20 °C Rethymno, GR
03/06/2020

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΚΙ ΑΥΤΟΣ

Περιστατικά που κλείνουν τη γενναιότητα του Σταμάτη Κραουνάκη στην εποποιία του 1940

Ήταν ο παππούς του γνωστού συνθέτη

Από τους γενναιότερους αξιωματικούς που πρωταγωνίστησαν στην εποποιία του 1940 και ο Σταμάτης Κραουνάκης, παππούς του γνωστού συνθέτη.

Ενώ δεν υπάρχει πλήρες βιογραφικό του αναφέρεται στις πιο εντυπωσιακές σελίδες δράσης που συναντούμε σε διάφορες πηγές και χαρακτηρίζεται από την ντομπροσύνη του, την ελευθερία της έκφρασης σε μια εποχή που έπρεπε να μετράς τα λόγια σου και τα δημοκρατικά του ιδεώδη.

Από στοιχεία που αναφέρει ο εκλεκτός εκπαιδευτικός και συγγραφέας κ. Γιώργος Ι. Κουκλινός, βεβαιώνεται ότι ο Σταμάτης Κραουνάκης γεννήθηκε στις Βρύσσες Αμαρίου το ηρωικό χωριό, ένα από τα οκτώ που στις 22 Αυγούστου 1944 έγιναν ολοκαύτωμα. Άνδρες εκτελέστηκαν και οι υπόλοιποι πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς.

Ο Σταμάτης Κραουνάκης γαλουχήθηκε από την ηρωική γενιά του, στα νάματα της φυλής και από νωρίς συμμετείχε σε όλα τα προσκλητήρια της πατρίδας, αφού έτυχε στη βασανισμένη γενιά που πέρασε τα νιάτα της στα μετερίζια του αγώνα. Κρίμα μόνο που δεν υπάρχει ένα πλήρες βιογραφικό του. Έτσι περιοριζόμαστε σε περιστατικά που τον αναφέρουν, ενώ συνεχίζουμε την έρευνα προκειμένου να ολοκληρώσουμε το αφιέρωμά μας σ’ αυτόν.

Από το ημερολόγιο ενός στρατιώτη

Πόσο σημαντικός ήταν το μαθαίνουμε και από το ημερολόγιο ενός ιδεολόγου στρατιώτη του Μανόλη Ρουμελιωτάκη από την Αργυρούπολη που πολέμησε το 40 πλάι στον Κραουνάκη. Ο Ρεθεμνιώτης φαντάρος περιγράφει τον διοικητή του σαν ένα λεβέντη κρητίκαρο που δεν υπολόγιζε κανέναν όταν έθιγαν την τιμή των ανδρών του. Θύμιζε ηφαίστειο δύναμης που αδιαφορούσε για την υπεροχή κάθε εχθρού. Κι αυτό το μετέδιδε στους άνδρες του, όπως αποδεικνύουν αρκετά γεγονότα. Στο περιστατικό που σταχυολογούμε από το ημερολόγιο φαίνεται πόσο ο Σταμάτης Κραουνάκης, περιφρονούσε τους «μεταξικούς» συμπολεμιστές του όταν ξεπερνούσαν τα όρια. Γενικά δεν δίσταζε να υπερασπιστεί το δίκαιο αδιαφορώντας για τις συνέπειες.

Ιδιαίτερα φαινόταν με ανθρωπιά στους αριστερούς φαντάρους που εθεωρούντο «μίασμα» αλλά δεν μπορούσε να αμφισβητήσει κανείς την γενναιότητά τους. Και φρόντιζε να βάζει στη θέση τους όσους «εθνικόφρονες» αξιωματικούς επιχειρούσαν να κάνουν κατάχρηση εξουσίας. Σύμμαχό του είχε τον επίσης λαμπρό αξιωματικό τον Αριστείδη Παναγιωτάκη, που δεν ξεχώριζε τους πατριώτες από τις πολιτικές πεποιθήσεις τους.

Μια λεβέντικη στάση

Στο γεγονός που περιγράφουμε ο Μανόλης Ρουμελιωτάκης αναφέρει σχετικά:

«Στις 12 του Δεκέμβρη (1940) έρχεται διαταγή να παραδώσω τα είδη που ανήκουν στο λόχο να πάρω τα ατομικά μου είδη και να πάω στο σύνταγμα να παρουσιαστώ.

