17 °C Rethymno, GR
01/06/2020

ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Πρύτανης τερατολογίας ο περίφημος «Κόκκινος»

Είχε και το Ρέθυμνο το δικό του Μινχάουζεν

Για να σκαρώσεις μια φάρσα πρέπει να διαθέτεις φαντασία. Γιατί και το ψέμα θέλει τον τρόπο του. Αρκετά μαθήματα έδωσε ως τώρα ο βίος και η πολιτεία του βαρόνου Κάρολου Φρειδερίκου Ιερώνυμου φον Μινχάουζεν, αλλά το Ρέθυμνο δεν τα χρειάστηκε ποτέ, γιατί μπροστά στον «Κόκκινο» ο βαρόνος κατέβαινε κατηγορία ασυζητητί. Διαφορετικά γιατί να τον αναφέρουν οι πιο γνωστοί από τους παλιούς χρονογράφους του τόπου και μάλιστα να τον έχει απαθανατίσει στους νοσταλγικούς στίχους του και ο Γιώργης Καλομενόπουλος;

Λίγο κουτσός, κοκκινωπός,

μουστακαλής κι αρρενωπός,

με πετεινού παράστημα

Γλυκού νερού ψευτονταής

στο Ρέθεμνος «καπανταής»

λίγο κοντός στ’ ανάστημα.

Χρόνια και χρόνια καφετζής

ή στου Ζαμπράκο μπουφετζής

«Καφέ Αμάν», «Περβόλα».

Να λέει τσούκους φοβερούς

να κάνει όρκους τρομερούς

πως είν’ αλήθεια όλα.

Όπως επιβεβαιώνει και ο Θεμιστοκλής Βαλαρής, στο βιβλίο του «Μια πόλη αναμνήσεις», ο Μανόλης Χαμαράκης, με το παρανόμι «Κόκκινος» γιατί ήταν κοκκινοτρίχης, δεν ήταν συνηθισμένος καφετζής. Γενικά ήταν ένας έξυπνος, ετοιμόλογος άνθρωπος και στη συζήτησή του σοβαρός και μετρημένος. Αδυναμία του να παριστάνει τον καπετάνιο κι ας του έλειπε το μπόι κι ας κούτσαινε. Σερμαγιά για το μαγαζί του που διέθετε και… μπιλιάρδο, ήταν οι φαντασιώσεις του. Αρκεί να του έδινε αφορμή πελάτης του και αράδιαζε στη στιγμή τερατολογίες που «έστελναν» την παρέα…

Ένας ήρωας με φαντασία

Ακροατής του περιστασιακά και ο Μιχαήλ Μύρωνος Παπαδάκις, που αναφέρει για τον Κόκκινο, ότι καταγόταν από την Πηγή. Γνωστή και ιστορική η οικογένειά του ήταν από τις πρώτες του τόπου. Ο Μανόλης στο ολοκαύτωμα του Αρκαδίου ήταν οκτώ χρόνων. Κι ευτυχώς δηλαδή γιατί αν ήταν μεγαλύτερος, σύμφωνα με δηλώσεις του, αργότερα στο καφενείο, όποτε το έφερνε η κουβέντα, ήξερε τον τρόπο να… σφάξει τον Μουσταφά Πασά και να ελευθερώσει τον τόπο. (Προμηθεύς ο Πυρφορος τ.37).

Σαν πρώτο του κατόρθωμα αναφέρεται η τιμωρία Τούρκου που επιχείρησε να τον προσβάλει. Αν και ήταν σωματώδης και χεροδύναμος, ο Γκαρδιακός όπως τον έλεγαν, ο Χαμαράκης τον ακινητοποίησε, τον ευνούχισε και παρουσιάστηκε μετά στην πλατεία της Πηγής, νικητής με τρόπαιο το μαχαίρι του που έσταζε αίμα. Όσο για τη χαμένη αντροσύνη του τούρκου λέγεται ότι απετέλεσε λίαν ευπρόσδεκτο «μεζέ» σκύλου, που περνούσε τυχαία από την περιοχή του ηρωικού συμβάντος.

