13 °C Rethymno, GR
25/01/2021

Πολύβιος Τσάκωνας: Η οδύσσεια ενός φλογερού Ρεθεμνιώτη που ονειρευόταν Βιβλιοθήκη για το Ρέθυμνο

- Η παρέμβαση του Παύλου Βαρδινογιάννη - Η αφιλοκερδής προσφορά του Χάρη Σαριδάκη

Είναι πολλά τα πνευματικά αποκτήματα του Ρεθύμνου που απολαμβάνουμε σήμερα, αλλά κανένας δεν μπορεί να φανταστεί τι οδύσσεια πέρασαν οι εμπνευστές κάθε ιδέας. Όπως ο Πολύβιος Τσάκωνας, αυτός ο τόσο σημαντικός πολιτιστικός παράγων του Ρεθύμνου.

Όταν η γνώση ήταν πολύτιμο αγαθό και για τους περισσότερους όνειρο απλησίαστο, ο Τσάκωνας σκέφτηκε πως μια βιβλιοθήκη θα έδινε την ευκαιρία στους ανήμπορους να σπουδάσουν να διευρύνουν τουλάχιστον τους πνευματικούς του ορίζοντες.

Μετά τη δημιουργία του πρώτου πυρήνα από την Πνευματική Εστία, έμενε να αναγνωριστεί ως δημόσια. Η κοινή απόφαση των δυο υπουργείων Εθνικής Παιδείας και Οικονομικών, για να ισχύσει έπρεπε να δημοσιευθεί στην εφημερίδα της Κυβέρνησης.

Κάποτε έγινε κι αυτό μετά από ενάμιση χρόνο περίπου.

Το επόμενο βήμα θα ήταν ο διορισμός της πρώτης Εφορείας. Σύμφωνα με το νόμο πρόεδρος θα ήταν ο Επίσκοπος και λόγω ασθενείας τον αναπλήρωσε ο π. Πέτρος Χαλκιαδάκης.

Τα υπόλοιπα μέλη τα καθόρισε ο τότε Νομάρχης Σ. Σταματιάδης και ήταν: Ο δήμαρχος Στυλιανός Ψυχουντάκης, ο Γυμνασιάρχης Στυλιανός Ξυδάκης, ο γιατρός Εμμανουήλ Φραγκεδάκης και ο δικηγόρος Πολύβιος Τσάκωνας.

Αμέσως συνεδρίασαν τα μέλη και συγκροτήθηκαν σε σώμα ως εξής: Πρόεδρος Πολύβιος Τσάκωνας, Αντιπρόεδρος ο παπα-Πέτρος και Γραμματέας ο γιατρός Φραγκεδάκης.

Η μεγάλη προσφορά του Χάρη Σαριδάκη

Έπρεπε τώρα να βρεθεί ένας δημόσιος υπάλληλος, και οπωσδήποτε εκπαιδευτικός για να αναλάβει καθήκοντα Διαχειριστού.

Έλα όμως που οι εκπαιδευτικοί πειθαρχώντας στο συνδικαλιστικό τους όργανο δεν αναλάμβαναν καμιά πρόσθετη εργασία χωρίς επίδομα.

Μια λύση υπήρχε μόνο. Να δεχθεί ο διευθυντής του Ορφανοτροφείου Χάρης Σαριδάκης, που ήταν δημοδιδάσκαλος, να αναλάβει καθήκοντα. Πώς να το ζητήσουν όμως από τον άνθρωπο που είχε τόσο φόρτο καθηκόντων, προσπαθώντας να μην αισθάνονται τα ορφανά την έλλειψη της οικογένειας;

Ο Πολύβιος όμως ξέροντας καλά τον άνδρα τόλμησε να το προτείνει και χωρίς έκπληξη τον είδε να αποδέχεται την πρόσκληση αν και του τόνισε ότι δεν υπήρχε καμιά δυνατότητα ούτε για επίδομα αλλά ούτε άλλης αμοιβής.