Δεν ήξερα σε τι οφείλεται αυτή η μετάθεση και έβανα χίλια δυο στο μυαλό μου. Τι να με θέλουν; Θυμήθηκα στο δρόμο μια μέρα, πετάλωνε ένας ένα άλογο και ήταν πιο ατζαμής από μένα, και τον βοήθησα κι ένας ανθυπολοχαγός που βρισκόταν εκεί μου χε κρατήσει τα στοιχεία μου. Δεν είχα άλλο να σκεφτώ και σκέφτηκα αυτό. Δεν περίμεναν ποτέ αυτό που είδα κι άκουσα αργότερα.

Παράδωσα στον Γ. Βαρότση τα είδη της νοσοκομικής και πήρα τα πράγματά μου και πήγα στο σπίτι που ήταν έδρα του συντάγματος. Έξω σ’ ένα υπόστεγο στεκόταν και περίμενε και ο Ν.Φ από την Επισκοπή με όλα του τα πράγματα. Τον ρωτώ τι ζητά και μου λέει ότι τον θέλει το σύνταγμα αλλά γιατί δεν ξέρει.

Δεν είχαμε τελειώσει τη συζήτηση και να σου κι άλλοι κι άλλοι κι άλλοι, γενήκαμε δεκαοκτώ κι όλοι τα ίδια. Το μυστήριο όμως άρχισε να φωτίζεται ως ένα σημείο γιατί τι τροπή θα έπαιρνε κανείς δεν ήξερε. Ήμαστε όλοι γνωστοί μεταξύ μας, έμμεσα ή άμεσα και δεν χωρεί πια αμφισβήτηση ότι μας καλούν για τα φρονήματά μας.

Σε λίγη ώρα βγαίνει ο υπασπιστής του συντάγματος λοχαγός Δανδουλάκης και μας καλεί μέσα. Μπαίνουμε. Είχαν συγκεντρωθεί οι αξιωματικοί του συντάγματος ο γιατρός, ο παπάς, ο ταγματάρχης του Α’ τάγματος Αριστείδης Παναγιωτάκης, ο μόνιμος ανθυπολοχαγός τότε Γιάννης Φουσκάκης και ο διοικητής και υποδιοικητής του συντάγματος αντισυνταγματάρχες και οι δυο Θειακός και Κραουνάκης.

Απορήσαμε για την επισημότητα της υποδοχής και περιμέναμε να δούμε πως θα ξετελέψει. Μόλις μπήκαμε όλοι και σταθήκαμε προσοχή η φωνή του Θειακού αντήχησε σαν κραγμός κοράκου:

«Παπά ξομολόγησέ τους…»

– Παπά ξομολόγησέ τους, γιατρέ υπόγραψέ τους τα διαβατήρια του θανάτου. Για σας δεν θα λειτουργήσουν στρατοδικεία. Έχω δώσει εντολή και στον τελευταίο στρατιώτη να σας εκτελέσει αν θελήσετε να χύσετε το δηλητήριό σας στις τάξεις του στρατού!

Όλη την ώρα που τα ‘λεγε αυτά εμείς διαβάζαμε τα πρόσωπα των αξιωματικών να δούμε τι εντύπωση τους έκαναν. Βγάλαμε το συμπέρασμα και η συζήτηση το απέδειξε πως οι αξιωματικοί δεν επιδοκίμαζαν αυτά που ‘λεγε ο διοικητής.

Το λόγο από μας πήρε ο Τ.Τ. Του πε περίπου ότι η Κρήτη δεν βγάζει προδότες και ριψάσπιδες, ότι τα κόκκαλα των Κρητικών για την απελευθέρωση της Ελλάδος θα τα βρεις από το Ταίναρο ως τη Ροδόπη ότι κανένα σημείο δεν συνηγορεί που να του επιτρέπει να σχηματίσει τη γνώμη ότι μείς δεν θα πολεμήσουμε ή ότι εμείς είμαστε αντίθετοι από τον πόλεμο που μας επιβλήθηκε από τους επιδρομείς.

Πιο σταράτος ήταν ο ΜΠ. Αυτός του μίλησε σαν κομμουνιστής.