Κι ενώ ο φουκαράς ο Κόκκινος καμάρωνε για το κατόρθωμά του, κάποιοι φαρμακόγλωσσοι βιάστηκαν να διαδώσουν ότι ένας ψόφιος… γάιδαρος ήταν το θύμα. Ισχυρίζονταν μάλιστα ότι είχαν δει τη μαχαιριά στο επίμαχο σημείο.

Κι ήρθε στο Ρέθυμνο

Κάποια στιγμή ο Μανόλης κατάλαβε ότι δεν χωρούσε πια στο χωριό και πήρε το δρόμο για την πόλη. Εκεί θα μπορούσε άνετα να αφήσει την φαντασία του να καλπάσει. Και να δεις που στάθηκε τυχερός γιατί η πρώτη του απόπειρα έπεσε σε… «στοιχειωμένο» καράβι.

Μετά το εντυπωσιακό αυτό ντεμπούτο, άρχισε να συγκεντρώνει γύρω του τα πρώτα «πειραχτήρια» του τόπου που είχαν «μυριστεί» λαυράκι.

Είχε κι ένα τρόπο ο αφιλότιμος να κρατά το ακροατήριό του. Και ποιος θα άφηνε στη μέση μια αφήγηση όπου ο Κόκκινος παραξενεμένος για το καράβι που τις νύχτες γινόταν άφαντο, αποφάσισε να μπει με τα όπλα του και να λύσει το μυστήριο.

Κι όταν έπεσε βαθειά νύχτα τρεις άντρες και μια γυναίκα φάνηκαν. Και μόλις πήδηξαν μέσα, το πλοίο άρχισε να… πετά. Προορισμός ήταν το Μισσίρι. Εκεί οι παράξενοι ταξιδιώτες προμηθεύτηκαν… κουκιά και πρωί πρωί το καράβι ήταν και πάλι στη θέση του. Είχε και ο Μανόλης κάνει τις προμήθειές του, γιατί βρέθηκε σε ένα σπαρμένο με κριθάρι χωράφι που αν και ήταν Γενάρης μήνας έδειχνε έτοιμο για θερισμό.

Περίεργη εξαφάνιση

Στις Κρητικές επαναστάσεις 1895 -1898 ο Μανόλης χάθηκε. Φάνηκε ξανά το 1898. Κι όταν ρωτήθηκε γιατί χάθηκε και δεν τον είδαν σε καμιά μάχη, εκείνος τους κοίταξε με οίκτο. Με άφατη περιφρόνηση τους είπε ότι τον είχαν καλέσει στον Άγιο Μύρο για βοήθεια κι εκείνος δεν μπορούσε να τους αρνηθεί. Κατάφερε μάλιστα να μπει στο τούρκικο στρατόπεδο χωρίς να γίνει αντιληπτός και να… σφάζει Τούρκους ανενόχλητος. Κάποια στιγμή λαβώθηκε βαριά και ο γιατρός που τον εξέτασε διέταξε να τον μεταφέρουν επειγόντως στο νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας. Εκεί έγινε καλά αλλά σκέφτηκε να εξαφανιστεί μήπως και τον αναγνωρίσει κάποιος τούρκος και πάρει εκδίκηση για τους σκοτωμένους. Έμεινε ωστόσο εγκλωβισμένος στην Αίγυπτο και δεν μπόρεσε να έρθει να βοηθήσει τον τόπο του. Μάζεψε λεφτά και να τον. Μόνο ακόμα κούτσαινε από το λαβωμένο πόδι του.

Και άλλα κατορθώματα

Άλλα κατορθώματα της φαντασίας του Κόκκινου μας μεταφέρει ο Καλομενόπουλος στη σειρά των ποιημάτων του για το παλιό Ρέθυμνο.

Μας είπε πάλι μια βολά

δίχως καθόλου να γελά

κάποια ψευτιά μια γιάρδα

πως είδε παίχτη δυνατό

με καραμπόλες εκατό

σε δυο μαζί μπιλιάρδα.

Μιλούσε για αερικά

(κάποτε έβλεπε μερκά)

μιλούσε για δαιμόνια.

