21 °C Rethymno, GR
24/05/2022

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΓΡΑΠΤΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Αποκριάτικο οδοιπορικό στο Ρέθυμνο μιας άλλης εποχής

Οικογενειακό χρώμα είχαν όλα τα γλέντια - Κοσμικό γεγονός οι χοροί των σωματείων Κυριών

Ήταν άνθρωποι του κεφιού οι Ρεθεμιώτες. Με την ανοικτή τους καρδιά και τη δίψα τους για γλέντι, ξόρκιζαν τη μιζέρια της καθημερινότητας. Και δεν είναι μόνο όσα περιγράφει ο Παντελής Πρεβελάκης στο «Χρονικό μιάς Πολιτείας» τα δεινά της πόλης κείνου του καιρού. Γεμάτες οι εφημερίδες της εποχής από εκθέσεις για πλειστηριασμούς. Ακόμα λοιπόν και σε εποχή σκλαβιάς κι ανείπωτης ανέχειας, εκείνοι φρόντιζαν, ιδιαίτερα τις απόκριες, να κλέβουν «μια του Χάρου».

Με τη γλαφυρή πένα του, μας μεταφέρει στην ατμόσφαιρα της εποχής, ο αξέχαστος Θεμιστοκλής Βαλαρής στο βιβλίο του «Μια πόλη αναμνήσεις», όπου υπάρχει εκτενές κεφάλαιο για τον εορτασμό της Απόκριας στον καιρό του.

«Το να βρεθούμε από την μία στιγμή στην άλλην ήταν κάτι σαν όνειρο. Καλέ, να διαλυθεί τόσο απότομα το σκοτάδι της δουλείας, και να συναντάς τους τούρκους ζαρωμένους και ταπεινωμένους. Αυτό ήταν κάτι το απίστευτο, που για να το πιστέψει κανείς, έπρεπε να περάσει αρκετός καιρός. Η αλλαγή της ζωής, αυτή, υποσυνείδητα προκαλούσε μίαν ευθυμίαν και μίαν τάση για γλέντι, απερίγραπτη».

Η πρώτη καταγεγραμμένη μαρτυρία περί διοργάνωσης καρναβαλιού στο Ρέθυμνο είναι το 1901.

Βιβλιογραφία, εννοούμε δημοσιεύματα στον τοπικό τύπο, εννοούμε ποιήματα που έχουν γραφτεί κ.τλ.

Αυτές είναι οι βασικές μας πηγές. Το 1901 λοιπόν, περίοδος που είναι ενεργή η παρουσία των Ρώσσων οργανώνεται από κομιτάτο το πρώτο καρναβάλι στην οδό Τσάρων, την σημερινή οδό Αρκαδίας, όπου και προκάλεσε σκηνικό πολέμου. Ο κόσμος πανηγύριζε, τα μπαλκόνια ήταν κατάμεστα και πετούσαν, ελλείψει κουφέτων και οικονομικής δυνατότητας για κάτι άλλο, μπιζέλια, φασόλια και κομφετί.

Αυτά αναφέρει αρθρογράφος, που υπογράφει «Ρεθυμνιώτης» στην εφημερίδα «Πατρίς». Αυτό το άρθρο εντόπισε και ανέδειξε ο αξέχαστος Γιώργης Εκκεκάκης.

Ο αξέχαστος Γιώργης Εκκεκάκης εντόπισε και ανέδειξε την πρώτη αναφορά στον τύπο Ρεθεμνιώτικου Καρναβαλιού

Ο μεγάλος εκείνος Κρητολόγος αναφέρει μια λεπτομερή περιγραφή της παρέλασης του 1901, η οποία είναι δημοσιευμένη στη χανιώτικη εφημερίδα «Πατρίς» (φ. 15 Φεβρ. 1901, σ. 3) και έχει τίτλο «Αι Απόκρεω εν Ρεθύμνω». Το ρεπορτάζ υπογράφει ο εδώ ανταποκριτής με το ψευδώνυμο «Ρεθεμνιώτης».