Παρά την άμεση ανταπόκριση και του Σαριδάκη και ενώ η επιτροπή έκανε ό,τι το δυνατόν για να προχωρούν οι διαδικασίες, το αιώνιο ελληνικό δημόσιο ανάλγητο στην αγωνία τόσων παραγόντων συνέχιζε το βιολί του. Στην περίπτωση του διαχειριστή έπρεπε να δοθεί έγκριση από το υπουργείο Οικονομικών και μετά να γίνει αναγγελία στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Για την τόσο απλή αυτή διαδικασία απαιτήθηκε όσος χρόνος χρειάζεται η επίλυση πολύ σοβαρού κυβερνητικού προβλήματος.

Τελικά ξεπεράστηκε κι αυτό αλλά έπρεπε να προσληφθεί προσωπικό. Και που να βρεθούν χρήματα;

Βρήκε κι εδώ τη λύση ο Πολύβιος. Θα έκαναν προσλήψεις ημερομισθίου προσωπικού που θα πληρωνόταν από το αναιμικό ταμείο της Βιβλιοθήκης. Δεν ήταν μόνο αυτά τα έξοδα. Απαιτούνταν χρήματα για γραφική ύλη, αναλώσιμα, φωτισμό, καθαριότητα, ταχυδρομικά τέλη και άλλα που ήταν αδύνατο να τα αντέξει το ταμείο.

Ο σπάνιος αυτός άνθρωπος κόντευε να υπερβεί τα όριά του γιατί έπρεπε επιπλέον να προγραμματίσει σχέδια δράσης, να προχωρήσει μελέτες, να επιλέγει προσωπικό και όλα αυτά με τον μεγάλο πάντα εφιάλτη της αναζήτησης χρημάτων. Για ένα μέρος μόνο των εξόδων χρειαζόταν 50.000 δραχμές. Και η Εφορεία της Βιβλιοθήκης είχε το Μάιο του 1956 με το που ανέλαβε καθήκοντα μόνο 8.050 δρχ!

Ο Πολύβιος στην Αθήνα

Στην απελπισία του ο πρόεδρος πηγαίνει στην Αθήνα για να ζητήσει ενίσχυση. Έτσι κι αλλιώς από το Ρέθυμνο δεν είχε να περιμένει τίποτα. Φθάνοντας στην πρωτεύουσα ζήτησε τηλεφωνικά από τον Διευθυντή Γραμμάτων Κουρνούτο να δώσει εντολή στο θυρωρείο να του επιτρέψουν την άνοδο στο γραφείο του. Αυτό έγινε με ευκολία. Αυτό που δεν κατάφερε ο Τσάκωνας ήταν να τον ακολουθήσει ο παράγων αυτός στο γραφείο του υπουργού Οικονομικών για τα περαιτέρω.

Δεν ήθελε να πάει και μόνος του Συνοδεία Κουρνούτου, πίστευε ότι θα βγάλει κάτι. Δυστυχώς όμως και για κακή του τύχη εκείνη την ημέρα ο υπουργός δεν θα δεχόταν κανέναν ούτε και διευθυντές υπουργείων.

Βγαίνει απογοητευμένος ο Τσάκωνας από το γραφείο του Κουρνούτου και στέκεται σε μια γωνιά να σκεφθεί τι να κάνει. Ξαφνικά ήρθε στο νου του ο Ακαδημαϊκός και Διευθυντής της Αρχαιολογικής Διευθύνσεως και της Διευθύνσεως αναστηλώσεων Ορλάνδος.

Μα βέβαια. Πώς δεν τον σκέφτηκε νωρίτερα; Ξεχνώντας την κούραση του ο φλογερός Ρεθεμνιώτης κατευθύνεται στο γραφείο του Ορλάνδου και χωρίς να το καταλάβει «πέφτει πάνω» στον Παύλο Βαρδινογιάννη.

