34 °C Rethymno, GR
01/08/2021

Φοβούνται οι εκπαιδευτικοί την αξιολόγηση;

(ή αλλιώς «τέσσερις μύθοι προς κατάρριψη»).

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΟΥΡΟΥΛΗ*

Με τον νόμο 4692/2020 (άρθρα 33-36) και το ΦΕΚ Β’ 140 (20/1/2021) το υπουργείο Παιδείας επιχείρησε να δρομολογήσει τη λεγόμενη αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και των σχολικών μονάδων. Στην πολύ μεγάλη τους πλειοψηφία (γύρω στο 85%) και με την νομική κάλυψη των ομοσπονδιών ΟΛΜΕ και ΔΟΕ οι σύλλογοι εκπαιδευτικών, σε Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην αξιολόγηση.

Για εμάς τους εκπαιδευτικούς, τουλάχιστον για τους περισσότερους, η επιλογή της άρνησης προκύπτει περίπου ως αυτονόητη. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να σκεφτούμε πως για ένα τμήμα της κοινής γνώμης η συγκεκριμένη στάση προκαλεί ερωτηματικά, ισχυρές αντιρρήσεις, ακόμα και εχθρότητα. Στο παρόν κείμενο θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε όσο το δυνατόν πιο συνοπτικά τους λόγους για τους οποίους η εκπαιδευτική κοινότητα αντιστέκεται σθεναρά στη συγκεκριμένη αξιολόγηση και να καταρρίψουμε κάποιους μύθους.

  1. Η αξιολόγηση είναι μία. Είμαστε σίγουροι για αυτό;

Η αξιολόγηση δεν είναι κάτι αφηρημένο και γενικό. Εδώ μιλάμε για έναν συγκεκριμένο νόμο, επομένως όσοι εκφέρουν άποψη οφείλουν να γνωρίζουν τι προβλέπει. Από την πλευρά μας θα αναφερθούμε σε δύο παραδείγματα, χαρακτηριστικά της φιλοσοφίας του νόμου:

Παράδειγμα 1: Εάν ανατρέξει κανείς στο άρθρο 2 του σχετικού ΦΕΚ, θα διαβάσει μία σειρά από απαιτούμενες διαδικασίες τόσο χρονοβόρες και δεσμευτικές ανθρώπινων πόρων, που εύκολα θα αντιληφθεί πως, για να εφαρμοστούν όλα αυτά, το βασικό έργο του σχολείου – η μόρφωση των μαθητών – θα τεθεί αναπόφευκτα σε δεύτερη μοίρα. Έχουμε δηλαδή το παράδοξο η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου να γίνεται πιο σημαντική από το ίδιο το εκπαιδευτικό έργο. Έτσι όμως, το εκπαιδευτικό έργο χάνει την ποιότητά του. Αντί η αξιολόγηση να το αναβαθμίζει, το υπονομεύει.

Παράδειγμα 2: Στο άρθρο 35 του ν. 4692 προβλέπεται εξωτερική αξιολόγηση των σχολείων από τους Συντονιστές Εκπαιδευτικού Έργου (πρώην Σύμβουλοι Εκπαίδευσης) και από την Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε. (Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση). Οι συγκεκριμένοι φορείς δεν βιώνουν την καθημερινότητα των σχολείων που θα αξιολογήσουν, ενώ συνήθως αρκούνται σε θεωρητικά παιδαγωγικά μοντέλα και θεωρίες. Η έκθεση που θα συντάξουν μοιραία θα βασίζεται σε επιφανειακά και ποσοτικά χαρακτηριστικά (π.χ. πόσα ‘’εκπαιδευτικά προγράμματα’’ θα εκτελεί το σχολείο, ανεξαρτήτως της ποιότητάς τους). Αυτό, όχι μόνο θα δίνει λάθος εικόνα για το σχολείο, αλλά μπορεί να αλλάξει και το ίδιο το σχολείο, αφού πιθανώς θα αναγκάσει τη διεύθυνση και τον σύλλογο διδασκόντων να δίνουν προτεραιότητα στο φαίνεσθαι και λιγότερο στην ουσία, που δυστυχώς συνήθως δεν «καταγράφεται» (όπως π.χ. να συζητήσεις ιδιαιτέρως με κάποιους μαθητές προβλήματα που τους απασχολούν και να τους βοηθήσεις να ενταχθούν στην κοινότητα του σχολείου).