Το σχετικό απόσπασμα αναφέρει:

[…] Εις κανέν άλλο της Κρήτης μέρος δεν εορτάσθησαν ως παρ’ ημίν τα καρναβάλια… Την έναρξιν της παρελάσεως όρισε το Κομιτάτον [= η επί τούτου οργανωτική ομάδα] από της 3ης μεταμεσημβρινής ώρας. Όμως πολύ ενωρίτερον είχε κατακλυσθεί η οδός Τσάρου υπό του πλήθους. Τα παράθυρα και οι εξώσται εκάμπτοντο-αλλά και εκαμάρωνον-υπό το επίχαρι βάρος όπερ επεκόσμει ταύτα… Ενωρίς ωσαύτως ήρχισε και ο πόλεμος … Επεκράτει το κομφετί, εφεδρείαν δ’ εσχημάτιζον τα φασόλια και τα πίσα [=μπιζέλια] και αραιότερον πυρ τα κουφέτα! Την 3ην ακριβώς παρήλασε το μεγαλοπρεπές άρμα του Καρναβάλου, κατακλυσθέν υπό του χαρτοπολέμου, ον και αυτό βροχηδόν επέχεε. Έπειτα επεφάνησαν αι μασκαράται …

Ο Γιώργος Εκκεκάκης αφού αναφέρει ότι τα καλύτερα από τα άρματα βραβεύτηκαν, μεταφέρει και την περιγραφή ενός βραβευμένου άρματος που είχε ως θέμα την κυβέρνηση της Κρητικής Πολιτείας:

[…] Άρμα, ικανώς ωραία εστολισμένον, παρίστα την αίθουσαν του υπουργικού μας συμβουλίου. Πέριξ τραπέζης εκάθηντο οι τέσσαρες υπουργοί με τους υψηλούς των πίλους, υπογράφοντες διορισμούς… με μισθούς ποικίλλοντας από 1000 έως 8000 δραχμάς. Και εσύρετο [το συγκεκριμένο άρμα όχι από ζώα, αλλ’] υπό του λαού, κυρτουμένου υπό το βάρος των φόρων…

Στη συνέχεια ο ίδιος αναφέρει «Άλλα θέματα αρμάτων ή συνθέσεων ήταν: Tο πάγωμα των έργων στο Λιμάνι, η μάταιη αναζήτηση πτυχιούχου οικονομολόγου για την Τράπεζα Κρήτης, ο γενικός επιθεωρητής της Εκπαίδευσης που επιθεωρούσε τα σχολεία με… τηλεσκόπιο, η έλλειψη μέσων στο τοπικό Νοσοκομείο, η μειωμένη κίνηση στη ρεθεμνιώτικη αγορά κ.λπ.».

Τέλος συμπληρώνει ότι «Η παρέλαση κράτησε 3 ½ ώρες και η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με βεγγαλικά, πράγμα όχι σύνηθες για κείνη την εποχή».

 

Καρναβάλι με βραβεύσεις

Η επόμενη μεγάλη διοργάνωση καρναβαλιού είναι ακριβώς ένα χρόνο μετά, δηλαδή το 1902, όπου έχουμε καρναβάλι, και μάλιστα έχουμε και βράβευση των καλύτερων αρμάτων. Εκεί, έχουμε έντονο το στοιχείο της συμμετοχής του κόσμου, περισσότερο με την έννοια του θεατή, παρά εκείνης του ενεργού συμμετέχοντα στην πομπή. Το καρναβάλι του 1902, όπου μεταξύ των αρμάτων που βραβεύτηκαν, ήταν και ένα που έφερε το τραγούδι «Έλα βρε Χαραλάμπη, να σε παντρέψουμε, να φάμε και να πιούμε και να χορέψουμε». Αναπαριστούσε έναν γάμο και τα προικιά ήταν φορτωμένα σε 15 γαϊδουράκια, με αξιοθρήνητη όψη…

