20 °C Rethymno, GR
04/04/2020

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΚΑΝ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα βρέθηκαν στην Μονή Αγίου Παύλου Γάλλου

Τάφοι και αλλά σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα που φανερώνουν την ιστορία του μοναστηριού, έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη του αρχαιολόγου Κωστή Γιαπιτσόγλου, που ανάσκαψε και επέβλεψε την αποκατάσταση του καθολικού του Αγίου Παύλου, στο ομώνυμο μετόχι της Ι.Μ. Αρκαδίου στου Γάλλου.

Τα ευρήματα από τις εργασίες αποκατάστασης και την ανασκαφή που έγινε στον Άγιο Παύλο, παρουσιάστηκαν από τον αρχαιολόγο Κώστα Γιαπιτσόγλου στην Ε’ συνάντηση αρχαιολογικού έργου Κρήτης, που πραγματοποιήθηκε στο Σπίτι του Πολιτισμού στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου από 21 έως 24 Νοεμβρίου.

Παρουσιάζοντας τα ευρήματα στην εισήγησή του ο κ. Γιαπιτσόγλου, ανέφερε:

«Την δεκαετία του 1980, πραγματοποιήθηκαν από την 13η ΕΒΑ εργασίες αποκατάστασης του ναού και του όμορου από βόρεια κτιρίου, ενώ το 1995 έγινε μερική αποκατάσταση των υπολοίπων κτισμάτων της μονής και του περιβάλλοντα χώρου τους. Η Μονή που έχει κηρυχθεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο (ΦΕΚ209/Β/29-2-1980) ήταν εγκαταλελειμμένη για πολλές δεκαετίες έως και το 2004 που ανασυστάθηκε ως μετόχι της Μονής Αρκαδίου.

