25 °C Rethymno, GR
26/05/2022

Ένας ξεχασμένος Μινωικός δρόμος στο όρος Κέντρος

Του ΓΙΩΡΓΗ Ν. ΤΣΙΓΔΙΝΟΥ

Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται μια αξιόλογη προσπάθεια ανάδειξης και προβολής της φυσικής ομορφιάς και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του όρους Κέντρος ή Κέδρος (υψομ, 1.777μ.), με στόχο την προσέλκυση φυσιολατρών και ανθρώπων οι οποίοι ασχολούνται με την αναρρίχηση. Η ιδέα αυτή γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στην περιοχή της Κρύας Βρύσης και στη συνέχεια υιοθετήθηκε από τον δήμο Αγίου Βασιλείου, ο οποίος έχει δημιουργήσει μια αξιόλογη υποδομή, που προσελκύει αρκετούς επισκέπτες.

Ίσως ο ίδιος χώρος – η περιοχή γύρω από τον χώρο αναρρίχησης – λόγω υψομέτρου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως χώρος για πέταγμα ανεμόπτερων, εφόσον μελετηθούν από ειδικούς οι διακυμάνσεις του αέρα στην περιοχή και οι συνθήκες κριθούν κατάλληλες. Είναι απλά μία ιδέα, την οποία ας έχουν υπόψη τους οι αρμόδιοι.

Το Κέντρος, το πολυτραγουδισμένο βουνό με τις εκατό μία πηγές και το «αθάνατο νερό» (1) είναι το φυσικό διαχωριστικό τείχος των επαρχιών Αμαρίου και Αγίου Βασιλείου ή της Απάνω και Κάτω Συβρίτου, όπως λεγόταν οι επαρχίες αυτές στα Βυζαντινά χρόνια. Η οδική επικοινωνία μεταξύ των δύο επαρχιών γινόταν στα αρχαία χρόνια από δύο κυρίως σημεία. Το ένα ήταν η περιμετρική παράκαμψη της ανατολικής πλευράς του βουνού, από τα σημεία που περνά περίπου ο δρόμος Ορνέ, Γομαράς, Χωρδάκι. Το πέρασμα αυτό ήταν το πιο ομαλό και με πλάγια κατεύθυνση εξυπηρετούσε τα’ ανατολικότερα τμήματα των δύο επαρχιών. Η προέκτασή του με κατεύθυνση ΝΑ από τη θέση Χωρδάκι-Γομαράς οδηγούσε από τη Μινωική Σύβριτα στο επίνειό της τη Σουλία, στον όρμο της Αγίας Γαλήνης. Ανέκαθεν το πέρασμα αυτό είχε στρατηγική σημασία, γιατί ήταν ένα φυσικό πέρασμα από τα βόρεια παράλια της Κρήτης προς τα νότια, αλλά και από την επαρχία Αμαρίου στην επαρχία Αγίου Βασιλείου(2).Για το δεύτερο πέρασμα θα μιλήσομε παρακάτω.

Η επαρχία Αγίου Βασιλείου, όπως αναφέρθηκε στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο:(3) «…Στην πρώτη χιλιετία π.Χ. (κάτι ανάλογο ίσχυε και στις προηγούμενες χιλιετίες) βασικό χαρακτηριστικό της είναι ότι στην περιοχή της δεν αναπτύχθηκαν μεγάλες πόλεις-κράτη. Οι ισχυρές μεσόγειες πόλεις της βόρειας πλευράς, η Λάππα στα δυτικά (σημερινή Αργυρούπολη) και η Σύβριτα στα ανατολικά (περιοχή Καλογέρου Αμαρίου) έλεγχαν και τις νότιες ακτές…Η Λάππα εύρισκε έξοδο στον όρμο της Σούδας και Πλακιά και η Σύβριτα στον ορμίσκο της Αγίας Γαλήνης. Στην εύφορη κοιλάδα του Αγίου Βασιλείου (ευρύτερη περιοχή Κοξαρέ), όπου κανείς θα περίμενε με μεγάλη πιθανότητα την ανάπτυξη μιας ανεξάρτητης πόλης, οι ενδείξεις κατοίκησης είναι διάσπαρτες. Μόνο στον Πύργο Κεραμέ τα στοιχεία για ανάπτυξη μεγαλύτερου κέντρου είναι ισχυρότερα….». Επίσης στη σελ. 124 του τόμου Α’ η ίδια αρχαιολόγος αναφέρει: «…Μας δίδεται η εντύπωση ότι στην κοιλάδα του Αγίου Βασιλείου είχε αναπτυχθεί πολυκεντρικός οικισμός, που δεν μετασχηματίστηκε σε μονοκεντρικό…. Μπορεί, όμως, όλοι αυτοί οι διεσπαρμένοι οικισμοί να εξαρτώνται απευθείας από την πόλη στην Ονιθέ, που εκτείνεται ακριβώς στα βόρεια…».

