31 °C Rethymno, GR
08/07/2020

ΠΟΣΟ ΠΙΘΑΝΟΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΝ;

Ρεθεμνιώτες επιστήμονες στο εξωτερικό

Ο κοινωνικός αντίκτυπος μιας εθνικής οικονομικής κρίσης

Η περίοδος της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας, έχει ήδη συμπληρώσει μία 10ετία. Το οδυνηρότερο επακόλουθο αυτής της κρίσης, είναι οι επώδυνες επιπτώσεις της στον κοινωνικό χώρο, οι οποίες μάλιστα εμφανίζονται παράλληλα με τις οικονομικές επιπτώσεις. Όμως αυτές, ξεπερνιούνται πολύ δυσκολότερα ή και καθόλου, αφού ο ρυθμός θεραπείας τους είναι πολύ αργός και με πολυπαραγοντική εξάρτηση.

Τα επώδυνα της κρίσης και οι θυσίες του λαού

Το ξεπέρασμα μιας εθνικής οικονομικής κρίσης, επιτυγχάνεται συνήθως με την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος της χώρας. Με την υποτίμηση όπως είναι φανερό, εφόσον υποτιμούνται τα περιουσιακά στοιχεία καθώς και τα εισοδήματα όλων των πολιτών, τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα πλήττονται πολύ περισσότερο. Στη περίπτωση της Ελλάδας όμως, όπου υπήρχε η δέσμευση της ζώνης του ευρώ, το ξεπέρασμα της κρίσης επιχειρήθηκε, με αναδιάταξη των δημοσιονομικών δεδομένων, μεγάλες περικοπές μισθών και συντάξεων και βέβαια περιορισμούς στη τραπεζική και χρηματοοικονομική δραστηριότητα. Το ιδιαίτερα επώδυνο μέτρο ήταν το ότι τις αποφάσεις τις έπαιρναν οι ξένοι δανειστές και διαμεσολαβητές και όχι οι Ελληνικές κυβερνήσεις. Οι θεσμικοί αυτοί δανειστές, συγχρόνως, επέβαλαν αναγκαστικά μέτρα πολύ δυσβάσταχτα για το λαό.

Οι τρεiς «δυνάστες κατ’ εντολήν» των λαών

Στις οικονομίες των σύγχρονων δυτικών χωρών, οι οικονομικές αυτές κρίσεις ξεπερνιούνται σχετικά σύντομα σε κλίμακα ιστορικού χρόνου. Το ξεπέρασμα της κρίσης θεωρείται πως ολοκληρώνεται, όταν οι μετρούμενοι οικονομικοί δείκτες, όπως: το ΑΕΠ, ο ετήσιος ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης, η απόδοση των κρατικών ομολόγων, οι δείκτες επιχειρηματικής εμπιστοσύνης κλπ., ξαναγυρίζουν σε ένα εύρος τιμών που έχουν καθορίσει οι πολυεθνικοί οίκοι οικονομικής αξιολόγησης. Ωστόσο βέβαια, εκείνο το οποίο οι πολυεθνικοί αυτοί οίκοι δεν υπολογίζουν και δεν τους ενδιαφέρει, είναι η οικονομική και κοινωνική δυσπραγία του συνόλου του λαού! Για να κατανοήσουμε τι δύναμη κρύβεται πίσω από αυτούς τους οίκους αξιολόγησης, οι οποίοι είναι τρεις, ο FITCH, o STANTARD & POORS και ο MOODYS’, αρκεί να αναφέρουμε ότι ελέγχουν το 95% των υποθέσεων αξιολόγησης σε όλο τον κόσμο! Πολύ μικρότερης εμβέλειας είναι ο DBRS, o CARE RATINGS, O NOMURA και πολλοί άλλοι, που όμως όλοι μαζί ελέγχουν μόλις το υπόλοιπο 5% των αξιολογήσεων παγκοσμίως.

Η διαρροή επιστημόνων ως η δευτερογενής επίπτωση

Υπήρξαν χώρες στη πρόσφατη Ευρωπαϊκή πραγματικότητα που βίωσαν εθνική οικονομική κρίση και την ξεπέρασαν σε μόλις λίγα χρόνια, όπως η Ισλανδία και η Ιρλανδία. Άλλες χρειάστηκαν περισσότερο χρονικό διάστημα, όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία και η χώρα μας. Όσον αφορά την Ελλάδα, εκείνο που διαπιστώνουμε ότι έχει συμβεί σε κοινωνικό επίπεδο, που όμως ενδέχεται να έχει και υποθηκεύσει το μέλλον της χώρας και να έχει τεράστιες επιπτώσεις στη προσδοκώμενη ευημερία των Ελλήνων πολιτών, είναι, η μετανάστευση χιλιάδων Ελλήνων, στη συντριπτική τους πλειονότητα νέων, στο εξωτερικό!