Το καθολικό της Μονής, το οποίο βρίσκεται βόρεια του μικρού συγκροτήματος είναι ένας μονόχωρος καμαροσκέπαστος ναός ο οποίος στεγάζεται με δύο οξυκόρυφους θόλους, έναν υψηλότερο στο χώρο του ιερού και έναν χαμηλότερο στον υπόλοιπο ναό, που στηρίζονται σε τρία σφενδόνια. Η κύρια είσοδος του ναού διαμορφώνεται με ένα θύρωμα με βεργίο και οξυκόρυφο ανακουφιστικό τόξο, βρίσκεται στη δυτική πλευρά του. Σε μεταγενέστερους χρόνους διανοίχτηκε ένα ακόμα θύρωμα στην νοτιά πλευρά του για άμεση πρόσβαση στο ιερό. Με βάση τα μορφολογικά του χαρακτηριστικά, όπως η έντονη οξυκόρυφη αψίδα του και το θύρωμα ο ναός μπορεί να χρονολογηθεί στον 14ο-15ο αι. Το 2018 πραγματοποιήθηκε η αποκατάσταση του Καθολικού με δαπάνες της Μονής, και την επίβλεψη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ρεθύμνου. Προηγήθηκε η ανασκαφική έρευνα στο εσωτερικό του ναού κατά την οποία αποκαλύφθηκε κάτω από το τσιμεντένιο υπόστρωμα των νεωτερικών πλακιδίων ένα πρώτο δάπεδο από ασβεστοκονίαμα, καθώς και 4 κιβωτιόσχημοι τάφοι, οι οποίοι ήταν μερικώς καλυμμένοι από το δάπεδο αυτό. Μετά την αφαίρεση αυτού του δαπέδου διαπιστώθηκε η ύπαρξη ενός δευτέρου δαπέδου από ανοιχτόχρωμο ασβεστοκονίαμα, το οποίο είχε διασωθεί κυρίως στο δυτικό τμήμα του ναού και περιέβαλλε τον τάφο 1. Οι τάφοι 1-3 έφεραν καλυπτήριες πλάκες πάνω σε πατούρα, τα τοιχώματά τους ήταν επιχρισμένα εσωτερικά και το δάπεδό τους ήταν λαξευμένο στο φυσικό βράχο. Ο τάφος 1, ο δυτικότερος, είναι ο πιο προσεγμένος, με το πλαίσιό του διαμορφωμένο με αύλακα και κυμάτια, ενώ στις γωνίες και στο μέσον των μακρών του πλευρών φέρει ανάγλυφα φυτικά μοτίβα, ροζέτες δύο τύπων. Η δυτική πλάκα του φέρει φθαρμένο δυσδιάκριτο οικόσημο. Το πλαίσιό του και τα διακοσμητικά του μοτίβα τον χρονολογούν στον ύστερο 16ο-πρώιμο 17ο αι».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, σύμφωνα με τον ίδιο, παρουσιάζουν οι δίδυμοι τάφοι που αποκαλύφθηκαν στο ανατολικό τμήμα του κυρίως ναού και φέρουν δάπεδο λαξευμένο στο φυσικό βράχο. Αναφερόμενος στους δίδυμους τάφους ο κ. Γιαπιτσόγλου σημείωσε: «Το δυτικό τους τμήμα, εκεί όπου βρίσκεται η κεφαλή του νεκρού, στον μεν βόρειο είχε δημιουργηθεί βάθυνση στο φυσικό βράχο και στο νότιο είχε λαξευτεί ως έξαρμα, για την απόθεση της κεφαλής των νεκρών. Ο τάφος 4 στην ΝΔ γωνία του ναού ήταν αμελέστερος με τοιχώματα από αργούς λίθους χωρίς ασβεστοκονίαμα, ενώ για να στηρίξουν τη δυτικότερη από τις καλυπτήριες πλάκες του η οποία είχε σπάσει, και να τον επαναχρησιμοποιήσουν είχαν κατασκευάσει στο εσωτερικό του δύο στενά αμελή τοιχάρια. Ο συγκεκριμένος τάφος, ο οποίος με βάση τα μορφολογικά του χαρακτηριστικά και τη θέση του αποτελεί τον νεώτερο από τους 4 τάφους, πιθανόν του 19ου αι., έφερε δύο ανακομιδές και κανένα άλλο εύρημα. Οι υπόλοιποι τάφοι, οι οποίοι είχαν επαναχρησιμοποιηθεί, όπως διαπιστώνεται από τις επισκευές και τις οπές στις καλυπτήριες πλάκες τους έφεραν επίσης ανακομιδές και ήταν μπαζωμένοι με ποικίλα αντικείμενα, πελέκια με τόρμους από πλαίσια ανοιγμάτων, στον τάφο 1, μικρή μονολιθική γούρνα και τμήματα από σανίδες στον τάφο 2, τμήματα ξύλου με ανάγλυφη φυτική διακόσμηση και χρώμα που πιθανόν προέρχονται από ξύλινο τέμπλο ο τάφος 3. Από τον τάφο 1 περισυλλέχθηκαν τέσσερα χάλκινα νομίσματα εκ των οποίων το ένα είναι χάλκινος παράς του Μαχμούτ του Β’, του 1821, ένα της Κρητικής Πολιτείας του 1900, και ένας χάλκινος σταυρός. Από τον τάφο 3, συλλέχθηκαν δώδεκα χάλκινα νομίσματα εκ των οποίων ένα χάλκινο του Abdul Hamid του 1763 και ένας παράς του Μαχμούτ του Β’ του 1821. Στους ίδιους τάφους ανευρέθηκαν σιδερένια καρφιά ορισμένα εκ των οποίων βρίσκονται πάνω σε μικρά τμήματα ξύλου τα οποία παραπέμπουν στη χρήση φερέτρου ή καθελέτου (ξύλινο νεκρικό φορείο). Η χρήση των τάφων ως αποθετών για εκκλησιαστικά αντικείμενα σύμφωνα και με τα νομίσματα έγινε πιθανόν μετά την επανάσταση του 1821, εποχή που μάλλον η μονή υπέστη την καταστροφική μανία των Οθωμανών».

Παράλληλα με την ανασκαφή στο εσωτερικό του ναού πραγματοποιήθηκαν και εργασίες αποκατάστασης στις τοιχοποιίες και τη στέγη του και κατασκευάστηκαν, όπως ανέφερε, πατητά κονιάματα, εσωτερικά και εξωτερικά. «Από φωτογραφίες του 1984 γνωρίζαμε ότι το παράπλευρο του ναού κτίσμα καλυπτόταν με κουρασάνι. Πράγματι μετά την καθαίρεση των νεωτερικών κεραμιδιών και του υποστρώματος τους αποκαλύφθηκε η αρχική του κάλυψη με πολύ ισχυρό κουρασάνι, το οποίο ωστόσο ήταν ρηγματωμένο. Όμοιας σύστασης κουρασάνι αποκαλύφθηκε και στη στέγη του ναού, επομένως η κάλυψη των στεγών των δύο κτισμάτων έγινε με κονίαμα. Στο εσωτερικό του ναού ανακατασκευάστηκε δάπεδο από ανοιχτόχρωμο κονίαμα και ο τάφος 1 παρέμεινε ορατός, όπως ήταν αρχικά, και καλύφθηκε με τζάμι σε μεταλλικό πλαίσιο επειδή η επιφάνεια του έφερε πολλές φθορές.