Κοντολογίς και σύμφωνα πάντα με τις ανακοινώσεις των ειδικών αρχαιολόγων, το δυτικό διαμέρισμα της περιοχής, που σήμερα ονομάζομε επαρχία Αγίου Βασιλείου, ελεγχόταν από την ισχυρή πόλη Λάππα, η οποία είχε τον έλεγχο και των δύο ακτών του Νησιού(4), δηλαδή τη Βόρεια και τη νότια πλευρά την Κρήτης και χρησιμοποιούσε τους όρμους της Σούδας και του Πλακιά για εμπορικούς λόγους, μέσω του φαραγγιού του Κοτσυφού. Το κεντρικό τμήμα της επαρχίας μάλλον ελεγχόταν από την κοντινή πόλη Ονιθέ (κοντά στη Γενή) και το ανατολικό τμήμα, από το Σπήλι και ανατολικότερα από την ισχυρή πόλη Σύβριτα (περιοχή Καλογέρου Αμαρίου),η οποία είχε ως επίνειό της τη Σουλία, στον όρμο της Αγίας Γαλήνης.

Οι χερσαίες συγκοινωνίες, ωστόσο, είναι ένα άλλο – πολύ ενδιαφέρον – κεφάλαιο στα αρχαία χρόνια, στα οποία αναφερόμαστε. Η επαρχία ήταν λόγω θέσεως σε κομβικό σημείο, όχι μόνο για τη σύνδεση των ισχυρών πόλεων του βορειοδυτικού Ρεθύμνου με τα λιμάνια της νότιας ακτής, αλλά και για τη σύνδεσή τους με τις μεγάλες και ισχυρές πόλεις της Μεσαράς(5).Ακριβώς, ότι ισχύει και σήμερα! Τώρα, εφόσον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, το φαράγγι του Κοτσυφού θεωρείται ως η πύλη εξόδου προς τη νότια ακτογραμμή, τότε το πιο κοντινό και το πιο ομαλό πέρασμα από την αρχαία Λάππα προς την περιοχή Αγίου Βασιλείου πρέπει να ήταν ο δρόμος Λάππα – Βελονάδο – Καλή Συκιά – Φαράγγι Κοτσυφού κι από εκεί στη Σούδα ή στον Πλακιά.

Η αρχαία πόλη Ονιθέ, που μάλλον είχε υπό τον έλεγχό της την κοιλάδα γύρω από την Κοξαρέ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αρχαιολόγων, βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση κι επικοινωνούσε χωρίς καμία δυσκολία με την περιοχή αυτή. Κάποια ουσιαστική δυσκολία παρουσιαζόταν στην οδική επικοινωνία της ισχυρής πόλης Σύβριτα με το ανατολικό τμήμα του Αγίου Βασιλείου, που είχε υπό τον έλεγχό της, λόγω του φυσικού τείχους, που λέγεται όρος Κέδρος (του Κινδρίου όρους του Θεοφράστου).Ωστόσο, τα σημεία επικοινωνίας των δύο περιοχών ήταν δύο. Ο δρόμος που παρέκαμπτε το βουνό από την ανατολική του πλευρά, για τον οποίο ήδη έχω αναφερθεί και ο δεύτερος, που υπερπηδούσε το βουνό στο πιο προσβάσιμο σημείο του, που είναι η στρατηγική θέση Τράχηλας στη δυτική του πλευρά. Ο δρόμος αυτός, που ευτυχώς υφίσταται και σήμερα και ήταν σε ευρεία χρήση μέχρι τη δεκαετία του ’70,ξεκινά από τον Γερακάρη, δηλαδή τη βορειοδυτική πλευρά του βουνού,ανέβαινε στη θέση Τράχηλας και κατηφόριζε στο Δουμαργιό το σημερινό χωριό Κεντροχώρι και συναντούσε τον κεντρικό δρόμο που επικοινωνούσαν οι πόλεις του βορειοδυτικού Ρεθύμνου με τις πόλεις της Μεσαράς.

