24 °C Rethymno, GR
22/09/2020

IΣTOΡΙΚΟ KEIMENO

Πολιτικοί και πολιτική στην Ελλάδα: Νοέμβριος1920 – Αύγουστος1922

Μετά τις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 και την ήττα του Βενιζέλου και των Φιλελευθέρων, έρχονται στην εξουσία και έως τον Αύγουστο του 1922 οι αντιβενιζελικοί κομματικοί σχηματισμοί, που συλλήβδην θεωρούνται φιλοβασιλικοί επειδή πρωτοστατούν, όπως θα ιδούμε, στην παλινόρθωση του άλλοτε βασιλέα Κωνσταντίνου του 1ου.

Οι πολιτικοί, λοιπόν, αντίπαλοι του Βενιζέλου, όσο βρίσκονταν στην αντιπολίτευση, τον μέμφονταν ότι έριξε την Ελλάδα στο μικρασιατικό πόλεμο. Ανακτώντας, όμως, την εξουσία αντί να αποκηρύξουν τα προγεγενημένα και να καλέσουν την Τουρκία σε διαπραγματεύσεις για έναν έντιμο συμβιβασμό, απεναντίας ενεργούν πιο δραστήρια από τους βενιζελικούς και τους Τούρκους για τη συνέχιση και την επιτυχία της εκστρατείας.

Νοέμβριος 1920 – Φεβρουάριος 1922

Η συντριβή των «Φιλελευθέρων» ήταν ανεπανάληπτη και, μάλιστα, αυτός ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν πέτυχε να εκλεγεί βουλευτής. Έτσι, έφυγε από την Ελλάδα, ενώ επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος ετέθη ο στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής της αλλοτινής «Τριανδρίας» των χρόνων του «Εθνικού Διχασμού».

Επειδή ο συνασπισμός της «Ηνωμένης Αντιπολίτευσης» δεν είχε αρχηγό, ύστερα από αλλεπάλληλες διεργασίες των κομμάτων που την συναποτελούσαν, προκρίθηκε να αναλάβει καταρχάς ο Δημήτριος Ράλλης την προεδρία του υπουργικού συμβουλίου.

Στις 4 Νοεμβρίου 1920, παραιτήθηκε ο Αντιβασιλέας, ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, ενώ σύμφωνα με την επιθυμία της νέας κυβέρνησης, Αντιβασίλισσα ορίστηκε η χήρα του βασιλέως Γεωργίου του 1ου, Όλγα, η οποία και όρκισε την νέα κυβέρνηση. Οι κυβερνήσεις, λοιπόν, που σχηματίζονται την περίοδο από τον Νοέμβριο του 1920 έως τον Φεβρουάριο του 1922 έχουν ως ιθύνοντα νου τον αρχηγό της αντιβενιζελικής συμπολίτευσης Δ. Γούναρη, του οποίου μα και του Στέμματος είναι πειθήνια όργανα. Έτσι, πρωθυπουργοί διαδοχικά διατελούν οι: Δημήτριος Ράλλης (ο παλαίμαχος πολιτικός της φιλοβασιλικής παράταξης πρώτος μετά τις εκλογές αντιβενιζελικός πρωθυπουργός «χρεώνεται» το τα τέλη του Νοέμβρη εκείνου δημοψήφισμα επανόδου του βασιλιά Κωνσταντίνου\Νοέμβρης 1920-24/1/1921), Νικόλαος Καλογερόπουλος (είχε διατελέσει για λίγες μέρες πρωθυπουργός και το Σεπτέμβρη του 1916 επί «Εθνικού Διχασμού»\ από 25.1 έως 16.3.1921) και Δημήτριος Γούναρης (ο ίδιος ο πρωταγωνιστής των ημερών του «Διχασμού» και πραγματικός ηγέτης των αντιβενιζελικών φιλοβασιλικών αναλαμβάνει στις 16 Μαρτίου του 1921 και παραμένει πρωθυπουργός ως τις 3 Μάη του 1922).

Η κυβέρνηση Δ. Γούναρη, μολονότι γνωρίζει ότι δεν μπορεί να περιμένει από κανέναν διπλωματική στήριξη και οικονομική βοήθεια, κλιμακώνει τις ελληνικές επιχειρήσεις στο μικρασιατικό μέτωπο. Περισσότερο ως ψυχολογικοί μπορούν να ερμηνευτούν οι λόγοι της απόφασής του.

