζωής και θυμίζει τα μικρά ασήμαντα που κάνουν όμως σημαντική την ίδια τη ζωή μας.

 

Πηγές:

Βασίλη Αποστολάκη: Εμμανουήλ Μόσχου Λαγκουβάρδος

LARISSANET: ΠΡΟΣΩΠΑ

Διάφορες αναφορές στο διαδίκτυο