24 °C Rethymno, GR
07/07/2020

«Πιάστηκε στα πράσα»

Οι Μικρασιάτες που φθάσανε στον τόπο μας κατοικήσανε στην πόλη μας και στα γύρω χωριά της περιοχής του Βρύσινα. Οι περισσότεροι στα χωριά ήτανε άριστοι γεωργοί και κτηνοτρόφοι ενώ στην πόλη ψαράδες και εργάτες στο λιμάνι και στα εργοστάσια.

Οι γεωργοί εκτός από την σπορά των σιτηρών και από τα όσπρια καλλιεργούσανε σχεδόν όλα τα λαχανικά για τις ανάγκες της διατροφής τους. Ορισμένα από αυτά που δεν υπήρχανε εδώ αργότερα με σπόρους τα φέρανε από την πατρίδα τους που είχανε γεννηθεί.

Μεταξύ αυτών ήτανε και το πράσο. Τον σπόρο του τον σπέρνανε στις λεγόμενες πρασιές στο έδαφος μικρών διαστάσεων περίπου 1,5μ.Χ1,2μ. εκεί μεγάλωνε το φυτό και μετά το μεταφυτεύανε στο περιβόλι τους σε αυλάκια και σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο και δεχότανε πότισμα με νερό πριν βρέξει και λίπανση από κοπριά των ζώων τους. Είναι ένα κηπευτικό που το ύψος του φθάνει έως και 0,40 εκατ. και έχει μικρή ομοιότητα με το κρεμμύδι. Σε χρονικό διάστημα 3 μηνών περίπου είναι έτοιμο να μαγειρευτεί. Έχει γεύση νόστιμη και είναι υγιεινό για τον άνθρωπο. Το μαγειρεύανε οι νοικοκυρές γιαχνί με πατάτες, πρασόρυζο, πρασόπιτες ακόμα και με μπακαλιάρο παστό.

Τον καλλιεργητή όλων των κηπευτικών τον ονομάζανε περιβολάρη. Ένας από αυτούς την Κατοχή ήτανε και ο Κότσαγας Γεώργιος που κατοικούσε στο χωριό Καπεδιανά που έχει φύγει από τη ζωή πριν αρκετά χρόνια.

Στις μικρές εκτάσεις κοντά στο χωριό που είχανε πάρει όλοι οι χωριανοί  από το κράτος καλλιεργούσανε τα κηπευτικά που είχανε ανάγκη.

Ο μακαρίτης που είχε μεγάλη οικογένεια τον υποχρέωνε να καλλιεργεί μεγάλη ποσότητα από όλα τα λαχανικά για να επαρκούν στη διατροφή τους.

Όμως υπήρχανε και ορισμένοι ευτυχώς λίγοι χωριανοί τεμπέληδες που αποφεύγανε να φυτεύουν τα απαραίτητά τους κηπευτικά για την οικογένειά τους. Προτιμούσανε να πηγαίνουν όταν απουσίαζε ο περιβολάρης να τα κλέψουνε για να τα πάνε στο σπίτι τους που δυστυχούσε από τη διατροφή του.

Αυτοί παρακολουθούσανε και όταν έλειπε ο περιβολάρης τότε πηγαίνανε να πάρουν όσα χρειαζότανε για το μαγείρεμά τους.

Μια ημέρα εντόπισε το αφεντικό ότι κάποιος άγνωστος έχει μπει στο περιβόλι του και απουσιάζουν από τα αυλάκια ορισμένα πράσα και ακόμα είδε τα πατήματα των ποδιών του που δεν ήτανε τα δικά του.

Έτσι άρχισε να πηγαίνει  πιο συχνά για να εντοπίσει αυτόν που μπαίνει και τα κλέβει. Πίστευε ότι αυτό που λέγανε όλοι ότι: «Ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη αλλά πιο πολύ τον νοικοκύρη» και ότι σύντομα θα τον πιάσει.

Δεν άργησε και έγινε πραγματικότητα. Μια μέρα μετά η γυναίκα του η Φρόσω του είπε: Γιώργο, όταν περνάς από το περιβόλι βγάλε πράσα να ψήσουμε αύριο Κυριακή με το μπακαλιάρο που έχουμε καιρό να φάμε.