Ο ελληνικός λαός θα θεωρούσε προδοσία κάθε παραίτηση από το μεγαλεπήβολο όραμα της «Μεγάλης Ιδέας». Καμιά, όμως, κομματική παράταξη δεν τον είχε ενημερώσει προ του 1919 και προεκλογικά το 1920 για τα διαδραματιζόμενα στα διπλωματικά «παρασκήνια». Επίσης, ο λαός, ψηφίζοντας στις εκλογές το Νοέμβρη του 1920 την αντιβενιζελική παράταξη, έδειξε ότι ψήφιζε κι αποχώρηση από τη Μ. Ασία.

Ακολούθως, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος θα ηγηθεί σε πολιτικοστρατιωτικό συμβούλιο περί του πρακτέου στη Σμύρνη, ενώ ο Κεμάλ θ` αντιδράσει κηρύσσοντας «ιερό πόλεμο» κατά των Ελλήνων. Στις 27 Ιούνη/10 Ιούλη του 1921 αρχίζει ελληνική στρατιωτική επίθεση από 4 σημεία με στόχο την κατάληψη της Άγκυρας, που θάταν σημαντικό πλήγμα για το κεμαλικό κίνημα. Καταλαμβάνονται η Κιουτάχεια και το Δορύλαιο (Εσκή Σεχίρ). Στις 4/17 Αυγούστου ο ελληνικός στρατός φτάνει στο Σαγγάριο. Μια πολύνεκρη μάχη τον αναγκάζει να ανακόψει εκεί την προέλασή του.

Όταν ο βασιλιάς γυρίζει στην Αθήνα και ο πρωθυπουργός, Δ. Γούναρης, δηλώνει στη βουλή πως ο επιθετικός πόλεμος των Ελλήνων έχει λήξει, η ελληνική προέλαση προς το Σαγγάριο είχε αποτύχει και μαζί της ξεκίνησε πια η αντίστροφη για τη μικρασιατική τραγωδία μέτρηση, καθώς ο Κεμάλ πέτυχε να πλήξει διπλά και σοβαρά τους Έλληνες: Και παρέσυρε τους Έλληνες μακριά από τα ανεφοδιαστικά κέντρα τους και ταυτόχρονα 25.000 Έλληνες στρατιώτες κείτονταν νεκροί ή τραυματίες από την επιχείρηση προέλασης.

Μετά την αποτυχημένη προέλαση, οι Έλληνες υποχωρούν στις αρχικές τους θέσεις, όσο η κυβέρνηση προσπαθεί απεγνωσμένα να πετύχει τη μεσολάβηση των δυνάμεων για να επέλθει το συντομότερο ένας έντιμος συμβιβασμός με την Τουρκία. Αλλά οι Ευρωπαίοι ούτε που νοιάζονται. Οι Άγγλοι υποστηρίζουν θεωρητικά μονάχα τις ελληνικές θέσεις, την ίδια ώρα που οι Γάλλοι τορπιλίζουν απροκάλυπτα κάθε φιλελληνική ενέργεια και προμηθεύουν, βάσει των γαλλοκεμαλικών συμφωνιών, σύγχρονο πολεμικό υλικό στους εθνικιστές, οι οποίοι -ενισχυμένοι υλικά και διπλωματικά- προτείνουν βαρείς όρους για τη συνομολόγηση ειρήνης.

Ο Κεμάλ, λοιπόν, θέτει ως όρους στην ελληνική πλευρά, μεταξύ άλλων, την απόδοση της Σμύρνης στην Τουρκία, την τοπική αυτονομία της Θράκης και την καταβολή πολεμικής αποζημίωσης. Η ελληνική κυβέρνηση, όμως, τούς απορρίπτει και ο πόλεμος εξακολουθεί.