Και πως τον παίρνανε συχνά

-αυτό κανείς δεν το ξεχνά-

έλεγε… τα τελώνια.

Και μάλιστα κάποια βολά

εις της Σκαλέτας τα νερά

με άγρια σοροκάδα

μια νύχτα μαύρη σκοτεινή

με μια βαρκούλα με πανί

του έκαμαν… βαρκάδα.

Και τι δεν κατέβαζε το κεφάλι του ευφάνταστου Μανόλη. Για γυμνασμένους ψύλλους, για ομιλούντες σκύλους, μέχρι και για ένα κροκόδειλο τους μίλησε που είχε δει στην Αίγυπτο και θα ήταν ίσαμε… δέκα μέτρα. Μια άλλη φορά είδε στο βάθος του ορίζοντα, πέρα από τη θάλασσα, ένα βοσκό να περπατά στα κύματα. Σε λίγο όμως συνειδητοποίησε έντρομος πως ήταν το κεφάλι ενός τεράστιου ψαριού, που χρειάστηκε μια μέρα να περάσει το σώμα του και κατά το βράδυ πέρασε και η… ουρά του.

Ρεσιτάλ τερατολογίας

Μια από τις πιο τερατώδεις σε ανάστημα ψεύδους περιπέτεια του «Κόκκινου» μας μεταφέρει ο Μιχαήλ Μυρ. Παπαδάκης όπως την άκουσε από τον γιατρό Νίκο Λυράκη.

Ο αξέχαστος γιατρός ήταν στην παρέα που ο «Κόκκινος» είχε διηγηθεί την περιπέτειά του γι’ αυτό και τη μετέφερε με τόση ακρίβεια στη λεπτομέρεια. Διαβάστε και θαυμάστε πόσο ευρηματικά λειτουργούσε η φαντασία του απίθανου εκείνου «παραμυθά» του Ρεθύμνου.

Μια μέρα λέει ο Κόκκινος, ζεσταινόταν τόσο πολύ που είπε να βουτήξει στη θάλασσα να δροσιστεί. Απολαμβάνοντας τη δροσιά ξεχάστηκε και ανοίχτηκε από τη στεριά κάπου ένα μίλι.

Ξαφνικά αισθάνθηκε να έρχεται πίσω του ένα ψάρι που ήταν σε μπόι όσο το …Ρεθεμνιώτικο Καμπαναριό. Πριν προλάβει ο Κόκκινος να αντιδράσει το ψάρι τον ρούφηξε με μιας κι εκείνος βρέθηκε στην κοιλιά του κήτους ως άλλος Ιωνάς. Εκεί που βρέθηκε τον έκοψε κρύος ιδρώτας, γιατί όπου άγγιζε έπιανε νεκροκεφαλές ανθρώπων που είχε καταπιεί προηγουμένως το τεράστιο ψάρι.

Για να δώσει κουράγιο στον εαυτό του άρχισε να παραμιλεί «Όχι βρωμόψαρο εμένα δεν θα προλάβεις να με χωνέψεις». Κι όπως το έλεγε θυμήθηκε το μαχαίρι που είχε κρυμμένο πάντα σε μια …δίπλα της κοιλιάς του (μάλλον πως ήταν και υπέρβαρος, ποιος ξέρει). Με το μαχαίρι του λοιπόν κατάφερε λίγο λίγο ν’ ανοίξει τρύπα και να γλιστρήσει στο νερό. Στο μεταξύ το ψάρι είχε ψοφήσει οπότε ανέβηκε στη ράχη του κι από εκεί προσπάθησε να καταλάβει που βρισκόταν. Είδε ένα νησάκι και μια πολιτεία. Κατάλαβε λοιπόν πως βρισκόταν μεταξύ Ντίας και Ηρακλείου. Κόβει γρήγορα γρήγορα ένα κομμάτι από τα …καπούλια του ψαριού κάπου δυο με τρεις οκάδες και πορίζει προς τη Ντία μήπως βρει κανένα κυνηγό να ψήσουνε το ψάρι να το φάνε. Κι είχε μια πείνα!!!