  1. Όλοι αξιολογούνται, γιατί όχι και οι εκπαιδευτικοί;

Επιτρέψτε μας, αλλά αυτό είναι ένα παραμύθι, με το οποίο καλό είναι να ξεμπερδεύουμε. Αξιολογούνται πράγματι όλοι, εργαζόμενοι και αυτοαπασχολούμενοι, σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα; Όσοι το υποστηρίζουν αυτό ας καταθέσουν τα σχετικά στοιχεία.

Από την άλλη, ποιος είπε ότι οι εκπαιδευτικοί πήραν τη θέση εργασίας που έχουν επειδή κάποιος τους την χάρισε; Δεν συνιστούν αξιολογημένα προσόντα το πτυχίο, τα μεταπτυχιακά, τα σεμινάρια, η προϋπηρεσία, η επιτυχία στον ΑΣΕΠ, ακόμα και η επιτυχία στις πανελλήνιες; Οι εκπαιδευτικοί περνάνε αξιολόγηση πριν ακόμα διοριστούν. (Και η μορφή αυτής της αξιολόγησης είναι με τη σειρά της ένα άλλο, πολύ σημαντικό, κεφάλαιο).

Και φυσικά οι εκπαιδευτικοί περνάνε την καθημερινή αξιολόγηση στη σχολική τάξη από τους μαθητές τους και, εμμέσως, από τους γονείς αυτών. Αν δεν περάσεις αυτή την αξιολόγηση, δεν μπορείς να «σταθείς».

  1. Η αξιολόγηση θα αποβάλει από την Εκπαίδευση τους «κακούς εκπαιδευτικούς».

Στον σχετικό νόμο δεν υπάρχει πρόβλεψη για απολύσεις εκπαιδευτικών που αξιολογούνται αρνητικά. Θα έπρεπε να υπάρχει; Θα απαντήσουμε εξετάζοντας το παρακάτω ερώτημα.

  1. Η αξιολόγηση θα κάνει καλύτερους τους «κακούς εκπαιδευτικούς» και καλύτερα τα «κακά σχολεία».

Ξεκινώντας από το δεύτερο, τα «κακά» σχολεία, να επισημάνουμε ότι δεν προβλέπεται η οικονομική ενίσχυση των σχολείων που αντιμετωπίζουν σοβαρές υλικοτεχνικές υποδομές, ούτε η έγκαιρη στελέχωσή τους, αν αντιμετωπίζουν ελλείψεις εκπαιδευτικού προσωπικού. (Φαντάζομαι ότι με τον όρο «κακά σχολεία» αυτό εννοεί κάποιος). Τα σχολεία θα χωριστούν σε «καλά», «κακά» και «μέτρια», με το κράτος να επικυρώνει τις ανισότητες, αντί να βοηθά στην άμβλυνσή τους. Σε συνδυασμό με την ολοένα και χαμηλότερη δημόσια δαπάνη για την Παιδεία και με τη σοβαρά φημολογούμενη δυνατότητα των γονέων να εγγράψουν τα παιδιά τους σε σχολείο της επιλογής τους ανεξαρτήτως τόπου κατοικίας, κάποια σχολεία θα καταφέρουν (και με ιδιωτικές χορηγίες) να …μείνουν στον αφρό και άλλα θα υπάρχουν απλά για «παιδοφύλαξη». Κι εδώ που τα λέμε, αυτό είναι κάτι που ήδη συμβαίνει. Η αξιολόγηση, ειδικά σε περιφερειακές ενότητες με αντιθέσεις μεταξύ αστικών – αγροτικών περιοχών ή με τοπικές ιδιαιτερότητες, αναπόφευκτα θα μεγαλώσει τις αντιθέσεις και θα αυξήσει τη μαθητική διαρροή. Αυτά τα φαινόμενα είναι έντονα σε χώρες που έχει εφαρμοστεί η συγκεκριμένη μορφή αξιολόγησης, με το Ηνωμένο Βασίλειο να είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, και υπάρχει πλέον ισχυρή αμφισβήτηση του συγκεκριμένου μοντέλου, ακόμα και από φιλελεύθερους πολιτικούς και διανοητές.