Συμπεριφορές ala francais

Το 1907, επίσης από τον τοπικό τύπο, πληροφορούμεθα ότι διοργανώνεται καρναβάλι και από την αρθρογραφία, καταλαβαίνουμε ότι καυτηριάζεται η τάση της εποχής να μιμείται τη γαλλική κουλτούρα. Το Ρέθυμνο βρισκόταν και τότε σε μια περίοδο μεγάλης στέρησης για τους πολλούς και μόνο μερικές οικογένειες «τα μεγάλα τζάκια» της πόλης είχαν την ευχέρεια να ζουν με άνεση. Δόθηκε λοιπόν μια ευκαιρία στον κειμενογράφο της εποχής να εκτονωθεί σατιρίζοντας τα «τρωτά» της εποχής του.

Και ιδού πως τα παρουσίαζε προσφωνώντας τον Βασιλιά Καρνάβαλο. Το σχετικό απόσπασμα είναι από το αρχείο του κ. Βαγγέλη Στεφανάκη που είχε την καλοσύνη να μας διαθέσει την εφημερίδα που το δημοσιεύει:

Ως ευ παρέστης Βασιλιά της πιο τρελής χαράς

του γέλωτος, της τέρψεως και πάσης ευθυμίας

πάσης ιδέας σκωπτικής και όψης ιλαράς

διώκτα δε της σκέψεως της θλιβεράς ανίας.

Των πάντων οι πιστότεροι ημείς υπήκοοί σου

φαιδρώς πανηγυρίζομεν δια την άφιξίν σου

δι ήν τόση κατέλαβε το Ρέθυμνο φρενίτις

κι έγινε τόσος θόρυβος και τόσο πατιρντί

στην πόλιν των φάιβ ο κλόκ και των απρέ μιντί.

Ώστε ο κάθε μασκαράς Ρεθύμνιος πολίτης

ανεξαρτήτως τάξεως φύλου και ηλικίας,

είτε εκ του κύκλου του κλεινού της αριστοκρατίας

είτε αστός απρόσκλητος (!!)στα πάτρια (;;;)εμμένων

ενθουσιώδης έτρεξεν εις προϋπάντησίν σου

χοροπηδών κι επευφημών. Την δε υποδοχήν σου

την προπαρασκευάζομεν από των Χριστουγέννων

και δεν παρήλθεν έκτοτε ημέρα, ουδέ νυξ

άνευ τινός απρέ μιντί, φάιβο ο κλόκ, ζουρ φιξ.

Μπιεν αριβέ, μπιεν αριβέ, πόσον είσθε καλός

και δεν μας λησμονήσατε μον χιερ Καρναβαλός.

Μας καθυποχρεώσατε, παρσκ-λα νομπλές ομπλίζ

Γι’ αυτό σας ητοιμάσαμεν κιημείς μια γκράντ σουπρίζ.

Πουρ βου μετημφιέσθημεν εδώ όλοι ομού

εις αληθείς Παρισινούς δανδήδες του συρμού.

Και πάντες είμεθα αν γκραντ, αν μιραμπώ, αν φράμ

κι ο Γιακουμής ο πρόστυχος κι ο ευγενής «λε Ζάκ».

Κρασί πλέον δεν πίνομεν σ’ ετρέ μπουρζουαζί

και νου μπιβόν ντε χιοκολά χιαμπάν ε μαρβαζί

χόρτα, φασόλια κι ες κεσά, σ’ επά κονύ μουά.

Ισί ον μανζ ντε φουα γκρα φαιζάν αν Χινουά

του ζούρ μιλούμεν για παρφέμ και εσθήτας μεταξίνας

συνήθως δε τους γάμους μας τελούμεν εις Αθήνας.