Αυτή ήταν τύχη πραγματικά. Γιατί ο Παύλος με την ιδιότητα τότε του βουλευτή δεν υπολόγιζε από απαγορεύσεις όταν επρόκειτο για τον τόπο του.

Παίρνει τον Τσάκωνα μπαίνει στο γραφείο του Υπουργού και αδιαφορώντας για την ιδιαιτέρα που κόντευε να πάθει εγκεφαλικό, κατευθύνεται γραμμή στα ιδιαίτερα του Λεβαντή.

Ανοίγει την πόρτα σαν στο σπίτι του και φάνηκε να διασκεδάζει με το έκπληκτο βλέμμα του υπουργού και των τριών Μακεδόνων βουλευτών με τους οποίους μάλλον πως συζητούσε ένα σοβαρό θέμα για να έχει ζητήσει να μην τον απασχολήσει κανένας.

Ο Παύλος καλημερίζει με το γνωστό του τρόπο και αμέσως σπεύδει να εξηγήσει στον Λεβαντή ότι δεν πρέπει να μαλώσει την ιδιαιτέρα του που έκανε ότι μπορούσε για να εμποδίσει την είσοδό του στο γραφείο.

Τι να κάνει κι ο υπουργός; Είδε και τον Τσάκωνα που θυμόταν από τη Θεσσαλονίκη, κατά το κίνημα της Εθνικής Αμύνης το 1916. Ζήτησε την κατανόηση των άλλων βουλευτών και ζήτησε να μάθει το σκοπό της τόσο αιφνιδιαστικής εισόδου.

Την στιχομυθία που ακολουθεί την παραθέτει αυτολεξεί ο Τσάκωνας σε σχετικό του δημοσίευμα.

Υπουργός Πέτρος Λεβαντής: Ο Πολύβιος;

Πολύβιος: Θαυμάζω την μνήμην σας κ. Υπουργέ, να ενθυμείσθε το μικρό μου όνομα, ενώ έχομεν να συναντηθώμεν από το 1932 ήτοι προ 24 ετών (Σ.Σ Ο Τσάκωνας εννοούσε τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης που είχε επισκεφθεί ως Νομάρχης Μεσολογγίου).

Υπουργός: Και εγώ θαυμάζω πως έχασες την μνήμην σου, ενώ είσαι πολύ μικρότερός μου. Την τελευταίαν συνάντησίν μας είχομεν το 1935 εις το σπίτι του αδελφού σου Μάνου, όπερ μάλιστα δια πρώτην φορά εδοκίμασα το φρούτο Γκρέηπ Φρουτ.

Πολύβιος: Πιστεύω ότι υπηρεσιακώς θα έχετε γνώσιν ότι εις το Ρέθυμνον υπάρχει Δημοσία Βιβλιοθήκη και ότι είμαι πρόεδρος της Εφορείας της.

Υπουργός: Ναι.

Πολύβιος: Ζητώ να μου δώσετε χρήματα να δυνηθώ να θέσω την βιβλιοθηκην, εις δημοσίαν χρήσιν.

Καλεί ο υπουργός τον αρμόδιο των εντελλομένων εξόδων και τον ρωτά αν υπάρχει σχετική πίστωση. Στην αρνητική του απάντηση γυρίζει στον Τσάκωνα και του λέει:

Υπουργός: Άκουσες δεν υπάρχει πίστωσις. Θα σου δώσω εκ του περισσεύματος της καρδίας μου.

Πολύβιος: Ευγενής και εγκάρδιος προσφορά, αλλά απαράδεκτος ως άυλος. Εγώ ζητώ υλικήν.

Υπουργός: Πήγαινε κάτω και κάμε μου έναν πρόχειρον υπολογισμό. Πρόσεξε μη ζητήσεις πολλά διότι δεν θα πάρεις ούτε λίγα.

Πολύβιος: Ακόμη μια χάριν κ. Υπουργέ.