Φλεβάρης – Αύγουστος 1922

Καθώς τα νέα από το μικρασιατικό μέτωπο, σ’ ό,τι αφορά το ελληνικό στρατόπεδο, είναι όλο και πιο άσχημα και η κατάσταση έκρυθμη, στην Ελλάδα δημιουργούνται εστίες πολιτικού προβληματισμού. Ενώ στην πρωθυπουργία από το Μάρτη του 1921 ο Δ. Γούναρης, η ομάδα των «Δημοκρατικών Φιλελευθέρων», που έχει επικεφαλής τον άλλοτε βενιζελικό υπουργό Αλέξανδρο Παπαναστασίου, κυκλοφορεί, το Φλεβάρη του 1922 (12/2) , το «Δημοκρατικό Μανιφέστο», που στέφεται εναντίον των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων από το Νοέμβρη του 1920 μέχρι τούδε και κατά του θρόνου. Καθώς το «Δημοκρατικό Μανιφέστο» έκανε βαθύτατη αίσθηση στην ελληνική κοινή γνώμη, ο Παπαναστασίου και οι 6 συνεργάτες, που δημοσίευσαν το κείμενο, παραπέμφθηκαν από την κυβέρνηση σε δίκη, δικάστηκαν στη Λαμία και φυλακίστηκαν ως την απομάκρυνση του Κων/νου από τον θρόνο τον Σεπτέμβρη του 1922. Ο δε Παπαναστασίου, ως πρωτεργάτης, είχε καταδικαστεί σε 3ετή φυλάκιση, αλλά οι διώξεις κατά των βενιζελικών δεν παύουν.

Την ίδια ώρα, η ελληνική οικονομία, λόγω της παρατεταμένης συντήρησης του μικρασιατικού μετώπου, πάει από το κακό στο χειρότερο. Οι Αγγλογάλλοι, αφότου επανήλθε ο Κων/νος (Νοέμβρης 1920), ακύρωσαν όλες τις πιστώσεις κι ο Γούναρης αναγκαστικά εφαρμόζει αντιλαϊκή δημοσιονομική πολιτική. Ο υπουργός Οικονομικών, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης (διατηρεί το χαρτοφυλάκιο από 24 Γενάρη 1921 έως 3 Μάη 1922), προχωρεί με νόμο στη σύναψη εσωτερικού αναγκαστικού δανείου ύψους 1.500.000.000 δρχ., τον Μάρτη του 1922. Ο τρόπος που εφαρμόστηκε το αναγκαστικό δάνειο ήτανε πρωτότυπος: Το χαρτονόμισμα που κυκλοφορούσε χάνει αιφνιδιαστικά τη μισή του αξία και ο πολίτης τα μισά του χρήματα. Οι 25 δηλαδή δραχμές αποτελούν πλέον την ονομαστική αξία ενός πενηντάδραχμου που είχε στην κατοχή του ο πολίτης κι οι υπόλοιπες 25 κατατίθενται στο δημόσιο ταμείο.

Ο Νικόλαος Στράτος σχηματίζει βραχύβια κυβέρνηση αρχές του Μάη του 1922 (3-9/5) και ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης τον διαδέχεται (9 Μάη-28 Αυγούστου 1922) στην πρωθυπουργία, αλλά η κατάσταση στην ελληνική οικονομία δεν είναι αναστρέψιμη. Στο μέτωπο της Μ. Ασίας τα πράγματα έβαιναν το ίδιο άσχημα και απρόβλεπτα, αφού τον Μεσολογγίτη αρχιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα, τον οποίο οι μετά το Νοέμβρη του 1920 κυβερνήσεις είχαν τοποθετήσει στη θέση του Λεωνίδα Παρασκευόπουλου, αντικατέστησε το Μάη του 1922 ο απειροπόλεμος στρατηγός Γεώργιος Χατζηανέστης.

Να σημειωθεί, τέλος, πως ο στρατηγός Παπούλας, λίγο μετά τη μικρασιατική τραγωδία, στη δίκη των πολιτικών υπευθύνων της καταστροφής (φθινόπωρο του 1922) θα ‘ναι ένας από τους βασικούς κατηγόρους των αντιβενιζελικών πολιτικών και η κατάθεσή του θα παίξει σημαντικό ρόλο στην ακροαματική διαδικασία ενώπιον των στρατοδικών, αλλά θα του «φέρει» αργότερα την εκτέλεσή του το 1935 από τους αντιβενιζελικούς.

Για τον ρόλο, όμως, του Ι. Μεταξά και των βενιζελικών αξιωματικών στην εν λόγω περίοδο (1920-1922) θα ασχοληθούμε σε ιδιαίτερο άρθρο.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

  1. «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εκδοτική Αθηνών, ΙΕ τόμος, Αθήνα, 2008.
  2. R. Glogg, «Συνοπτική ιστορία της Ελλάδας 1770-2013 », εκδόσεις Κάτοπτρο, 2015, Αθήνα.
  3. Τ. Βουρνάς, «Ιστορία της νεότερης και Σύγχρονης Ελλάδας 1821-1974», τόμος 2ος, εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα, 2013.