Η πρόσφατη μελέτη του ΣΕΒ

Σε πρόσφατη μελέτη του ΣΕΒ (Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών) που δημοσιεύτηκε στις 17/2/2020 αναφέρεται πως την περίοδο της κρίσης και για το διάστημα 2008 – 2017 έφυγαν από τη χώρα περίπου 468.000 Έλληνες σε χώρες της Ευρώπης κυρίως, αλλά και της Αμερικής και στην Αυστραλία για αναζήτηση εργασίας. Ο αριθμός αυτός, στην έρευνα χαρακτηρίζεται ως οι εκροές και συγχρόνως συνέβησαν 275.000 επιστροφές χαρακτηριζόμενες ως οι εισροές. Ο ακριβής αριθμός λοιπόν εκείνων που παρέμειναν στο εξωτερικό ανέρχεται σε 193.000 περίπου. Από αυτούς το 60% – 70% είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, δηλαδή στο σύνολό τους 115.000 – 135.000 επιστήμονες. Ο αριθμός αυτός κρίνεται τρομακτικός αν λάβουμε υπ’ όψιν μας και το ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό από αυτούς είναι κάτοχοι και μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, Master’s ή και Διδακτορικού. Αυτό συμβαίνει καθότι εκείνοι που διαθέτουν αυξημένα προσόντα θα είχαν πολύ περισσότερες πιθανότητες να ανεύρουν θέση εργασίας υψηλού επιπέδου. Με αυτό λοιπόν το αποτέλεσμα, στη συνείδησή τους, θα δικαιολογούνταν καλύτερα το υψηλό κοινωνικό και ψυχολογικό κόστος που έχει η απομάκρυνσή τους από τη πατρίδα! Όλοι λοιπόν αυτοί οι νέοι επιστήμονες που παραμένουν στο εξωτερικό ήδη έχουν βρει απασχόληση ανάλογη των προσόντων τους, μένουν ικανοποιημένοι και για αυτό συνεχίζουν να παραμένουν εκτός Ελλάδας.

Η έλλειψη επιστημόνων υψηλού επιπέδου

Η μεγάλη αυτή αιμορραγία επιστημονικού δυναμικού, και μάλιστα πολύ υψηλών προσόντων αποδυναμώνει απόλυτα το συνολικό επιστημονικό δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης της χώρας μας! Είναι δε αυτό ιδιαίτερα σημαντικό, για τη σημερινή χρονική συγκυρία που βιώνει η χώρα μας, όπου η 4η βιομηχανική επανάσταση είναι σε εξέλιξη και ο Ελληνικός λαός εξέρχεται από μια αφάνταστη 10ετή ταλαιπωρία οικονομικής και επιχειρηματικής δυσπραγίας. Πολύ περισσότερο σήμερα όπου η χώρα μας αρχίζει να αναδομεί τη παραγωγική της βάση, σε όλα τα επίπεδα οικονομικής δραστηριότητας. Το μεγάλο στοίχημα βέβαια της κυβέρνησης είναι το κατά πόσο θα καταφέρει να ανακόψει τη φυγή των επιστημόνων στο εξωτερικό και μάλιστα και στο πόσο θα καταφέρει να πείσει εκείνους που ήδη βρίσκονται έξω να επανέλθουν στη χώρα.

Τα πλεονεκτήματα υπερτερούν της νοσταλγίας

Ωστόσο τόσο από εκπονηθείσες μελέτες όσο και από δημοσιογραφικές έρευνες και συνεντεύξεις με μεταναστεύσαντες γίνεται φανερό όπως και οι ίδιοι δηλώνουν, ότι πολύ δύσκολα θα επιστρέψουν στη χώρα μας. Οι λόγοι τους οποίους προβάλλουν είναι κυρίως:

– το ότι η ποιότητα του εργασιακού περιβάλλοντος και οι δίκαιες συνθήκες εξέλιξης που υπάρχουν εκεί, δεν υπάρχουν στη χώρα μας,

– το ότι οι οικονομικές απολαβές τους είναι συνήθως 3πλάσιες από αυτές που θα πετύχαιναν στην Ελλάδα.

– Το ότι εκεί νοιώθουν ασφάλεια ως προς τη παραμονή τους στη θέση εργασίας τους, σε αντίθεση με τη χώρα μας,

– επίσης είναι πεπεισμένοι πως σε περίπτωση απώλειας της θέσης εργασίας τους, εύκολα θα βρουν νέα.

Παρ’ όλα αυτά οι περισσότεροι ερωτώμενοι μεταναστεύσαντες ανέφεραν ότι θα προτιμούσαν να μένουν και να εργάζονται στην Ελλάδα. Όμως τα πλεονεκτήματα που απολαμβάνουν απασχολούμενοι στο εξωτερικό, υπερτερούν της νοσταλγίας τους για την πατρίδα.