Μπιεν απροπό μας έφθασες μες στα διασκεδάσεις

εις εποχήν που δύνασαι προ πάντων να θαυμάσεις

τους κύκλους μας τους υψηλούς, την αριστοκρατίαν

του χρήματος, του πνεύματος και της καταγωγής

τη χάριν, την αβρότητα βλέπων τη Ρεθεμνίαν

σαν ντουτ, σαν ντουτ μον χιέρ αμί πολύ θα εκπλαγείς.

Εδώ οι κυανόαιμοι ευρίσκονται πολίται

εδώ και η ευγένεια και αι περγαμηναί

μόνον εδώ η γαλλική απταίστως ομιλείται

και ρεβεράνς κυριαρχούν όντως Παρισιναί

Εδώ-εδώ Καρνάβαλε η κάθε αυθεντία

με ύφος αρειμάνιον με γλώσσαν αυστηράν

και αι αριστοκράτιδες μέσα στα καφενεία

διδάσκουσιν εις τον λαόν τη συμπεριφοράν.

Ως ευ παρέστης Βασιλεύ της μασκαραδοσύνης

της μέθης της ξετσιπωσιάς και πάσης αφροσύνης.

Επευφημήτω πας λαός και αποκαλυφθήτω

ο κραταιός καρνάβαλος ο βασιλεύς μας ζήτω…

Με αυτάς τας φιλοφρονήσεις υποδέχτηκαν τον Βασιλιά Καρνάβαλο οι Ρεθεμνιώτες του 1907. Εκείνος όμως κατά τα καρναβαλικά πρότυπα, δεν φάνηκε να συγκινήθηκε από τις «ρεβεράντζες» και τους στόλισε καλά καλά …

 

Η αντιφώνηση του καρνάβαλου

Πάντα λοιπόν εις πέλαγος θα πλέετε μωρίας

και θα καταβυθίζεσθε σ’ αμέτρητα δεινά

χωρίς ποτέ καμιά ακτίς ελπίδος σωτηρίας

για σας κιτρινομούρηδες να λάμπει πουθενά;

Ρεθύμνιοι ανούσιοι κρυοτουρτουρισμένοι

αργόσχολοι, απένταροι, ινφλουεντζαρισμένοι

τα μούτρα σας δεν βλέπετε, της τσέπης σας το χάλι

που μοιάζει σε κουφότητα στο κλούβιο σας κεφάλι.

Μόνο ρωτάτε χάσκοντες αν η ορκωμοσία

του αρμοστού εγένετο εν πλήρει απαρτία

Και συζητείτε βλακωδώς προς ποίον τάχα κόμμα

προβλέπει μ’ ευμενέστερον ο αρμοστής σας όμμα

τινές οι νέοι λειτουργοί οι της δικαιοσύνης

και τίνων επληρώθηκαν τα στόματα κινίνης.

Αν έπεσε η Κυβέρνησις και αν μεταβολαί

και εις τους κλάδους τους λοιπούς επίκεινται πολλαί

Κι ενώ μη λησμονήσετε φοβούμαι να μασείτε

και κατ’ ανάγκην οπαδοί της Δούγκαν θα γενείτε

χορούς, κονσέρτα κάνετε και θέατρα παντοία

ωσάν μη των στομάχων σας ήρκει η …συναυλία

διόλου δε δεν σκέφτεσθε για δρόμους, για λιμάνι

και τα λοιπά κοινωφελή έργα σας ποιός θα κάνει.

‘Ηθελα κι άλλα να σας πω αγαπητοί μου φίλοι

μα προτιμώ το στόμα μου να δέσω με μαντήλι

ως Παπαλέξης έτερος δι’ ευνοήτους λόγους

και συνοψίζων των λοιπών συμβάντων σας τους ψόγους

σας λέγω ότι δι ‘ αυτά μεγάλως επεθύμουν

είς εκατόγχειρ σήμερον Καρνάβαλος να ήμουν.

