18 °C Rethymno, GR
09/05/2021

Ο Ν. Καζαντζάκης και η συμβολή της Κρητικής Εκκλησίας στην Επανάσταση του 1821

Το 2021 είναι έτος αφιερωμένο στα 200 χρόνια από την απελευθέρωση από τους Τούρκους, στην οποία σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η Εκκλησία. Θεωρούν πολλοί ότι ο Ν. Καζαντζάκης, είναι μόνο αυστηρός επικριτής των ιερωμένων. Όμως πλήθος ύμνων για την προσφορά τους στους εθνικούς αγώνες κατακλύζουν τα έργα του. Για τον Ν. Καζαντζάκη οι κληρικοί ήταν:

  1. Διπλωμάτες, ευέλικτοι, άριστοι διαχειριστές των κατακτητών. Δημιούργησαν ολόκληρη σχολή διπλωματίας τη περίφημη «Φαναριώτικη διπλωματία», προκειμένου να προστατευθεί ο λαός από τις σφαγές και τις λεηλασίες των κατακτητών. Γνώριζαν τις αδυναμίες των Τούρκων και τις εκμεταλλευόταν για να προστατεύσουν το λαό. Τους παραπλανούσαν, όταν χρειαζόταν, με μυθεύματα, κολακείες και δώρα, με κίνδυνο να χαρακτηρισθούν φιλότουρκοι. Τους εμφάνιζαν κινδύνους για τη ζωή τους, πραγματικούς ή φανταστικούς, από χριστιανούς ή μουσουλμάνους και τους οδηγούσαν σε αυτοσυγκράτηση. Οι Τούρκοι αναγνώριζαν αυτή τη μαεστρία και ικανότητα τους, γι’ αυτό και ομολογούσαν: «Μα τον Αλλάχ, εσείς οι Ρωμιοί… πότε με το μέλι πότε με το ξύδι, πιάνετε όλες τις μύγες» Βλ. Ν. Καζαντζάκη, Καπετάν Μιχάλης (Κ.Μ.) σ.181.
  2. Επαναστάτες, πρωτεργάτες στους αγώνες της λευτεριάς, βασικοί συντελεστές στα απελευθερωτικά κινήματα των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων. Έδωσαν πολύ αίμα για την ελευθερία. Τα μοναστήρια ήταν τα επαναστατικά κέντρα. «Στις αυλές των μοναστηριών κοριτσόπουλα και γυναίκες έσκιζαν παλιά χειρόγραφα και κιτάπια κι έδεναν φισέκια. Οι κατεχάρηδες καλόγεροι έτριβαν σε γουδιά αλοιφές και μπάλσαμο για τις πληγές κι άλλοι ξεκαπάκωναν τους κουμπέδες της εκκλησιάς κι έβγαζαν το μολύβι για τις μπάλες». Βλ.Κ.Μ., σ. 346. «Ο ηγούμενος μέσα στην εκκλησιά αρματώνουνταν, ξέθαβαν, οι καλόγεροι κάτω από την Άγια Τράπεζα τα τουφέκια» Βλ. Κ.Μ., σ. 358.
  3. Αγωνιστές στο πεδίο της μάχης: «Πιάσαν τα πόστα τους οι καλόγεροι, δεμένο ήταν το κεφάλι του γούμενου, χάρβαλο από τις σπαθιές, κι οι πληγές δεν πραγάλιαζαν μήτε και σταματούσαν τα αίματα. Τ’ άσπρα γένια είχαν κατακοκκινίσει κι έσταζαν. Μα αξημέρωτα είχε γονατίσει ομπρός στην τουφεκίστρα του και το αετίσιο μάτι του παγάνιζε τους αγαρηνούς. Και κάθε που έβλεπε ένα κεφάλι να σηκώνεται, του ’ριχνε κατακούτελα. Κακή δουλειά ’ναι αυτή, να σκοτώνεις ανθρώπους, ας είναι κι άπιστοι αγαρηνοί, συλλογίζουνταν. Μα δε φταίμε εμείς, λευτέρωσε μας Θεέ μου, να ησυχάσουμε» Κ.Μ., σ. 368.