Φθάνει στο νησάκι, κοιτάζει καλά μα δεν βλέπει κανένα. Ένα ράσο μόνο ξεχασμένο από βοσκούς που κατέβαζαν εκεί ζώα το χειμώνα. Παίρνει το ράσο και το απλώνει να ξαπλώσει. Μια και δεν μπορούσε να φάει ας έπαιρνε κανέναν υπνάκο. Για την ατυχία του όμως το ράσο ήταν γεμάτο ψείρες που όρμησαν πάνω του και λίγο έλειψε να τον …πνίξουν. Σηκώνεται αμέσως και πέφτει στη θάλασσα. Αμέσως ανακουφίστηκε. Μπορεί τώρα καμιά ψείρα να είχε σωθεί στην κεφαλή του αλλά τουλάχιστον είχε σωθεί από το μεγάλο κακό. Κολυμπάει με δύναμη και φθάνει στο Μεγάλο Κάστρο. Εκεί στην παραλία που κατέληξε έπαιζαν μερικά παιδιά που μόλις τον είδαν εξαφανίστηκαν τρομαριασμένα. Σηκώνεται αυτός, σκεπάζει τα «σκιαντά» του με ένα ρουχαλάκι που άφησαν τα παιδιά στο φεύγα τους και οδεύει προς το σπίτι του φίλου του Σερβέτ -Εφέντη. Ώστε να τονέ δει εκείνος τον αγκαλιάζει και του λέει ανήσυχος:

– Για το Θεό καπετά Μανόλη ήντα ναι τουτονε το πράμα. Πώς απόδωκες ετσά;

Αρχίζει ο Κόκκινος να του αφηγείται την περιπέτειά του κι όταν τέλειωσε φωνάζει ο Τούρκος έναν υπηρέτη του και του δίνει λεφτά για να πάει να ψωνίσει για το φίλο του ρούχα και ποδήματα. Μετά του λέει να μείνει στο κονάκι του όσο θέλει και να νοιώθει σαν στο σπίτι του. Εκτός από φαγητό και ποτό του πρότεινε να κάνει χρήση και στο …χαρέμι του αν το τραβούσε η όρεξή του.

Εκείνος ευχαρίστησε αλλά δεν έκανε καλό. Φόρεσε τα ρούχα και τα στιβάνια και κίνησε με τα πόδια για το Ρέθυμνο όπου έφτασε πρωί πρωί.

Στο μεταξύ κόσμος είχε μαζευτεί στο λιμάνι και ξάνοιγε τη θάλασσα με αγωνία. Είχαν βρει τα ρούχα του Κόκκινου στην ακτή και αφού δεν έβλεπαν πουθενά τον παραμυθά έβαλε ο νους τους το κακό. Άρχισαν να τον ψάχνουν ζωντανό ή πνιγμένο. Φέρανε και από το χωριό όλους τους χωριανούς με τον παπα-Παλιέρα μαζί. Μονομεριάσανε όλοι στο καφενείο και οι φουκαράδες οι γονείς του Κόκκινου παρακάλεσαν τον παπά να διαβάσει ευχές για να βρεθεί το καμάρι τους. Κι ωστόσο φάνηκε αυτός. Όλοι άρχισαν να πανηγυρίζουν βλέποντάς τον. Ο παπάς βέβαια ήθελε λεπτομέρειες που ο παραμυθάς δεν ήθελε να πει. Εκείνος όμως επέμενε. Πώς είναι δυνατόν να πήγε ο αθεόφοβος γυμνός στη δουλειά που ισχυριζόταν ότι είχε. Και τα ρούχα του γιατί βρέθηκαν στην παραλία.

– Δεν είναι δικά μου συνέχισε το βιολί του ο Κόκκινος. Ήσανε νους αποθαμένου και τα πέταξαν εκειά.

Ούτε κουβέντα δεν έβγαλε για Ντία και Μεγάλο Κάστρο.