Για να μπορούσα μονομιάς τα χέρια μου απλώνων

με εκατό καθένα σας φάσκελα να μουτζώνω.

Αυτό ήταν το κείμενο του 1907 που έχει δημοσιευτεί τρεις με τέσσερις φορές. Για μια από τις πηγές του μάλιστα μας πληροφορεί ένα κείμενο εξαιρετικά ενδιαφέρον, που εντοπίσαμε στην «Κρητική Επιθεώρηση» της 15ης Μαρτίου 1959, και που αναφέρει σχετικά:

«Σήμερον που σιγά-σιγά έχουν πια ξεφτίσει όλα τα παλιά ήθη κι έθιμα με τη διαβρωτική επίδραση της αμειλικτου εξελίξεως και ισοπεδώσεως των νέων τάσεων, ιδεών, αναγκών και τόσων άλλων παραγόντων και αντιξοοτήτων νομίζομεν ότι επιβάλλεται η αναδρομή εις το παρελθόν το ευτυχέστερον και πνευματοδέστερον και πλέον ενθουσιώδες παρελθόν από το τόσο άτονον σημερινόν παρόν…

Αφού δεν μπορούμε πια να ζήσωμεν τα παλιά εκείνα ήθη και έθιμα εις την πραγματικότητα και να έχωμεν το κέφι και το μπρίο των πατέρων μας σήμερον που και αυτό το «μασκάρωμα» έχει πια αποξεχαστεί, τουλάχιστον με τη σκέψη μας από της απόψεως αυτής οφείλομεν και μαζί με ημάς όλοι οι αναγνώσται μας χάριτας εις τον παλαίμαχον αειθαλή δήμαρχόν μας κ. Τίτο Πετυχάκη διότι είχε την καλοσύνη να μας δώσει προς δημοσίευσιν την έμμετρον προσφώνησι των Ρεθυμνίων προς τον Καρνάβαλον κατά τις Αποκριές του Φερβρουαρίου 1907 ως και την απάντηση του Καρνάβαλου εις την προσφώνησιν αυτή.

Που είναι πια εκείνες οι καλές μέρες που τα γλέντια έδιναν κι έπαιρναν κι εγέμιζαν οι δρόμοι μασκαράδες, σερπαντίνες και κομφετί και εμαίνετο ο …φασουλοπόλεμος!»

 

Οικογενειακά ήταν τα γλέντια

Οι σημερινές συνθήκες γλεντιού, βέβαια, στη διάρκεια της Αποκριάς διαφέρουν από τον παλιό εκείνο τον καιρό, αφού όλα τώρα εστιάζονται γύρω από το καρναβάλι.

Τότε ήταν διαφορετικά. Τα γλέντια ήταν οικογενειακά. Οι άνθρωποι δεν είχαν χρήματα για καλοπέραση, αλλά ήξεραν με απλό μεζέ, να συνοδεύουν το κρασί και να διασκεδάζουν. Στα «τζάκια» τώρα οι επιφανείς οικογένειες του τόπου διασκέδαζαν διαφορετικά.

Τα αποκριάτικα γλέντια είχαν καθαρά οικογενειακό χαρακτήρα

Οι μεγάλοι σύλλογοι, αυτός των «Κυριών» πρώτα και το Λύκειο Ελληνίδων στη συνέχεια, ετοίμαζαν τους μεγάλους χορούς, που ήταν και το μεγάλο κοσμικό γεγονός.

Η είσοδος φυσικά ήταν με …προϋποθέσεις. Από το ένδυμα μέχρι τη συμπεριφορά.

Ο απλός κόσμος πάλι διασκέδαζε φτωχά, μεν, αλλά ίσως πιο ουσιαστικά.

Ας ξεκινήσουμε όμως το επίκαιρο ιστορικό μας οδοιπορικό από τα Περιβόλια για να καταλήξουμε στο Ρέθυμνο.