– Ο Τ.Τ, του λέει ο Μ.Π. σας είπε σωστά ότι σαν Κρητικοί και μόνο είμαστε υποχρεωμένοι από την παράδοση του νησιού μας, να πολεμήσουμε τον επιδρομέα, αλλά και σαν κομμουνιστές είναι γνωστή η θέση του κόμματός μας από το γράμμα του αρχηγού του και μου φαίνεται παράξενο πως σχηματίσατε τέτοια ιδέα (ΣΣ Ο στρατιώτης αναφέρεται στην επιστολή Ζαχαριάδη).

Ο Θειακός ομοιόβαθμος με τον υποδιοικητή ήταν ο μόνος αξιωματικός που δεν ήταν Κρητικός και οι δυο άλλοι, προπαντός ο Κραουνάκης, δεν τον χώνευαν, γιατί ήταν άνθρωπος του Μεταξά. Ο χειρισμός λοιπόν του ζητήματος όπως το έκαναν οι δυο άλλοι, προπαντός ο Τ.Τ. έφερε πιο κοντά μας τους πατριώτες μας αξιωματικούς.

Ο Σταμάτης Κραουνάκης με μια κρητικιά κατσούνα, κρεμασμένη στο μπράτσο του, πήρε το λόγο:

– Να τ’ αφήσεις αυτά του λέει, μα τα κοπέλια θα πολεμήσουν. Γιατί δεν θέλουν να πάνε οι Ιταλοί να τους ……τις γυναίκες τους. Άκουσες πως σου το παν; Η Κρήτη δεν βγάνει προδότες.

Δεν πρόλαβε να μιλήσει ο διοικητής και παίρνει το λόγο ο Παναγιωτάκης, και σε τόνο μεσολαβητικό μεταξύ διοικητή και υποδιοικητή του λέει:

– Είμαι βέβαιος πως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, τα παιδιά είναι πατριώτες και θα πολεμήσουν. Ενώ εκ των προτέρων είμαι υπεύθυνος για κάθε αντιπατριωτική τους δράση.

Μαρτυρία Εμμ. Μουρέλου

Σ’ ένα στρατιωτικό περιοδικό του 1956, με την επωνυμία «Ο Άρης» συναντάμε ένα ακόμα περιστατικό σχετικό με ανδραγάθημα στρατιώτη υπό τας διαταγάς του Κραουνάκη, που υπογράφει ο Εμμανουήλ Μουρέλος. Αξίζει να το παραθέσουμε αυτούσιο:

«Μια διπλή Ιταλική «φωλεά» οπλοπολυβόλων είχε ταμπουρωθεί γερά σ’ ένα φυσικό ορεινό σημείο. Σκόρπιζε το θάνατο στους δικούς μας και η επίθεση για την κατάληψή του ήταν καθαρή τρέλα. Κάτω σ’ ένα πρόχειρο χαράκωμα μέσα στα χιόνια ήταν καλυμμένος ένας λόχος του 44ου συντάγματός μας και παραπέρα ολόκληρο το σύνταγμα. Οι φαντάροι λαχταρούσαν να σκαρφαλώσουν στην επικίνδυνη αυτή «φωλεά» χωρίς να υπολογίζουν τίποτα, μεθυσμένοι από την αγία ελληνική μέθη της θυσίας. Οι αξιωματικοί μελετούσαν, σχεδίαζαν και υπολόγιζαν. Ο διοικητής του συντάγματος λόγω ασθενείας του δεν μπορούσε να αναλάβει πρωτοβουλία, μέχρις ότου την διοίκηση ανέλαβε, κατόπιν διαταγής της μεραρχίας, ο υποδιοικητής αείμνηστος συνταγματάρχης Σταμάτης Κραουνάκης, ένας ψυχωμένος αξιωματικός με διάτρητο το σώμα του από σφαίρες και βλήματα του Αλαβανικού και των προηγούμενων πολέμων.

Μόλις ανέλαβε την διοίκηση η πρώτη διαταγή του ήταν η άμεση εξουδετέρωση δια κυκλωτικής κινήσεως της εν λόγω «φωλεάς». Την διαταγήν του δε αυτήν διεβίβασε εις τον διοικητήν του πιεζομένου τάγματος δια του υποφαινομένου, ο οποίος φέρων τον βαθμό του υπολοχαγού εξετέλει και χρέη υπασπιστού του συντάγματος.