Η υπόθεση του Ρεθύμνου

Όσον αφορά τη πόλη μας και το νομό μας, πολλοί είναι και οι Ρεθύμνιοι νέοι επιστήμονες που μετανάστευσαν στο εξωτερικό τα τελευταία χρόνια, αφού εκεί εξασφάλισαν θέσεις εργασίας υψηλού επιπέδου. Για παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε τους παρακάτω:

– Καθηγητής χειρουργικής παίδων σε πανεπιστημιακή ιατρική σχολή, στο Λονδίνο.

– Πολιτικός Μηχανικός, Manager μεγάλης τεχνικής εταιρείας στο Ντουμπάι.

– Οικονομολόγος ερευνητής στο Levy institute του Barton University της Νέας Υόρκης.

– Καθηγήτρια οικονομικών στο πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης στη Δανία.

– Καθηγητής ψυχολογίας στο Πολιτειακό πανεπιστήμιο της Αϊόβα των ΗΠΑ.

– Διευθύντρια Γενική γιατρός σε μεγάλο νοσοκομείο της Αλμπέρτα στον Καναδά.

– Χημικός Μηχανικός σε μεγάλη χημική εταιρεία στο Ντιτρόιτ των ΗΠΑ.

– Καθηγητής νομικής στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι.

– Κτηνίατρος σε μεγάλο κτηνιατρείο στο Βερολίνο.

– Γιατρός, παιδίατρος, σε νοσοκομείο στο Κέμπριτζ της Μ. Βρετανίας.

– Γιατρός, χειρουργός μαστού, σε νοσοκομείο στο Κέμπριτζ της Μ. Βρετανίας.

– Γεωπόνος – βιοτεχνολόγος σε μεγάλη εταιρεία καλλυντικών στο Παρίσι.

– Οικονομολόγος ειδικευμένη στη διαχείριση ακινήτων σε μεγάλη εταιρεία στο Βερολίνο

– Δασολόγος ειδικευμένη στα GPS συστήματα, σε μεγάλη εταιρεία στη Καλιφόρνια των ΗΠΑ.

– Ηλεκτρολόγος Μηχανικός σε μεγάλη τεχνική εταιρεία στο Λονδίνο.

– Καθηγητής Πολυτεχνείου, Πολιτικός Μηχανικός στο Λονδίνο.

– Καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής σε Πολυτεχνείο στο Λονδίνο και άλλοι για τους οποίους δεν μπορέσαμε να συλλέξουμε πληροφορίες.

Βλέπουμε λοιπόν ότι και το Ρέθυμνο δεν υστέρησε καθόλου σε μεταναστεύσαντες σπουδαίους επιστήμονες στο εξωτερικό.

Αυτό που σκεφτόμαστε είναι το πόσο «πλουσιότερο» θα ήταν πνευματικά και κοινωνικά το Ρέθυμνο αν όλοι αυτοί οι σημαντικοί επιστήμονες διέμεναν στην Ελλάδα και έτσι κατ’ ελάχιστον θα συμμετείχαν και στη κοινωνική και πνευματική ζωή της γενέτειράς τους, της πόλης μας!

Ο φιλέλληνας Καθηγητής του L.S.E. και η προσδοκία

Τελειώνοντας θα θέλαμε να κλείσουμε, με τις επιφυλάξεις που εκφράζει ο καθηγητής του London School of Economics Κέβιν Φέδερστοουν, φλογερός φιλέλληνας, καθηγητής της έδρας «Ελευθέριος Βενιζέλος» και διευθυντής του «Ελληνικού Παρατηρητηρίου» του LSE., σε πρόσφατη συνέντευξή του στην Αθήνα.

– «Οι Έλληνες που είναι επιτυχημένοι στο εξωτερικό δεν θα επιστρέψουν για ένα σύστημα που δεν δείχνει πραγματική δέσμευση για μεταρρύθμιση. Η Ελλάδα έχει χάσει πολλούς από τους πιο ταλαντούχους της». (συνέντευξη στα «ΝΕΑ» 27/2/2020).

Ωστόσο ισχυρή μας πεποίθηση παραμένει το ότι τα περιθώρια επιστροφής τους αυτών των νέων παραμένουν αρκετά ευρεία, αρκεί οι Ελληνικές κυβερνήσεις, τόσον η νυν όσο και οι επόμενες, να κινηθούν με αποφασιστικότητα και με στοχευμένο σχέδιο. Όπως και ο καθηγητής Φέδερσον επεσήμανε, θα πρέπει να παίρνονται μέτρα και να επιχειρούνται δράσεις, ώστε να αποδεικνύεται συνεχώς ότι το Ελληνικό σύστημα αξιοποίησης των προσοντούχων μεταρρυθμίζεται με σίγουρα και σταθερά βήματα!