Υπουργός: Έχεις και άλλο αίτημα;

Πολύβιος: Μετά τινα χρόνου εορτάζεται η Ολοκαύτωσις του Αρκαδίου. Κατεβαίνουν Υπουργοί. Φροντίσετε να κατεβήτε διότι γνωρίζω πόσον αγαπάτε την Κρήτην.

Υπουργός: Με θέλεις ασφαλώς για να μου ζητήσεις κάτι εκεί.

Πολύβιος: Εμαντεύσατε την σκέψιν μου.

Τότε πετάχτηκε ένας από τους τρεις Μακεδόνες βουλευτές που ήταν εκεί και λέει:

«Ωμή ειλικρίνεια»

– Ο κύριος είναι Κρητικός του απήντησεν ο Υπουργός και τον συνέστησε στους βουλευτές.

Οδύσσεια με μακρινή Ιθάκη

Επιστρέφοντας ο Τσάκωνας στο Ρέθυμνο φρόντισε να γίνουν τα εγκαίνια της Βιβλιοθήκης στις 8 Νοεμβρίου 1956, δηλαδή να ετοιμασθούν τα πάντα σε διάστημα ολιγότερο του πενταμήνου.

Για να το πετύχει όμως χρειαζόταν έκτακτη χορηγία και αναμόρφωση του προϋπολογισμού χρήσης 1955-56.

Ας αφήσουμε όμως να μας διηγηθεί την εξίσου δραματική συνέχεια ο ίδιος ο Πολύβιος Τσάκωνας σε δημοσίευμά του σχετικά που με τα προβλήματα που αντιμετώπισε ως πρόεδρος της Βιβλιοθήκης:

«….υπο ιδίαν μου προσωπικήν ευθύνην, ήρχισα την εκτέλεσιν των έργων και όταν πλέον είχον διαπιστωθεί περίπου κατά κεφάλαια και άρθρα, αι δαπάναι εζήτησα την αναμόρφωσιν.

Φυσικά οι εργολάβοι και οι χορηγηταί, με εθεώρουν προσωπικώς υπεύθυνον έναντι των.

Τέλος, όσα επρογραμμάτισα εξετελέσθησαν.

 Την 8ην Νοεμβρίου 1956, εγένοντο τα επίσημα εγκαίνια της Βιβλιοθήκης, παραστάντων όλων των επ’ ευκαιρία της εορτής, παρευρισκομένων εν Ρεθύμνω επισήμων.

Πόσο ήτο αναγκαία η βιβλιοθήκη, απέδειξεν ο αριθμός των μελετητών όστις ενίοτε υπερέβαινε και τους 100 ημερησίως.

Η πράξις απέδειξεν ότι το υπ’ εμού εκπονηθέν σύστημα ταξινομήσεως ήτο άρτιον.

Σημειώνω ότι το 1956 σύνολον των χορηγιών ανήλθεν εις δρχ. 34.575, ενώ αι δαπάναι ανήθλον εις 46.983 ήτοι έμειναν παθητικά υπόλοιπα πληρωτέα κατά την νέα χρήσιν δρχ. 12.408.

Κατά την χρήσιν 1957 μέχρις τέλους Αυγούστου, ότε απεχώρησα αι χορηγίαι και δωρεαί ανήλθον εις δραχ. 5650, ατοί δεν εκάλυπτον τα παθητικά υπόλοιπα εκτός των δαπανών λειτουργίας του οκταμήνου.

Σημειώ ότι δια συνεχών ενεργειών μου είχε ήδη διατεθή το 1957 και πίστωσις 10.000 δρχ. δια δομικά έργα τα οποία εξετελέσθησαν μετά την αποχώρισίν μου. Εστεγάσθησαν δύο εταιραι αίθουσαι χωρίς να γίνη επί διετίαν και πλέον καμία νέα εργασία.