 

Απόκριες στα Περιβόλια

Ο καταξιωμένος συγγραφέας μας κ. Αλκιβιάδης Μαυράκης στο βιβλίο του «Περιβόλια Ρεθύμνου-Το συναξάρι ενός τόπου» σημειώνει ότι «…οι Περβολιανοί δεν πήγαιναν πίσω, σε όλες τις εκδηλώσεις της αποκριάτικης χαράς.

Από τη μέρα που άνοιγε το Τριώδιο και κάθε Κυριακή οι συγγενείς μαζεύονταν σε ένα από τα σπίτια του σογιού, έτρωγαν, έπιναν και αναθυμόνταν κι αυτοί τα παλιά.

Τέλος κατέληγαν στο γλέντι με τη βοήθεια των τόσων κι τόσων οργανοπαιχτών και τραγουδιστάδων που είχε η περιοχή…».

Και συμπληρώνουμε από το βιβλίο του αείμνηστου δασκάλου Δημήτρη Ν. Βιβυλάκη «Τα Περιβόλια του Ρεθύμνου στου κύκλου τα γυρίσματα…».

«…Όπως κι αλλού έτσι και στα Περβόλια οι απόκριες έδιναν την αφορμή για ένα ξέσπασμα σε γλέντι, χαρά και τραγούδι. Εξεχνούσαν για λίγο τις σκοτούρες της πολυβασανισμένης ζωής των και ζούσανε λίγες μέρες σαν σε κόσμο άλλο, όπου κυρίαρχος δεν ήτανε κόπος, ο μόχθος, η στέρηση και η μιζέρια, αλλά η ξεγνοιασιά, το γλέντι κι ο επίπλαστος πλούτος και η αφθονία.

Κι ήταν πράγματι κάποια αφθονία, γιατί πολλοί έτρεφαν ένα χοίρο, που τον έσφαζαν την Τσουκνοπέμπτη ή και πρωτύτερα και τον άφηναν για οικογενειακή κατανάλωση και ευωχία.

Εφύλαγαν από το προηγούμενο καλοκαίρι ένα τυρί, πεντέξι οκάδες κι έναν αθότυρο για τις μέρες της Τυρινής. Δεν έλειπε και η ξυνομυζήθρα.

Έτσι στα τραπέζια της αποκριάς, κυριαρχούσαν τα λαζάνια με τυρί, οι μυζηθρόπιτες οι οματές του χοίρου, η τσιλαδιά (πηχτή) και ο βραστός χοίρος.

Γλυκό των ημερών ήταν ο «τσουλαμάς».

Τις μέρες αυτές κανείς δεν έμενε μόνος στο σπίτι με την οικογένειά του.

Στο Ρέθυμνο οι απλοί άνθρωποι βίωναν διαφορετικά τις Απόκριες πάντα σε οικογενειακό περιβάλλον.

Στα Περιβόλια όμως αναβίωνε και το έθιμο της Καμήλας. Και την περίφημη Περβολιανή Καμήλα περιγράφει θαυμάσια ο Γιώργης Καλομενόπουλος με τους παρακάτω στίχους:

Την προσμένουν όλοι

κάθε τέτοια σκόλη

σαν τη σημερνή.

Δες την καταφτάνει

και φορεί …φουστάνι…

λινατσοπανί.

Να την ξεπροβάλλει

γαϊδουριού κεφάλι

πόδια ανθρωπινά.

«Γκελαμά ελ- Γκάλη»

μ’ όρεξη μεγάλη

το σκοπό αρχινά.

Κι όλο αστεία κάνει

χαιρετά …δαγκάνει

και σκορπάει κέφι.

Ένας …τα μαζεύει

κι άλλος τη χορεύει

παίζοντας το ντέφι.