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι παρά το μικρό της μέγεθος στα λιγοστά κτίρια της μονής διαπιστώνονται οι οικοδομικές φάσεις εκείνες που αποτυπώνουν σημαντικές ιστορικές περιόδους του νησιού, από τον 14ο έως και τον 20ο αι.» τόνισε ο κ. Γιαπιτσόγλου.

 

Ιστορικά στοιχεία

Κατά την παρουσίασή του ο αρχαιολόγος Κώστας Γιαπιτσόγλου, αναφέρθηκε στα ιστορικά στοιχεία της μονής επισημαίνοντας τα παρακάτω: Η μονή Αγίου Παύλου στο Γάλλο βρίσκεται σε απόσταση 1 χλμ. δυτικά του οικισμού. Πρόκειται για ένα μικρό μοναστήρι, μετόχι σήμερα της Μονής Αρκαδίου. Δεν μας είναι γνωστή η περίοδος ίδρυσής της. Στην απογραφή των ορθοδόξων ναών του Ρεθύμνου, το έτος 1637, η μονή απογράφεται από τον μοναχό Νικάνορα Βιδάλη για λογαριασμό του σινιόρ Ζόρζι Μανολέσσου, πατρόνου, ο οποίος την είχε παραχωρήσει εφ’ όρου ζωής στον μοναχό. Σύμφωνα με την απογραφή του Νικάνορα στη μονή κατοικούσαν 10 καλόγεροι και εργάτες που είχαν τα εξής εισοδήματα: Αμπέλι 12 εργατών που δίδει 35 μίστατα μούστο, 1 χωράφι με δέντρα και φρούτα για ίδια χρήση, χαρουπιές που δίδουν 50 μουζούρια χαρούπια, 5-6 ελιές, που δίδουν 2 μίστατα λάδι, 6 αιγοπρόβατα για ίδια χρήση, 1 βόδι, και 2-3 γαϊδούρια. Αναφέρεται επίσης ότι έχει ενορία. Ο Νικάνορας αναφέρεται και λίγο αργότερα σε συμβόλαια του έτους 1643, ως μοναχός και εφημέριος της Μονής. Σύμφωνα με τα συμβόλαια αγόρασε μισό μύλο στη θέση Αμπελίτη στο Γάλλο και δέχτηκε κληροδότημα 3.500 υπέρπυρων από τον ευγενή Ιάκωβο Πολάνη, σύμφωνα με τη διαθήκη της αποθανούσης συζύγου του. Η μονή αναφέρεται για τελευταία φορά, σε έγγραφα της ενετικής περιόδου, το Σεπτέμβριο του 1645 σε διαθήκη της Καλής Βαρδοπούλας, η οποία αναφέρει ότι επιθυμεί να θαφτεί στο μοναστήρι του Αγίου Παύλου στου Γάλλου και εκεί να γίνουν τα μνημόσυνά της, κατά τα συνήθη. Επίσης αφήνει στη Μαρία Καλογεροπούλου όλη την περιουσία της, με την υποχρέωση να δώσει τέσσερα μουζούρια λάδι εφάπαξ στη μονή, για την ψυχή της όταν μπορέσει.