Εις τον λόχον διοικήσεως υπηρετούσε και ο ήρωάς μας ο Λιωνής. Ένα παλικάρι από την Κρήτη που αντιμετώπιζε το θάνατο κατά πρόσωπο. Άκουσε τη διαταγή του Κραουνάκη και σκεφτόταν. Μαθημένος να σκαρφαλώνει στα βράχια και στις πλαγιές κατέστρωσε μόνος του το σχέδιό του κι έβλεπε. Και σε μια στιγμή, αφού βράδιασε για καλά χάθηκε. Οι συνάδελφοί του, όσο πέρναγε η ώρα ανησυχούσαν.

– Βρε που είναι ο Λιωνής; Πουθενά ο Λιωνής.

Πέρασαν τα μεσάνυχτα και ο Λιωνής ήταν άφαντος.

Άρχιζε να χαράζει όταν το τάγμα με υπολογισμένες κινήσεις, σύμφωνα με τη διαταγή του Κραουνάκη, έκανε τον κυκλωτικό ελιγμό. Περίεργο όμως. Τίποτα δεν ακουγόταν. Ενώ πριν, κάθε κίνηση την υποδεχόταν βροχή σφαιρών και όπλων. Οι φαντάροι προχωρούσαν προσεχτικά, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή καταιγισμό πυρός. Τίποτα όμως.

Τέλος φθάσανε πάνω στη «φωλεά» και πήδησαν μέσα με εφ’ όπλου λόγχην. Τα έχασαν με ό,τι είδαν. Έξι Ιταλοί φαντάροι ήταν ξαπλωμένοι με τσακισμένα τα κεφάλια. Ήταν νεκροί. Κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί.

Ξάφνου στο βάθος από τα χαρακώματα άκουσαν μια φωνή κι έναν πυροβολισμό. Με τα κιάλια είδανε φαντάρους να κατηφορίζουν.

– Ιταλοί είναι φώναξε κάποιος.

– Να κι ένας δικός μας πρόσθεσε άλλος.

– Είναι ο Λιωνής είπαν οι περισσότεροι με μια φωνή.

Και η λέξη «Αέρα» για τους Ιταλούς γέμισε την ατμόσφαιρα…».

Τι είχε συμβεί. Ο απλός αυτός φαντάρος που θα πρέπει να εξετασθεί αν είναι Λιωνής και αν προέρχεται από Ατσιπόπουλο, σκέφτηκε πως υπάρχει λύση για την εξουδετέρωση της «φωλεάς» και την έβαλε αμέσως σε εφαρμογή με δική του πρωτοβουλία. Σκαρφάλωσε, όπως ήταν μαθημένος να σκαρφαλώνει τις νύχτες τα βουνά, από την αντίθετη πλευρά της πλαγιάς και βρέθηκε πάνω από τη «φωλεά» χωρίς να γίνει αντιληπτός. Πήδησε μέσα τσάκισε με τον υποκόπανο τα κεφάλια των δύο Ιταλών που βρέθηκαν μπροστά του και με μια φωνή «στον τόπο» με δυο χειροβομβίδες στα χέρια, μη ξέροντας αν τον καταλαβαίνουν ή όχι, έκανε τους άλλους να τα χάσουν. Ένας από αυτούς, ο πιο τολμηρός ετοιμάστηκε να ρίξει χειροβομβίδα. Τότε ο Λιωνής, σαν αστραπή πέταξε τη μια από τις δικές του, με αποτέλεσμα τέσσερις Ιταλοί να μείνουν στον τόπο. Με μια δεύτερη αγριοφωνάρα «ψηλά τα χέρια» παρέλυσαν από φόβο οι υπόλοιποι που ήταν μπροστά στα πολυβόλα. Αιφνιδιασθέντες τα έχασαν κυριολεκτικώς. Τα παράτησαν όλα και σήκωσαν τα χέρια ψηλά.