Πράγματι, όταν περνούσε έδεσε το γάιδαρό του στον πλάτανο του δρόμου και από το μονοπάτι οδηγήθηκε για το περιβόλι του. Μόλις φθάνει βλέπει μέσα το γείτονά του που υποψιαζότανε να βγάζει πράσα και αμέσως του λέει: «Άκουγα, μωρέ, από τους χωριανούς ότι είσαι κλέφτης και δεν το πίστευα, φύγε γρήγορα να μη σε βλέπω, πάρε και αυτά που έβγαλες γιατί μαγαρίζουνε με τα λερωμένα χέρια που τα έπιασες.»

Όταν πήγε στο σπίτι ενημέρωσε τη γυναίκα του για την κλεψιά με το γείτονα και επιπλέον της είπε: «Τώρα, καταλαβαίνω Φρόσω, ότι αυτά που μου λέγανε ο παππούς και ο πατέρας μου στη Μ. Ασία ήτανε πραγματικότητα και είχε νόημα διδακτικό για τους τεμπέληδες αυτή η παροιμία που είχανε βγάλει.»

Το ίδιο ακριβώς συμβάν με την κλοπή των πράσων είχε πραγματοποιηθεί και στη Μ. Ασία όταν ακόμα οι παππούδες, οι γονείς και ο Γιώργος ήτανε εκεί και εκτελούσανε το ίδιο επάγγελμα, γεωργοί.

Μετά την παρέλευση πολλών ετών που ήρθανε στην Ελλάδα λόγω του πολέμου ασκούσανε το ίδιο επάγγελμα όλοι μαζί και βγήκε αληθινή πάλι η παροιμία της κλοπής με τα πράσα στο χωριό Καπεδιανά αυτή τη φορά με περιβολάρη τον Γιώργο Κότσαγα, ενώ οι παππούδες του και οι γονείς του είχανε φύγει από τη ζωή. Άρα η παροιμία ταξίδεψε μαζί τους και δεν ήτανε άγνωστη για όλους τους Μικρασιάτες.

Έτσι επικράτησε στη συνέχεια να λέγεται μέχρι και σήμερα στα λαχανικά, όσπρια, σιτηρά, ζώα, χρήματα και γενικά σε όλα που είχε ο άνθρωπος στην εξουσία του, που τα είχε αποκτήσει ή τα αποκτά με τους κόπους του.

Δυστυχώς σήμερα η παροιμία σταμάτησε να λέγεται συχνά για τα κηπευτικά και για όλα τα υπόλοιπα ενώ έχει μεταφερθεί και λέγεται σε μεγάλο ποσοστό σε αυτούς που αφαιρούν ζώα, χρήματα και αυτοκίνητα.

Συχνά ακούμε στην τηλεόραση και διαβάζουμε στον τύπο ότι η Αστυνομία έπιασε στα πράσα κάποιον να κλέβει ένα από αυτά και φέρνει τους κατόχους αυτών σε απόγνωση πώς να προστατεύσουν τα υπάρχοντά τους που τα έχουν αποκτήσει με πολλούς κόπους και κινδύνους στις εργασίες τους που εκτελούν και τους κόπους που έχουν προσφέρει οι συνταξιούχοι να τα αποκτήσουν και πολλές φορές χάνουν και τη ζωή τους.

Την εποχή που διανύουμε είναι σε μεγάλη έξαρση αυτή η πράξη από τον άνθρωπο που αποφεύγει να εργάζεται και προτιμά αυτόν που θεωρεί εύκολο τρόπο χωρίς να σκέφτεται ότι είναι ο πιο δύσκολος και επικίνδυνος για να δημιουργηθεί.

Όμως συνηθίζεται να λέγεται και προειδοποιεί τους τεμπέληδες που δεν θέλουν να εργαστούν τίμια: «μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη και στην τρίτη πιάνεται στα πράσα» και αρχίζανε οι δυσάρεστες συνέπειες δυστυχίας και καταστροφής του ίδιου και της οικογένειάς του.