Οι παλικαριές τους στις μάχες και τα κατορθώματά τους στους αγώνες θαυμάζονταν από το λαό, που καμάρωνε γι’ αυτούς. Πολλές φορές «βούιξε το Μεγάλο Κάστρο μαθαίνοντας την καινούργια αντραγαθιά του γούμενου του τουρκοφά». Ήταν ο φόβος και ο τρόμος των κατακτητών, για τις βάρβαρες πράξεις τους και τις χυδαίες ή ανήθικες ορέξεις τους, γι’ αυτό και ζητούσαν τον εξολοθρεμό τους. Τα σημάδια των ηρωισμών τους ήταν εμφανή στο σώμα τους, έμοιαζαν σαν τα πιο λαμπερά παράσημα ανδρείας, όπως του γούμενου του Αφέντη Χριστού που «τα μάγουλα του, το κούτελο του, τα ροζωμένα μπράτσα του, ο λαιμός του, ό,τι από το κορμί του φαίνουνταν, ήταν πετσοκομμένα, κατατρυπημένα από μπάλες» Κ.Μ., σ. 342. Οι Τούρκοι τον συλλαμβάνουν και οδηγούν για εκτέλεση το πολύτιμο λάφυρό τους, γιατί πολλές χανούμισσες άφησε χήρες και τουρκόπουλα ορφανά. Χαρά μεγάλη και πανηγύρι με τρουμπέτες και νταούλια απ’ την τουρκιά του Μεγάλου Κάστρου. Καταχαρούμενος ο πασάς είχε προβάλει στο μπαλκόνι στα λιοντάρια, που κρεμούσαν τους επαναστάτες. Προστάζει να τον προσκυνήσει, βλέποντας τον ηγούμενο να στέκεται αλύγιστος μπροστά του. Οι πληγές του έσταζαν αίματα αλλά το αετίσιο μάτι του έμενε αθόλωτο και το πρόσωπό του έλαμπε. Ετοιμαζόταν να πάρει φόρα να πετάξει στον ουρανό. Ήταν από τώρα στον παράδεισο γι’ αυτό η χαρά τον πλημμύριζε μπρος στο θάνατο. Η αφοβία του εξοργίζει το πασά που δεν ήταν πρώτη φορά που συναντούσε αυτή τη συμπεριφορά σ’ αυτό το «διαλονήσι» την Κρήτη που «το χώμα της είναι από μπαρούτι». «Στο πλάτανο τον γκιαούρη πρόσταξε ο πασάς». Τον πήγαν στον Πλάτανο του ξύρισαν μαλλιά και γένια για να τον ξευτελίσουν. Τούρκεψε να γλιτώσεις του φωνάζει ο Πασάς και ο ηγούμενος του δείχνει τη θηλιά. «Πήδηξε μονάχος του απάνω στο σκαμνί, πέρασε ο Αράπης το σκοινί από ένα χοντρό μπράτσο του Πλατάνου. Έκαμε ο γούμενος το σταυρό του, κοίταξε γύρα του, είδε να διανεύουν στον αέρα παμπάλαιοι παππούδες, γέροι αγωνιστές πεθαμένοι, κι’ όλοι φορούσαν στο κεφάλι, σαν το Χριστό, αγκάθινα στεφάνια κι’ άνοιγαν τις αγκάλες και τον καλωσόριζαν. Έσυρε χαρούμενη φωνή ο γούμενος: «Έρχουμαι!», έδωκε μιαν κλοτσιά στο σκαμνί και κρεμάστηκε ανάερα». Βλ. Κ.Μ.,σ.377.

Απείρου κάλλους λογοτεχνικές περιγραφές, που δείχνουν πόσο ψηλά στην ψυχή του Καζαντζάκη ήταν οι ιερωμένοι, οι οποίοι στέκονταν στο ύψος της αποστολής τους. Καλλιεργούσαν στις δύσκολες ώρες την εθνική συνείδηση και μνήμη, αναθέρμαιναν τα οράματα του γένους, συντηρούσαν τις ελπίδες και τα όνειρα και έδιναν κουράγιο στο λαό.

 

* Ευτύχιος Σ. Καλογεράκης Μ.Α., Ph.D.