Ωστόσο, στη βόρεια πλευρά της εύφορης κοιλάδας του Αμαρίου, απέναντι ακριβώς από τον Γερακάρη σε ΒΑ κατεύθυνση βρισκόταν η ισχυρή Μινωική πόλη Σύβριτα, η οποία είχε υπό τον έλεγχό της το ανατολικό τμήμα της επαρχίας Αγίου Βασιλείου και ο πιο κοντινός δρόμος για να επικοινωνήσει με την περιοχή αυτή ήταν ο δρόμος Σύβριτα – Γερακάρης – Τράχηλας – Δουμαργιό.

Πιστεύω, ότι ο δρόμος αυτός, που ευτυχώς τον ξέχασε η αγροτική οδοποιία(!!!) κι έτσι έμεινε απείρακτος, είναι δρόμος Μινωικός και στο στρατηγικό πέρασμα Τράχηλας στα μεταγενέστερα χρόνια έγιναν φονικές μάχες. Νοτιότερα από τη θέση αυτή δόθηκε η πολύνεκρη μάχη στις 8 Δεκεμβρίου 1868, όπου το εθελοντικό Σώμα των Μανιατών υπό τον Δ. Πετροπουλάκη είχε μεγάλες απώλειες. Επίσης στον Τράχηλα, κατά μία πληροφορία, στα χρόνια της Βενετοκρατίας υπήρχε φυλάκιο – σκοπιά.

Ο δρόμος είναι εμφανής και βατός μέχρι τις μέρες μας σε μεγάλο μέρος του, όπου δεν υπάρχουν συρματοπλέγματα και φαίνονται ακόμα σκαλοπάτια, αλλά και κάποιοι τοίχοι αντιστήριξής του.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.Τσιγδινός 2019: Γ. Ν. Τσιγδινού, «Το Κέντρος τ’ όμορφο βουνό και η παράδοση για τις εκατό πηγές και το αθάνατο νερό», Εφημερίδα Ρέθεμνος 23/2/2019

2.Κάντα 2014: Αθανασία Κάντα, «Ο Κάστελλος της Ορνές», Πρακτικά του Διεθνούς Επιστημονικού Συνενδρίου, Η επαρχία Αγίου Βασιλείου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, Ρέθυμνο 2014, τ. Α’, 184-185.

3.Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη 2014,Μαρία Ανδρεαδάκη- Βλαζάκη, «Η περιοχή του Αγίου Βασιλείου κατά την αρχαιότητα», Πρακτικά του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου, Ρέθυμνο 2014, τ. Α’, 116.

4.Γαβριλάκη 2014: Ειρήνη Γαβριλάκη, «Η αρχαία πόλη Λάππα», Πρακτικά του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου, Ρέθυμνο 2014, τ. Α’, 265.

5.SCAFA 2014- Ε. SCAFA, «Ο ιστορικός ρόλος της περιοχής της επαρχίας Αγίου Βασιλείου κατά τη Μυκηναϊκή εποχή» , Πρακτικά του Διεθνούς Επιστημονικού Συνενδρίου, Ρέθυμνο 2014, τ. Α’, 259-260.

* Ο Γιώργης Ν. Τσιγδινός, είναι συντ/χος εκπαιδευτικός