Ο Δήμος εξηκολούθει να μην εκπληρώνει τας υποχρεώσεις του. Η τακτική του αυτή είχε δυσμενή ηθικήν επίδρασιν. Οσάκις εζήτουν χορηγίαν μου απήντων οι αρμόδιοι του υπουργείου «οι Ρεθύμνιοι τι εισφέρουν;».

Παρά την κοχλάζουσαν αγανάκτησιν μου, εδικαιολόγουν τα αδικαιολόγητα δια να εξουδετερώσω τας δυσμενείς εντυπώσεις.

Ο Δήμος όμως προέβη και σε κάτι χειρότερον.

Λόγω των εκτεθεισών αναγκών δεν εκπληρώθη ο ηλεκτροφωτισμός.

Η Δημοτική επιχείρησις Ηλεκτροφωτισμού διέκοψεν την παροχήν».

Εις το διοικητικόν Συμβούλιον του οποίου πρόεδρος ήτο ο Δήμαρχος (και μέλος της Εφορείας ουδέποτε όμως εμφανισθέν) και περισσότερα μέλη Δημοτικοί Σύμβουλοι υπέμνησα ότι ο Δήμος, δηλαδή, ότι ο επιχειρηματίας ήτο οφειλέτης εις την Βιβλιοθήκην και ήτο νοητόν να αξιεί ο Δήμος δια της Επιχειρήσεως του να πληρώσει τα υποχρεώσεις της η Βιβλιοθήκη, ενώ ούτος ηρνείτο να εκπληρώσει τας ιδικάς του.

Δεν θα έκαμνα σήμερον μνείαν του πράγματος εάν δεν ελάμβανε χώραν το εξής.

Κατά το τέλος Αυγούστου 1956 ήτοι ελάχιστον χρόνον μετά την διακοπήν του φωτισμού εγκρίσει του Δημάρχου, αντικατεστάθη η Εφορεία και Πρόεδρος της νέας ωρίσθη ο κ. Δήμαρχος.

Η πρώτη του πράξις πρίν μάλιστα αναλάβει ήτο η επανασύνδεσις. Δεν θα σχολιάσω τη ενέργειαν ταύτην.

Αλλά μήπως δεν έγινε και έμμεσος αντίδρασις εις τον πλουτισμόν της βιβλιοθήκης εις βιβλία;

Θα αναφερθώ εις χαρακτηριστικά τινά επεισόδια.

Λόγω διαβολών, είχε επέλθη διακοπή της επαφής μου, με τον αείμνηστον Εμμ. Ι. Τσουδερόν, διότι δεν ηδυνάμην να ανεχθώ πως έδωσεν πίστιν εις μιαν κακόβουλον ερμηνείαν προτάσεως μου, εις το Διοικητικόν Συμβούλιον του Νοσοκομείου του οποίου απετέλουν μέλος.

Τελικώς απεκαλύφθη η αλήθεια και όταν αρχάς Ιανουαρίου του 1956 μετέβην εις Αθήνας, πληροφορηθείς τούτο ο μακαρίτης δια του αδελφού μου Βάσου υπηρετούντος εις την Τράπεζαν Ελλαδος, με προσεκάλεσε να τον επισκεφθώ.

Ομολογώ ότι δεν μετέβην. Όταν όμως με εκάλεσεν εκ δευτέρου εσκέφθην ότι διέπραττα απρέπειαν μη αποδεχομένους την πρόσκλησιν.

Η συνάντησις μας υπήρξεν εγκάρδιος διότι μας συνέδεεν πατροπαράδοτος φιλία των δύο οικογενειών.

Εκάμαμεν πολύ λόγον δια το Ρέθυμνον και φυσικά έγινε λόγος και δια την βιβλιοθήκη.

Κατάπληκτος τότε ήκουσα να μου λέγη ότι είχεν λάβει την απόφασιν από μακρού να δωρίσει μέρος της Βιβλιοθήκης του εις Ρέθυμνο, αλλά εκείνοι οι προς τους οποίους ανεκοίνωσεν την πρόθεσίν του ηδιαφόρησαν δια την παραλαβήν και είχεν εγκιβωτίσει τα βιβλία (άνω των 2500) δια να τα παραδώσει εις την Βιβλιοθήκην Ηρακλείου.