Γέλια, θεέ μου, γέλια

κάνουν τα κοπέλια

που απ’ το πρωί

την ακολουθούνε

που να θυμηθούνε

σπίτι και φαί.

Μάνες καρτερούνε

κι όλες βλαστημούνε

βέργες σειούν και ξύλα.

Νύχτα πια σιμώνει

δε γυρνούν ακόμη.

Αχ! καμήλα σκύλα.

Αποφτάνουν βράδυ

τα κοπέλια, ομάδι

μουλωχτά σπουργίτια.

Των παιδιών η Μοίρα

ησυχία γύρα

θρήνος …μες στα σπίτια.

Σπαρταριστή η έμμετρη περιγραφή της «Περβολιανής Καμήλας» από τον Γιώργη Καλομενόπουλο

Απόκριες σε Μικρασιάτικο φόντο

Από την αξέχαστη Βασιλεία Καζαβή έχουμε μια εικόνα και για τη συμμετοχή των Μικρασιατών του Ρεθύμνου στον εορτασμό της Απόκριας.

Μας είχε πει στις ατέλειωτες συζητήσεις μας η αξέχαστη συμπολίτισσα:

Αρχή Τριωδίου, πριν ακόμα ξεκινήσουμε για την εκκλησία και ν’ ακούσουμε το Ευαγγέλιο του Τελώνη και Φαρισαίου, στο τραπέζι είχαν πάρει τη θέση τους επιμελώς σκεπασμένα τα «κουρκουμπίνια». Μικρές μπουκίτσες από αφράτο φύλλο που «κολυμπούσαν» στο σιρόπι. Και στην Εκκλησία – Θεέ μου συχώρα με – ο δαίμονας που προκαλούσε την παιδική μας σκέψη ν’ αμαρτήσει μας έβαζε συνέχεια στο νου πρώτα εκείνο το πιάτο που περίμενε την επιστροφή μας, αλλά και το μεγάλο καπέλο του «κουδουνάτου» (αρλεκίνου) στο ψιλικατζίδικο της γωνιάς που μας είχαν τάξει από τα Χριστούγεννα.

Τα γλέντια των Μικρασιατών ανασταίνουν οι αφηγήσεις της αείμνηστης Βασιλείας Καζαβή

Ευωδία ασβέστη

Με την έναρξη του Τριωδίου, οι νοικοκυρές ετοίμαζαν τα σπίτια με περισσότερη επιμέλεια. Ευώδιαζαν ασβέστη οι αυλές και τα δωμάτια. Γιατί περίμεναν κόσμο. Κέντρα δεν υπήρχαν για διασκέδαση, αλλά και να υπήρχαν που να βρεθούν τα χρήματα για τέτοιες πολυτέλειες. Έτσι ήταν συνήθειο οι οικογενειακές συγκεντρώσεις, πότε εδώ και πότε εκεί.

Ήταν πάντως θέμα φιλότιμου οι πολυφαμελίτες να περιμένουν τους άλλους.

Εμείς για παράδειγμα, μας λέει η κα Βασιλεία, ήμασταν οκτώ νομάτοι. Σε ποιο σπίτι να πάμε χωρίς να παραβαρύνουμε; Έτσι είχαμε συνέχεια καλεσμένους. Μαζί με τα σχετικά της προετοιμασίας ήταν και οι ορμήνιες σε μας τα παιδιά. Δεν έπρεπε να μιλάμε όταν συζητούσαν οι μεγάλοι, να μην είμαστε προπέτες, οι σκανταλιές έπρεπε να ξεχαστούν και βέβαια να καθίσουμε αδιαμαρτύρητα στο δικό μας τραπέζι που μας ετοίμαζαν για να μην ενοχλούμε τους μεγάλους. Ήταν μαζί μας και τα παιδιά των μουσαφιρέων, περνούσαμε καλά.

Το οδοιπορικό μας στις Απόκριες άλλων εποχών συνεχίζεται την ερχόμενη εβδομάδα