Εδώ τέλειωσε την αφήγησή του ο Κόκκινος εξορκίζοντας την παρέα να μη βγάλει άχνα σε κανένα. Ασφαλώς κάποια φορά θα τη χρειαζόταν αν δεν είχε έτοιμο ρεπερτόριο ψευτιάς. Γιατί να μπαίνει στον κόπο να βρίσκει καινούργιες ιδέες;

Το αδύνατο σημείο

Το αδύναμο σημείο του Κόκκινου ήταν να καθυστερεί ο πελάτης να δώσει παραγγελία. Λεπτομέρεια που την ήξεραν οι παρέες των φαρσέρ πελατών του και την αξιοποιούσαν δεόντως μέχρι να τον νιώσουν ότι βράζει από κρυμμένο θυμό. Κι όταν έδιναν πια την πολυπόθητη παραγγελία, εκείνος φρόντιζε να τους σερβίρει μια ιστορία ανάλογη με την περίπτωση. Αν τώρα ο υπερβάλλων ζήλος τον έφερνε πέρα από τα εσκαμμένα κι η παρέα τον «έκραζε», εκείνος φρόντιζε να αποκαταστήσει το γόητρό του στη γλώσσα του λιμανιού.

 

Μια ιστορία για τον Καφφάτο

Εκείνα που ήταν θαυμάσια ήταν τα παραμύθια του. Ήταν γεμάτα περιπέτεια και απρόβλεπτες καταστάσεις. Από τους τακτικότερους πελάτες του καφενείου του ήταν ο εκδότης της εφημερίδας «Βήμα» Λυκούργος Καφφάτος. Μια μέρα, που ήταν ο μοναδικός πελάτης ζήτησε από τον Κόκκινο μια ιστορία για τον Κήπο. Φυσικά δεν εννοούσε τον σημερινό, που τότε ήταν νεκροταφείο των Τούρκων, αλλά εκείνον που βρισκόταν σε λόφο, ο οποίος ισοπεδώθηκε και στη θέση του κτίστηκε το σημερινό Τελωνείο. Ο λόφος αυτός μέχρι και το 1889 ήταν οχυρωμένος και χρησίμευε για την προστασία του λιμανιού. Εκεί με την επιστροφή του από την Αλεξάνδρεια ο Κόκκινος λειτουργούσε το καφενείο του.

Τι να πει λοιπόν στον εκδότη για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του; Σκέφτηκε λίγο και μετά αφού πήρε ξανά τη διαβεβαίωση ότι δεν επρόκειτο να δημοσιευθεί η ιστορία του, μίλησε για μια τρύπα που είχε ανοίξει ο ίδιος κι όταν αποφάσισε να διαπιστώσει τι μπορούσε να κρύβει βρέθηκε σε ένα περιβάλλον αχανές γεμάτο δαιμόνια… Έκανε το σταυρό του και συνέχισε να προχωρεί μέχρι που είδε φως ημέρας και άκουσε φωνές γυναικών (ήταν χανούμισσες). Αμέσως κατάλαβε ότι έφτασε σε πηγάδι. Περίμενε να φύγουν οι γυναίκες και μετά πατώντας από πέτρα σε πέτρα βγήκε στην επιφάνεια. Και τι να δει; Είχε φτάσει στη Φορτέτζα!

Δεν άντεξε ο Καφφάτος.

– Μα η Φορτέτζα απέχει 100 μέτρα του παρατήρησε. Κι εσύ έκανες μια νύχτα;

Ο Κόκκινος κούνησε καταφατικά το κεφάλι με μεγάλη σοβαρότητα. Κι όταν ο εκδότης του ζήτησε να τον πάει στην πέτρα για να δει κι εκείνος το αξιοπερίεργο, που άκουσε λίγο πριν, ο Κόκκινος του είπε απλά να ψάξει να τη βρει μόνος του. Και γύρισε ατάραχος στον πάγκο του.

Τελικά ποτέ δεν είπε μιαν αλήθεια ο άνθρωπος αυτός; θα αναρωτηθείτε. Βεβαίως. Και ιδού πως και πότε, σύμφωνα με τον Καλομενόπουλο αυτή τη φορά:

Ήρθαν γεράματα βαθιά

σβησμένη ολότελα η ματιά

πάψαν τα παραμύθια

«Ψεύτης ο κόσμος βρε παιδιά

έλεγε με βαριά καρδιά

η μόνη που πε… αλήθεια.