Την υπόθεσιν και τα πρόσωπα γνωρίζουν τα μέλη της οικογενείας του.

Του υπεσχέθην ότι κατά την επιστροφή μου εξ Αμφίσσης όπου μετέβαινα, θα τα παραλάμβανα. Πριν όμως επιστρέψω εμεσολάβησεν ο θάνατος Του και τα παρέλαβα αργότερα.

Η Βιβλιοθήκη εκέκτητο πολλάς εγκυκλοπαιδείας εις ξένας γλώσσας και ουδεμίαν Ελληνικήν. Επληροφορήθην ότι το Εφεδρικόν Ταμείον εκέκτητο μία του Ελευθερουδάκη.

Έκαμα αίτησιν να παραχωρηθεί αυτή και επ’ ευκαιρία της διαλύσεως του, άπασα η λοιπή βιβλιοθήκη του.

Το Δοικητικόν Συμβούλιον του Εφεδροταμείου απέρριψεν την αίτησιν, αλλά ο Νομάρχης κ. Σ. Σταματιάδης, εν τη αρμοδιότητι του, και με μεγαλύτεραν κατανόησιν και αγάπην προς το Ρέθυμνο από τα Ρεθύμνια μέλη του ετροποποίησε την απόφασιν και διέταξε τη παραχώρησιν.

Εχρειάσθη νέα αποφασιστική επέμβασις του δια να εκτελεσθεί η απόφασις.

Εις τον Δήμον είχε δωρίσει ο ομογενής κ. Στρατάκης αριθμόν τινά βιβλίων.

Ταύτα ευρίσκοντο εντός μπαούλων εναποτειθέμενων εις τους διαδρόμους του Δημαρχείου. Εχρειάσθη πολύς αγών δια να παραδοθούν εις την βιβλιοθήκην. Όλων των εκτεθέντων είχεν γνώσιν ο επίλεκτος Ρεθύμνιος και τιμών τα Ρεθυμνιακά Γράμματα κ. Γεώργιος Καλομενόπουλος, όταν εις κύκλον Ρεθυμνίων σχολιάζων τα γενομένα έλεγεν «Ολα αυτά γινήκαν με αίμα».

Υπήρξεν και ένα παράδειγμα πραγματικής κατανοήσεως και στοργής προς την Βιβλιοθήκην.

Το 1957 νομίζω διετάχθη το εδώ Ταχυδρομικόν Γραφείον να στείλη όλον το αρχείον του εις Αθήνας. Εις το αρχείον του, ευρίσκετο ολόκληρος, η σειρά της Επισήμου Εφημερίδος της Κρητικής Πολιτείας.

Ο αγαπών πραγματικώς το Ρέθυμνον συμπολίτης κ. Γεωργ. Μισιρλής με επεσκέφθη και μου συνέστησεν να ζητήσω δι’ αιτήσεως μου, να παραδοθεί η σειρά αυτή εις την Βιβλιοθήκην.

Έκαμα την αίτησιν και την διεβίβασεν με ευνοϊκήν εισήγησιν.

Το αποτέλεσμα ήτο να παραχωρηθεί η σειρά και αν ενθυμούμαι καλώς και άλλα τινά βιβλία…».

Θεωρώ πως έπρεπε να παραθέσω αυτούσιο το κείμενο από την αναφορά του αείμνηστου Ρεθεμνιώτη, γιατί κανένας δεν μπορεί να πιστέψει πραγματικά με πόσες θυσίες, προσωπικούς εξευτελισμούς και δεσμεύσεις σε βαθμό «ομηρίας» έγιναν όσα μας κάνουν εμάς περήφανους και το Ρέθυμνο να θεωρείται πόλις των γραμμάτων και τεχνών.