Πάμε τώρα στους «κακούς εκπαιδευτικούς». Καταρχάς τι συνιστά έναν «καλό εκπαιδευτικό» και τι έναν «κακό εκπαιδευτικό» είναι μία τεράστια συζήτηση, αλλά ας δεχτούμε ότι «κακός εκπαιδευτικός» είναι αυτός που δεν φροντίζει να μεταδώσει γνώσεις στους μαθητές, παραμελεί γενικά τα καθήκοντά του και ευθύνεται για τη δημιουργία αρνητικού κλίματος στην τάξη. Τέτοιοι εκπαιδευτικοί σίγουρα υπάρχουν, σίγουρα είναι λίγοι και σίγουρα θα βρουν τρόπο να «επιβιώσουν» της αξιολόγησης, είτε διατηρώντας καλές σχέσεις με τους αξιολογητές, είτε φροντίζοντας να κάνουν ένα καλό μάθημα όταν ο συντονιστής – επιθεωρητής τούς «τσεκάρει». Αντίθετα, ένας «καλός εκπαιδευτικός» που δεν νοιάζεται για τη μόστρα και την κολακεία μπορεί να βρεθεί σε …χαμηλότερη κατηγορία. Αυτά είναι πράγματα που έχουμε συναντήσει και στη ζωή μας, έτσι δεν είναι;

Για να απαντήσουμε και στο προηγούμενο ερώτημα, αν προβλέπονταν απολύσεις, μάλλον θα έχαναν τη δουλειά τους πολλοί αξιόλογοι εκπαιδευτικοί, ενώ το σχολείο θα μετατρεπόταν σε στίβο ανταγωνισμού και επιβίωσης, παρά σε ναό μάθησης. Και φυσικά, όταν υπάρχει εργασιακή ανασφάλεια για κάποιους, υπάρχει για όλους. Το είδαμε αυτό και με τα μνημόνια, όταν μερικοί έσπευδαν χαιρέκακα να πανηγυρίσουν για την …κατσίκα του γείτονα, μέχρι που χτύπησε και για αυτούς η καμπάνα.

Οι εκπαιδευτικοί λοιπόν δεν αρνήθηκαν την αξιολόγηση γιατί την φοβούνται, αλλά για να σώσουν ό,τι μπορούν από αυτό που ονομάζουμε «δημόσιο σχολείο για όλα τα παιδιά». Οι εκπαιδευτικοί χρόνια τώρα ασχολούνται με πολιτιστικά προγράμματα, αθλητικές διοργανώσεις, μαθητικούς διαγωνισμούς, ευρωπαϊκά προγράμματα Erasmus και πολλά άλλα πέραν των συμβατικών τους υποχρεώσεων και χωρίς να υπάρχει αξιολόγηση. Αφιερώνουν πάρα πολύ χρόνο σε δουλειά στο σπίτι και ας μην καταγράφεται αυτή η δουλειά στο δελτίο κάποιου αρμόδιου. Υπηρετούν σε μακρινά και δύσκολα σχολεία, συχνά αφήνουν πίσω την οικογένειά τους για να πάνε σε ορεινές περιοχές, μικρά νησιά, ακριτικά χωριά. Εκτελούν έργο που σε άλλες χώρες το κάνουν γραμματείς και διοικητικοί υπάλληλοι. Επιμορφώνονται μόνοι τους, αφού δεν φροντίζει το κράτος. Αγοράζουν σύγχρονο εξοπλισμό με δικούς τους πόρους. Δεν τα έχουν φοβηθεί αυτά. Στην τελική, εάν φοβόντουσαν, θα εφάρμοζαν πειθήνια τον νόμο της κ. Κεραμέως. Ότι δεν το έκαναν ας μας βάλει σε σκέψεις.

 

* Ο Χρήστος Σουρουλής είναι καθηγητής Πειραματικού ΓΕΛ Ρεθύμνου