Τότε έναν έναν τους έβγαλε έξω και στη σειρά σαν τσοπάνος που λαλεί το κοπάδι του, εμπρός αυτοί πίσω αυτός μ’ ένα δικό του οπλοπολυβόλο στο χέρι και τ’ ‘άλλα τη λεία του φορτωμένα σε δυο από αυτούς τους οδήγησε προς γενική κατάπληξη όλων στην έδρα του συντάγματος.

Το τι έγινε όταν τους παρέδωσε στον Κραουνάκη δεν περιγράφεται. Όλοι οι λόχοι, όλα τα τάγματα, το σύνταγμα και πέρα πέρα τα γειτονικά στρατιωτικά τμήματα, στα οποία σαν αστραπή είχε γίνει γνωστός ο άθλος του είχαν ξεσηκωθεί στο πόδι λες και καθένα από τα φανταράκια μας ήθελε να επαναλάβει την ηρωική, την άφθαστη, την μεγαλόπνοη ηρωική αυτή πράξη του Λιωνή.

Δεν ξέρουμε πως ακούγονται σήμερα οι άθλοι αυτοί κι όμως ήταν μια συνέχεια των Ελλήνων που με τιτάνιους αγώνες κράτησαν ψηλά την εθνική αξιοπρέπεια και αποτίναξαν τον εχθρικό ζυγό.

Από το περιστατικό αυτό συμπεραίνεται πόσο ενέπνεε δύναμη ο Κραουνάκης στους άνδρες του. Έμπαινε στη μέση και το Κρητικό φιλότιμο κι έτσι από μια ευγενική άμιλλα είχαμε αυτές τις πράξεις μεγαλοσύνης που ταπείνωσαν τον πανίσχυρο εχθρό.

Ο Σταμάτης Κραουνάκης μετά την πράξη αυτή περήφανος για το Κρητικόπουλο που ανταποκρίθηκε στη διαταγή του επιτελώντας άθλο, κάλεσε όλους τους αξιωματικούς και παρουσία τους συνεχάρη τον γενναίο στρατιώτη. Και δια της ημερήσιας διαταγής του απένειμε εύφημο μνεία.

Από έναν επιμνημόσυνο λόγο του αείμνηστου Λεωνίδα Κυριακάκη δικηγόρου, που αναφέρει στο βιβλίο του ο κ. Κουκλινός φαίνεται πως ο λεβέντης συνταγματάρχης έφυγε πρόωρα.

Διαβάζουμε σχετικά:

«Σε ήρωες όπως ήσουν εσύ, δάκρια δεν αρμόζουν όμως οι ψυχές μας βαριές, θλιμμένες, βουβές από την οδύνη κλαίουν τον πρόωρο χαμό σου.

Έκλεισες τα μάτια σου σε μια εποχή που το Έθνος μας σκλαβωμένο ανέρχεται αλυσοδεμένο τον Γολγοθά του, πονεμένο συντετριμμένο ταπεινωμένο μα βέβαιο ότι εφόσον έχει άξια τέκνα όπως και σένα δεν πεθαίνει.

Έκλεισες τα μάτια σου με πικρό παράπονο ότι δεν μπόρεσες να δεις τη μέρα της λευτεριάς που πλησιάζει. Αλλά να είσαι βέβαιος ότι η Ελλάδα που τόσο αγάπησες, που γι’ αυτήν θυσιάστηκες θα ζήσει αιώνια, γιατί δεν είναι κάτι το φθαρτό κάτι το υλικό είναι ιδέα και οι ιδέες ποτέ δεν πεθαίνουν».

Σύμφωνα με την αναγραφή των ηρώων στο μνημείο του χωριού, ο Σταμάτης Κραουνάκης αναφέρεται στους πεσόντες κατά το Αλβανικό Έπος 1940-41.

Εδώ χρειάζεται περαιτέρω έρευνα και για τις συνθήκες του θανάτου του. Για το λόγο αυτό και θα επανέλθουμε για τον ήρωα Σταμάτη Κραουνάκη. Το αξίζει.

 

ΠΗΓΕΣ

Ο Άρης (στρατιωτικό περιοδικό 1956)

Γεωργίου Ι.Κουκλινού «Σμιλοβρυσόκαρδάκογούργουθα»

Πολιτιστικό Ρέθυμνο: Ημερολόγιο Εμμανουήλ Ρουμελιωτάκη