Λίγα χρόνια αργότερα το έτος 1670, στο οθωμανικό κτηματολόγιο Ρεθύμνου η μονή αναφέρεται ως μετόχι της Μονής Σωτήρα Χριστού Καλοείδαινας κοντά στον οικισμό Άνω Μέρος Αμαρίου. Η μετατροπή της σε μετόχι της Καλοείδαινας πιθανόν οφείλεται, όπως συνέβη και σε άλλες περιπτώσεις στο ότι τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας πολλά μικρά μοναστήρια συνενώθηκαν με μεγαλύτερα ή έγιναν μετόχια τους, προκειμένου να διασφαλίσουν τις περιουσίες τους από τους κατακτητές. Ίσως για το λόγο αυτό ο ιδιοκτήτης του που είχε πιθανόν δεσμούς με τη μονή το παραχώρησε σε αυτήν. Η περιουσία της μονής την πρώιμη περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας φαίνεται να έχει αυξηθεί σε σχέση με αυτήν που αναφέρεται στην απογραφή του 1637. Τώρα κατέχει 9 χωράφια, 16 ελιές, 1,5 cerib αμπέλι (το cerib ήταν μονάδα μέτρησης όγκου των Οθωμανών σε αντιστοιχία πολλαπλάσια του στρέμματος που υποδιαιρούνταν σε οκάδες) και 2 cerib κήπους. Δεν διαθέτουμε ιστορικά στοιχεία για το μετόχι την περίοδο του 18ου και το πρώτο μισό του 19ου αι. Το έτος 1856, σύμφωνα με το παλαιότερο σωζόμενο κτηματολόγιο της Μονής Αρκαδίου, η μονή Γάλλου αποτελεί πλέον μετόχι της. H κατοχή του μετοχίου του Γάλλου από τη Μονή Αρκαδίου πιθανόν σχετίζεται με την καταστροφή της μονής Καλοείδαινας κατά την επανάσταση του 1821, την ακόλουθη εγκατάλειψή της, καθώς και με το γεγονός ότι για την ίδρυση και τη λειτουργία της Σχολής στο Μοναστηράκι Αμαρίου, το έτος 1850 εκποιήθηκαν κτήματα της Καλοείδαινας. Είναι πιθανόν λοιπόν η Μονή Αρκαδίου, η οποία την περίοδο αυτή αποτελούσε μια από τις πλέον ακμαίες μονές της Κρήτης, να αγόρασε το μετόχι της Καλοείδαινας στο Γάλλο. H περιουσία του μετοχιού, σύμφωνα με το κτηματολόγιο του 1856, είχε αυξηθεί σημαντικά: εκτός του ναού υπήρχαν 12 οικήματα, 42 κοίλων χωράφια με 81 ελαιόδενδρα, 1.554 βελανιδιές και 13 χαρουπιές. Διέθετε δικό του μύλο, στάβλους καθώς και μια βρύση με πολύ καλής ποιότητας νερό.

Δεν μας είναι γνωστό πότε εγκαταλείφθηκε. Πιθανόν όμως μετά την καταστροφή της μονής Αρκαδίου το 1866, το μετόχι δεν επανδρώθηκε ποτέ, δεδομένων των λιγοστών μοναχών της. Το βέβαιο είναι ότι τα κτήματα της μονής, εκποιήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1920, από το Ταμείο Εφέδρων πολεμιστών Ρεθύμνου.

 

Τι διασώζεται από τη μονή

Σήμερα από τη μονή διασώζεται το καθολικό της με ένα διώροφο κτίσμα προσαρτημένο στην βόρεια πλευρά του, καθώς και ισόγεια και διώροφα κτίσματα στα νότια του καθολικού, κατασκευασμένα σε δύο επίπεδα. Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του συγκροτήματος παραπέμπουν από τον ύστερο 16ο έως και τον 19ο αι. Η κρήνη που αναφέρεται στο κτηματολόγιο του 1856 διασώζεται, σε πολύ μικρή απόσταση δυτικά του μετοχίου, αλλά μέσα σε περιουσία ιδιωτών.

Εκτός από το ναό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κτίριο στα βόρειά του. Λίθινη κλίμακα που στηρίζεται σε τμήμα τόξου οδηγεί στον όροφο, ο οποίος στεγάζεται με ημικυλινδρικό θόλο. Στην δυτική πλευρά της στέγης του υψώνεται δίλοβο καμπαναριό που πατεί σε ορθογώνια βάση που περιβάλλεται από βεργίο. Σύμφωνα με το πλάτος της βάσης, σε συνδυασμό με τους δύο άνισους σε πλάτος υφιστάμενους λοβούς, είναι βέβαιο ότι το καμπαναριό είχε σχεδιαστεί ως τρίλοβο αποτελούμενο από δύο πλευρικούς στενότερους λοβούς και ένα κεντρικό πιο φαρδύ. Δεν είναι σαφές αν ο τρίτος λοβός δεν κατασκευάστηκε εξ αρχής ή απλώς γκρεμίστηκε και διατηρήθηκαν μόνο οι δύο. Σε κάθε περίπτωση αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό τύπο κωδωνοστασίου, του 16ου – 17ου αι., τον οποίο συναντάμε στην Περιφερειακή Ενότητα Ρεθύμνου σε οκτώ περιπτώσεις, σε δύο παραλλαγές. Αυτό της μονής του Γάλλου, ανήκει στον τύπο που φέρει στέψη, και μάλιστα αετωματική. Η χρήση του συγκεκριμένου κτιρίου μας είναι άγνωστη.